Supreme Court dismisses appeal request for retrial as arguments fail to meet statutory grounds under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the company's request for a retrial (anaphilaxia) against a final decision regarding a state contract dispute. The company argued that the enforcing law was merely formal, the court erred in classifying procedural violations, and the interpretation of catering services was erroneous. The court rejected these claims because they did not constitute any of the specific statutory grounds for retrial outlined in the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 539(1)(a), 544, 495(1), 538, 559(1), 901(1)(a) of the Code of Civil Procedure; A request for retrial is inadmissible if the grounds raised do not fall within the strictly defined categories of fundamental procedural violations or errors of law specified by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 846 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 846/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αιτούσας: εταιρείας με την επωνυμία ... A.E., που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Ανδριόπουλο. Του καθού η αίτηση: Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2008 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 4354/2008 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 27-1-2009 αίτησή του και εκδόθηκε η 1308/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 4354/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 3923/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 10-12-2014 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1235/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 3923/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δίκασε και δέχτηκε την από 18-2-2008 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... A.E." κατά το επικουρικό της αίτημα, αναγνώρισε την ανυπαρξία της υπ' αριθ. 60/2007 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που συγκροτήθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 27 της από 30-7-1956 Σύμβασης μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και του Αριστοτέλη Ωνάση η οποία κυρώθηκε με το ν.3560/1956. Την αναψηλάφηση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αιτούσα με την από 10-7-2018 αίτησή της και τους από 6-3-2019 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αιτούσας την αναψηλάφηση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξούσια του καθού η αίτηση την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 539 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ή έφεση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 544 του ιδίου Κώδικα αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο για τους επακριβώς καθορισμένους σ' αυτό λόγους (ΑΠ 1845/2005).
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 538 επ. Κ.Πολ.Δ. το έκτακτο ένδικο μέσο της αίτησης αναψηλάφησης ασκείται με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και εκδικάζεται από το ίδιο δικαστήριο, αφού η άσκηση της αναψηλάφησης δεν έχει μεταβιβαστικό αποτέλεσμα (ΑΠ 245/2017, ΑΠ 870/2013).
Η δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της αναψηλαφήσεως διέρχεται συνολικά τέσσερα στάδια. Στο πρώτο το δικαστήριο εξετάζει το παραδεκτό της αναψηλαφήσεως, αν δηλαδή αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. Στο δεύτερο στάδιο εξετάζει το παραδεκτό και νόμιμο καθενός από τους λόγους της αναψηλαφήσεως, ενώ στο τρίτο εξετάζει την ουσιαστική βασιμότητα τους.
Μετά ταύτα, αν κάποιος λόγος κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, επακολουθεί η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και το τελευταίο στάδιο, κατά το οποίο το δικαστήριο εξετάζει την ουσία της υποθέσεως μέσα στα όρια που καθορίζονται από την αναψηλάφηση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 538 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ.1 του ίδιου πιο πάνω ν. 3994/2011 και ισχύει από τις 25-7-2011, "Με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου εφόσον δικάζει κατ' ουσίαν, σε κάθε δε περίπτωση εφόσον πρόκειται για στηριζόμενο στον αριθμό 10 του άρθρου 544 λόγο".
Η ως άνω διάταξη, κατά το σκέλος της που αναφέρεται σε αποφάσεις του Αρείου Πάγου που δικάζει κατ' ουσίαν, ήταν αρχικώς ανεφάρμοστη. Τούτο διότι, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 31 παρ.1 ν. 2172/1993, ο Άρειος Πάγος, αν αναιρούσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέπεμπε την υπόθεση στο ίδιο ή σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο που την εξέδωσε, με συνέπεια να μη δικάζει κατ' ουσίαν και να μην υπόκεινται σε αναψηλάφηση οι αποφάσεις του ως ακυρωτικού (Ολ.Α.Π. 16/ 2003).
Στη συνέχεια, όμως, μετά την εκ νέου αντικατάσταση του άρθρου 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 12 παρ.4 ν.4055/2012 (που σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού ισχύει από τις 2-4-2012), τη μεταγενέστερη αντικατάστασή του με το άρθρο 65 παρ.1 ν.4139/2013 (που σύμφωνα με το άρθρο 104 αυτού ισχύει από τις 20-3-2013), και, στη συνέχεια, με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (που σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 αυτού ισχύει από 1-1-2016), ο Άρειος Πάγος μπορεί να δικάσει κατ' ουσίαν την υπόθεση στις αναφερόμενες σ' αυτήν περιπτώσεις και οι σχετικές αποφάσεις του υπόκεινται σε αναψηλάφηση.
Με βάση τα ανωτέρω, για να είναι παραδεκτή αίτηση αναψηλαφήσεως κατ' αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που δημοσιεύθηκε μετά τις 2-4-2012 (αφότου άρχισε η ισχύς του ν. 4055/2012), πρέπει είτε ο Άρειος Πάγος να έχει δικάσει κατ' ουσίαν είτε ο λόγος αναψηλαφήσεως να στηρίζεται στον αριθμό 10 του άρθρου 544 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1122/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 10-7-2018 αίτηση, που κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου στις 16-7-2018, ζητείται η αναψηλάφηση της 1235/2017 αποφάσεως του Α2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, που δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, για τον αναφερόμενο σε αυτή λόγο του άρθρου 544 αρ. 8 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε σε απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, που ανατράπηκε.
Η αίτηση είναι παραδεκτή διότι: α) ασκείται κατά αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που δίκασε κατ' ουσίαν και δέχθηκε την από 18-2-2008 αγωγή του καθού η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου, κατά την επικουρική βάση αυτής, με την οποία το τελευταίο ζήτησε την αναγνώριση της ανυπαρξίας της 60/2007 αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου, β) ασκείται από την εναγομένη, η οποία έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της, αφού με αυτή επιδιώκει την κατ` ουσίαν απόρριψη της ανωτέρω αγωγής και γ) ασκείται για λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 544 ΚΠολΔ, εμπροθέσμως, ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των εξήντα ημερών, αφού δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 545 παρ.1, 3 περ.
στ' και 4 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό, νόμιμο και βάσιμο του προβαλλόμενου ως άνω λόγου αναψηλαφήσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 547 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "Πρόσθετοι λόγοι αναψηλάφησης ως προς τα ίδια κεφάλαια της απόφασης, όπως και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται μαζί τους, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η αναψηλάφηση και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από αυτό, κοινοποιείται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτησή της".
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/12.5.1981, η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
Από την αδίστακτη διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985).
Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των πρόσθετων λόγων αναψηλάφησης μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αίτησης. Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (ΑΠ 240/10, Ολ.ΑΠ 654/84), ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται, και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 672/2017 ΑΠ 890/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτούσα άσκησε προσθέτους λόγους με το από 6-3-2019 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 6-3-2019 (βλ. την 29/6-3-2019 πράξη καταθέσεως του αρμοδίου γραμματέως του Αρείου Πάγου), και επιδόθηκε στο καθού στις 7-3-2019, όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...92/7-3-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Δ.
Β.. Ενόψει όμως των προαναφερθέντων και δεδομένου ότι ως ημέρα συζήτησης της αίτησης ορίσθηκε η 8-4-2019 [Δευτέρα] μεταξύ αυτής και της ημέρας επίδοσης [που δεν λαμβάνονται υπόψη] δεν μεσολαβούν 30 πλήρεις ημέρες, αφού η τελευταία ημέρα της εν λόγω προπαρασκευαστικής προθεσμίας είναι Σάββατο και ως εκ τούτου, εφόσον και η επομένη είναι κατά νόμο εξαιρετέα [Κυριακή], λήγει την επόμενη εργάσιμη ημέρα που είναι αυτή της δικασίμου.
Συνεπώς, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναψηλάφησης είναι εκπρόθεσμοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.
Κάθε απόφαση, που στηρίζεται σε εκείνη που αναιρέθηκε, αναιρείται εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν, ενώ, κατά το άρθρο 580 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.
Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 534/2015, ΑΠ 1097/2008).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλον λόγο, εκτός από τους αναφερομένους στις παραγράφους 1 και 2 του ιδίου άρθρου (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), σε περίπτωση που κρίνει ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δηλαδή δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 466/2016, 431/2016).
Την ίδια δυνατότητα έχει ο Άρειος Πάγος, εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, και στην περίπτωση της δεύτερης αναιρετικής απόφασης, δηλαδή μπορεί, ομοίως, να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση, χωρίς να ακολουθήσει δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 544 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναψηλάφηση επιτρέπεται, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, η οποία ανατράπηκε αμετάκλητα ύστερα από την τελευταία συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του παραπάνω λόγου αναψηλάφησης, πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση, ότι η απόφαση που ανατράπηκε αμετάκλητα είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση, δηλαδή το διατακτικό της απόφασης αυτής να στηρίχθηκε αποκλειστικά στην απόφαση που ανατράπηκε (ΑΠ 1599/2018).
Δεν ιδρύεται, ωστόσο, ο ανωτέρω λόγος αναψηλαφήσεως στην περίπτωση, κατά την οποία αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, με το εννοιολογικό περιεχόμενο που δεσμευτικά προσέδωσε σε αυτόν με την αναιρετική απόφαση ο Άρειος Πάγος, ο οποίος, ακολούθως, κρίνοντας ότι η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρίνισης, κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν.
Και τούτο, διότι αφενός μεν η απόφαση που εκδίδει στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος δεν στηρίζεται, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 544 αρ. 8 ΚΠολΔ, στην αναιρεθείσα απόφαση, αλλά απλώς υπάγει τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως η τελευταία δέχθηκε στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αφετέρου δε, δε επέρχεται "ανατροπή" της αναιρεθείσας απόφασης ύστερα από την τελευταία συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση που προσβάλλεται, όπως απαιτεί η ανωτέρω διάταξη, αλλά, αντιθέτως, προηγείται η εξαφάνιση της απόφασης αυτής και ακολούθως εκδίδεται η επί της ουσίας απόφαση του Αρείου Πάγου, στο πλαίσιο της αναφερόμενης ευχέρειας αυτού κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Επί της από 18-2-2008 αγωγής του καθού η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου για ακύρωση της υπ' αριθμ. 60/2007 αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου του άρθρου 27 του ΝΔ 3560/1956, εκδόθηκε αρχικώς η απόφαση 4354/2008 του Εφετείου Αθηνών, που αναιρέθηκε με την 1308/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, και ακολούθως η 3923/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, ότι η εναγομένη (και ήδη αιτούσα την αναψηλάφηση) εταιρία ανέπτυξε τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της τροφοδοσίας ξένων αεροσκαφών άλλων εταιριών με τρόφιμα, εδέσματα, ποτά κ.λπ., της φορτώσεως από τους τόπους παραγωγής, της αποθηκεύσεως, μεταφοράς και εκφορτώσεως τούτων εντός της πίστας του παλαιού αεροδρομίου Αθηνών, έκρινε στη συνέχεια ότι οι δραστηριότητες αυτές συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των υπηρεσιών επίγειας εξυπηρετήσεως, οι οποίες παραχωρήθηκαν προνομιακά, με την από 30-7-1956 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Αριστοτέλη Ωνάση, που κυρώθηκε με το ανωτέρω Ν.Δ. 3560/1956, στην εταιρία "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε", της οποίας η εναγομένη υπήρξε θυγατρική εταιρία από το έτος 1976 έως το έτος 2002, και ότι, ως εκ τούτου, νομίμως η επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων οδηγήθηκε σε επίλυση στο πιο πάνω διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με τη διαιτητική ρήτρα του άρθρου 27 παρ. 1 της άνω συμβάσεως.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την πιο πάνω αγωγή του καθού η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου, κατά την επικουρική της βάση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Όμως, κατόπιν ασκήσεως από το Ελληνικό Δημόσιο της από 10-12-2014 αιτήσεως αναιρέσεως, η παραπάνω 3923/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου της παραμπομπής, αναιρέθηκε για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με την προσβαλλόμενη 1235/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε ότι το Εφετείο α) παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 περίπτωση (γ), το οποίο προστέθηκε με το ν.δ. 122/1969 στην κυρωθείσα δια του ν. 3560/1956 από 30-7-1956 Σύμβαση, αφού αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνο που απαιτεί ο νόμος και, συγκεκριμένα, μολονότι δέχθηκε ότι η ως άνω ρήτρα διαιτησίας επεκτείνεται και ως προς τις θυγατρικές εταιρείες της αναδόχου εταιρείας με την επωνυμία "Ολυμπιακή Εταιρία Α.Ε." υπό την προϋπόθεση της συνδρομής των όρων του ανωτέρω άρθρου 4, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εναγομένη καταλαμβάνεται από τη διαιτητική ρήτρα στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαφοράς, περιοριζόμενο να ελέγξει μόνο κατά πόσο η ασκούμενη απ' αυτήν δραστηριότητα εμπίπτει στην περίπτωση γ' της ως άνω διάταξης (δεχόμενο ότι στις "υπηρεσίες επίγειας εξυπηρέτησης" υπάγεται και η τροφοδοσία, μεταφορά, φόρτωση και εκφόρτωση στο ξένο αεροσκάφος τροφίμων και ποτών"), χωρίς να προχωρήσει στην έρευνα της συνδρομής και της δεύτερης αναγκαίας (για την υπαγωγή στη διαιτητική συμφωνία) προϋπόθεσης, δηλαδή της κατοχής και διατηρήσεως σε όλη τη διάρκειά της από την "Ολυμπιακή Εταιρία Α.Ε." του 51% τουλάχιστον του μετοχικού κεφαλαίου της αναιρεσίβλητης εταιρείας, και β) με το να δεχθεί ότι στις ως άνω υπηρεσίες "επίγειας εξυπηρέτησης των ξένων αεροσκαφών" του προαναφερθέντος άρθρου 4 παρ. 3 της Συμβάσεως υπάγεται και η ασκούμενη από την εναγομένη επιχειρηματική δραστηριότητα της "τροφοδοσίας ξένων αεροσκαφών άλλων εταιριών, με τρόφιμα, εδέσματα, ποτά κ.λπ.
και της φορτώσεως από τους τόπους παραγωγής και αποθηκεύσεως, μεταφοράς και εκφορτώσεως τούτων εντός της πίστας του παλαιού αεροδρομίου …." παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 παρ. 2 της κυρωθείσας με το ν. 3560/1956 από 30-7-1956 Σύμβασης, αφού οι υπηρεσίες τροφοδοσίας "catering" υπήχθησαν για πρώτη φορά στην έννοια του όρου "δι' επιγείων μέσων εξυπηρετήσεως" από 5.10.2006 και στο εξής με το άρθρο 35 παρ.
Α3 του ν. 3492/2006 και άρα δεν περιλαμβάνονταν στην έννοια αυτών κατά το επίδικο διάστημα της κατά το έτος 2001 πρόωρης μετεγκαταστάσεως από τον παλαιό αερολιμένα στο νέο, που συνιστά το ζημιογόνο γεγονός για τη θεμελίωση της αχθείσας σε διαιτησία διαφοράς αποζημιώσεως. Μετά την ως άνω αναίρεση και της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναιρέσεως, δεν υπήρχε δικονομικό έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υπόθεσης, διότι -με βάση τα γενόμενα δεκτά- η εναγομένη εταιρία δεν ανέπτυξε τέτοια επιχειρηματική δραστηριότητα, που θα την υπήγαγε στις προαναφερόμενες συμβατικές και νομοθετικές ρυθμίσεις και επομένως δεν ίσχυε γι' αυτήν η επίμαχη διαιτητική ρήτρα του άρθρου 27 παρ. 1 της ανωτέρω Συμβάσεως, με αποτέλεσμα να πληρούται το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 901 ΚΠολΔ (για την αναγνώριση της ανυπαρξίας της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης), καθόσον, ειδικότερα, οι -κατά την αναιρούμενη απόφαση- επιχειρηματικές δραστηριότητες αυτής (δηλαδή της τροφοδοσίας ξένων αεροσκαφών άλλων εταιριών, με τρόφιμα, εδέσματα, ποτά κ.λπ.
και της φορτώσεως από τους τόπους παραγωγής και αποθηκεύσεως, μεταφοράς και εκφορτώσεως τούτων εντός της πίστας του παλαιού αεροδρομίου ….) δεν συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των υπηρεσιών "επίγειας εξυπηρετήσεως", που παραχωρήθηκαν προνομιακά με την άνω Σύμβαση στην εταιρία "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε" και στις θυγατρικές της εταιρίες.
Έτσι, ο Άρειος Πάγος κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και αναγνώρισε την ανυπαρξία της υπ' αριθ. 60/2007 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που συγκροτήθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 27 της από 30.7.1956 Σύμβασης μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και του Αριστοτέλη Ωνάση, η οποία κυρώθηκε με το ν. 3560/1956.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο από τον αρ. 8 του άρθρου 544 ΚΠολΔ λόγος της υπό κρίση αίτησης αναψηλάφησης, με τον οποίο η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε την αγωγή ακυρώσεως, στηρίχθηκε στην αναιρεθείσα και ανατραπείσα εφετειακή, είναι απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, ο λόγος αυτός αναψηλαφήσεως δεν ιδρύεται στην περίπτωση, κατά την οποία αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, με το εννοιολογικό περιεχόμενο που δεσμευτικά προσέδωσε σε αυτόν με την αναιρετική απόφαση ο Άρειος Πάγος, ο οποίος, ακολούθως, κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν, κρίνοντας ότι δεν χρήζει περαιτέρω διευκρίνισης και ότι, ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαία η δεύτερη συζήτηση αυτής ενώπιον του αναιρετικού τμήματος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων,.
Κατόπιν αυτού, αλυσιτελείς καθίστανται οι προς ενίσχυση της αιτήσεως αναψηλαφήσεως λοιποί ισχυρισμοί της αιτούσας και συγκεκριμένα α) ότι ο κυρωτικός της επίμαχης Σύμβασης νόμος 3560/1956 είναι μόνον τυπικός και όχι ουσιαστικός νόμος, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται σε περίπτωση παραβίασής του η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, β) ότι η πρώτη αναιρετική πλημμέλεια που καταγνώστηκε στην απόφαση του Εφετείου συνιστά ανεπάρκεια αιτιολογίας κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και όχι ευθεία παράβαση, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 2 περίπτωση (γ) της από 30-7-1956 Σύμβασης, η οποία κυρώθηκε με το ν. 3560/1956, όπως έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ότι η διάταξη του άρθρου 35 παρ.
Α3 ν. 3492/2006, με την οποία ορίστηκε ότι "ως υπηρεσίες που καταλαμβάνονται από τον όρο "δι' επιγείων μέσων εξυπηρετήσεως" νοούνται οι λεπτομερώς αναφερόμενες στο Παράρτημα του π.δ. 285/1998 (άρθρο 26)", όπου στον παρατιθέμενο κατάλογο και με αριθμό 11 περιλαμβάνονται και οι υπηρεσίες τροφοδοσίας "catering", είναι ερμηνευτική και συνεπώς έχει αναδρομική ισχύ, με αποτέλεσμα ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός με την αναιρετική απόφαση του ανωτέρω νόμου ως τροποποιητικού, να αποτελέσει τη βάση για την παραδοχή της από το άρθρο 901 παρ. 1 περ.
α' ΚΠολΔ αγωγής του καθού Ελληνικού Δημοσίου και δ) ότι εφόσον αναιρέθηκε η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου ως δικαστηρίου της παραπομπής, ο Άρειος Πάγος δεν έπρεπε να προχωρήσει αμέσως μετά την αναίρεση αυτής στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά έπρεπε αυτή να εισαχθεί με κλήση στο ίδιο Τμήμα και να λάβει χώρα νέα συζήτηση.
Σε κάθε περίπτωση, εφόσον οι ανωτέρω ισχυρισμοί εκτιμηθούν ως λόγοι αναψηλαφήσεως, είναι απαράδεκτοι, αφού δεν ιδρύουν κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 544 ΚΠολΔ λόγους αναψηλαφήσεως και ειδικότερα αυτούς των αρ. 1 έως 5, που αναφέρονται στην παράβαση θεμελιακών διαδικαστικών κανόνων.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναψηλαφήσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αυτής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα του καθού η αίτηση, κατά παραδοχή του αιτήματός του κατ' άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν.3693/1957, το οποίο εφαρμόζεται, εφόσον η νομική του υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-7-2018 αίτηση αναψηλαφήσεως και τους από 6-3-2019 πρόσθετους λόγους της εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά της 1235/2017 αποφάσεως του Α2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης, παραβόλου. Και,
Επιβάλλει στην αιτούσα τη δικαστική δαπάνη του καθού Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ