Legislator Case Law & Legislation
846/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on fraud grounds, upholding lower court's finding of bad faith asset dissipation.

Case Number 846/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court of Larissa's judgment. The lower court found that the appellant, a silent partner, fraudulently sold company assets to his brother-in-law to avoid debt distribution among partners. The court rejected the appeal because the appellant failed to provide sufficient legal grounds to overturn the factual findings regarding his bad faith conduct.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the appellant fails to demonstrate a violation of substantive law or an abuse of the appellate process, thereby upholding the lower court's factual assessment of fraud and asset dissipation.

Keywords

AI generated
appeal dismissal fraudulent asset dissipation silent partner liability bad faith conduct Code of Civil Procedure partnership law appellate review standards

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 919 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 846 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 846/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη) Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρωμοσιό, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ι. Λ. του Γ., 2. Μ. χας Σ. Λ., το γένος Β. Π., 3. Γ. Λ. του Σ. και 4. Α. Λ. του Σ., απάντων κατοίκων ..., των, δευτέρας, τρίτου και τέταρτου ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Σ. Λ. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Σκανδάλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Οκτωβρίου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων Σ. Λ. του Γ. και Ι. Λ. του Γ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 825/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 5 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 5/11.1.2011 αιτήσεως για αναίρεση της 825/2.12.2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 5/11-1-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 825/2-12-2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 275/18-10-2005 αγωγή, με ενάγοντες τους (α) Σ. Γ. Λ. και (β) Ι. Γ. Λ. και εναγομένους τους (α1) Κ.

Γ. Λ. και (βΙ) Γ. Κ. Λ., οι δι' αυτής ενάγοντες διετείνοντο, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ιδία, "ότι αυτοί και ο πρώτος εναγόμενος αδελφός των, δημιούργησαν από το έτος 1960 εύρωστη οικογενειακή επιχείρηση με πολυσχιδή δραστηριότητα, που λειτουργούσε προς τα έξω, άλλοτε με τη μορφή προσωπικών εταιριών και ατομικών επιχειρήσεων.

Ότι με οποιαδήποτε όμως μορφή και αν λειτουργούσε η επιχειρηματική τους δραστηριότητα αυτή ήταν εικονική και είχε συμφωνηθεί τα μεταξύ τους τα κέρδη και οι ζημίες της κάθε επιχείρησης να κατανέμονται σε τρία ίσα μέρη, όση, δηλαδή, ήταν και η συμμετοχή τους, στην πραγματικότητα σ' αυτές. Ειδικότερα εκθέτουν ότι με το από 1-3-1969 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα συστήθηκε ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Αδελφοί Γ.

Λ. Ο.Ε." με σκοπό την εμπορία κατεψυγμένων προϊόντων και ομόρρυθμα μέλη τον δεύτερο ενάγοντα και τον πρώτο εναγόμενο με ποσοστό συμμετοχής καθενός στις κερδοζημίες 50 %. Ότι μετά τη λήξη του χρόνου διάρκειάς της η εταιρία αυτή ανασυστήθηκε με το από 28-2-1979 συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα. Ότι με το από 6-12-1985 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα επίσης, τροποποιήθηκε το καταστατικό της εταιρείας αυτής και διευρύνθηκε η επιχειρηματική της δραστηριότητα με την ενασχόλησή της και με εμπόριο μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, ενώ με το από 1-7-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα τροποποιήθηκε και πάλι το καταστατικό της και εισήλθαν στην εταιρεία αυτή, ως ομόρρυθμα μέλη, ο δεύτερος εναγόμενος και η σύζυγος του πρώτου ενάγοντος, η δε συμμετοχή του καθενός, των εταίρων στις κερδοζημίες διαμορφώθηκε σε ποσοστό 25%.

Ότι παρ' όλα αυτά η εν λόγω εταιρεία λειτουργούσε και συνέχιζε να λειτουργεί με μόνα πραγματικά μέλη τους ενάγοντες και τον πρώτο εναγόμενο. Ότι το καλοκαίρι 1992 έτους οι τελευταίοι και οι λοιποί φερόμενοι ως μέλη της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας συμφώνησαν προφορικά, να αποκοπεί, για φορολογικούς λόγους, ο κλάδος της εμπορίας αυτοκινήτων της τελευταίας εταιρείας και να αποτελέσει ξεχωριστή επιχείρηση, η οποία "τυπικά" θα λειτουργούσε ως ατομική επιχείρηση του πρώτου εναγομένου στην πραγματικότητα όμως θα ανήκε στους ως άνω τρεις διαδίκους (αδελφούς Γ.

Λ.) κατ' ισομοιρία, όπως άλλωστε και όλες οι επιχειρήσεις τους. Ότι έκτοτε η επιχείρηση αυτή ασχολήθηκε με την αγορά-εισαγωγή και πώληση μεταχειρισμένων κυρίως φορτηγών κλπ. επαγγελματικών αυτοκινήτων, με σκοπό το κέρδος, στο όνομα του πρώτου εναγομένου αν και με την επιχείρηση αυτή ασχολείτο αποκλειστικά ο πρώτος ενάγων και το τίμημα αυτών κατέβαλαν από κοινού οι προαναφερθέντες διάδικοι, οι οποίοι και εισέπρατταν κατ' ισομοιρία το κέρδος από τη μεταπώλησή τους κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, που ήταν σε γνώση και των διαφόρων, πωλητών, εισαγωγέων και αγοραστών.

Ότι από την επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα παρέμειναν αδιάθετα το έτος 1999 σε οικόπεδο στη θέση "τηλέγραφος ή Παπαπέτρος" των Τρικάλων, όπου είχε την έδρα της, α) 33 επαγγελματικά αυτοκίνητα και εξαρτήματα αυτών που είχαν εισαχθεί από την Γερμανία στο όνομα του πρώτου εναγόμενου, αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή, όπου και αναφέρονται η αξία καθενός από αυτά β) διάφορα ανταλλακτικά αυτοκινήτων, αξίας 1.000.000 δρχ.

γ) 2 φορτηγά αυτοκίνητα που είχαν εισαχθεί από την Ελβετία στο όνομα του πρώτου εναγομένου, τα οποία επίσης αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή, όπου και αναφέρεται η αξία καθενός από αυτά δ) 7 επαγγελματικά αυτοκίνητα και εξαρτήματα αυτών που είχαν αγορασθεί στην Ελλάδα στο όνομα του πρώτου εναγομένου, τα οποία αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή, όπου και αναφέρεται η αξία του καθενός από αυτά, ε) 15 επαγγελματικά αυτοκίνητα και εξαρτήματα αυτών που είχαν αγορασθεί στην Ελλάδα στο όνομα του πρώτου εναγομένου, τα οποία αναλυτικά με την έναντι καθενός αξία περιγράφονται στην αγωγή και στ) ένα φορτηγό αυτοκίνητο, του οποίου προσδιορίζεται η αξία και τα χαρακτηριστικά του, δηλαδή αυτοκίνητα και εξαρτήματα συνολικής αξίας 110.950.000 δραχμών που ήδη αντιστοιχούν σε 325.605,28.

Ότι από το έτος 1998 άρχισαν να εμφανίζονται σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις των διαδίκων όσον αφορά την πορεία των εργασιών της επιχείρησης και το ιδιοκτησιακό καθεστώς των περιουσιακών της στοιχείων. Ότι στις 20-8-1998 ο πρώτος εναγόμενος μαζί με τον δεύτερο εναγόμενο υιό του, αφήρεσαν βιαίως συνοδευτικά έγγραφα των παραπάνω αυτοκινήτων (τιμολόγια, πιστοποιητικά εισαγωγών από το τελωνείο και άλλα παραστατικά έγγραφα) από το ερμάριο του γραφείου της επιχείρησης όπου φυλάσσονταν από τον πρώτο ενάγοντα.

Ότι επακολούθησε σφοδρή αντιδικία μεταξύ των διαδίκων με την άσκηση από καθένα των μερών αγωγών, ορισμένες από τις οποίες αφορούσαν και τα παραπάνω αυτοκίνητα και οι οποίες αναφέρονται στην αγωγή, η δε επιχειρηματική τους αυτή δραστηριότητα διακόπηκε οριστικά περί τον Απρίλιο 1999 έτους, αφού τέθηκαν σε δικαστική ή μεσεγγύηση τα αυτοκίνητα και ουδείς ασχολείτο με την επίτευξη του σκοπού της.

Ότι κατά το έτος 2001 φάνηκε να αντιμετωπίζεται ψυχραιμότερα η κατάσταση από τα διάδικα μέρη και έτσι την 12-11-2001 με το από 12-11-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε μεταξύ των άλλων, να αναλάβει εκκαθαριστής την εκκαθάριση όλων των εταιριών και επιχειρήσεων που ανήκαν στην πραγματικότητα στους τρεις διαδίκους αδελφούς, ανεξάρτητα από τη μορφή με την οποία λειτουργούσαν, να ρευστοποιήσει τα κινητά περιουσιακά τους στοιχεία, να προβεί σε εξόφληση των χρεών προς τρίτους και να διανείμει το προϊόν της εκκαθάρισης που τυχόν ήθελε προκύψει μεταξύ των τελευταίων, ενώ σε περίπτωση που το προϊόν της εκκαθάρισης δεν επαρκούσε, τα χρέη θα καλυπτόταν από αυτούς.

Ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής παραιτήθηκαν σύμφωνα με όρο του άνω συμφωνητικού, από τα δικόγραφα και τα δικαιώματα των αγωγών που είχαν ασκήσει κατά των εναγομένων ο δε πρώτος εναγόμενος εξουσιοδότησε τον ορισθέντα εκκαθαριστή με το .../2-4-2002 ειδικό πληρεξούσιο του συμ/φου Τρικάλων Δ. Αρβανίτη να πουλήσει τα ως άνω αυτοκίνητα που φερόταν ότι ανήκουν σ' αυτόν.

Ότι ακολούθως ο πρώτος εναγόμενος ενεργώντας κατόπιν οργανωμένου σχεδίου και με σκοπό βλάβης των συμφερόντων τους προκειμένου να αποκομίσει μόνο ο ίδιος την ωφέλεια από την πώληση των άνω αυτοκίνητων και να αποστερήσει τους ενάγοντες από τη δυνατότητα να λάβουν το μερίδιο της αξίας που τους αναλογούσε αφού είχε πετύχει και την παραίτηση των εναγόντων από τα δικόγραφα και δικαιώματα των άνω αγωγών τους, τρεις των οποίων αφορούσαν τα επίδικα αυτοκίνητα, συνεπικουρούμενος από τον δεύτερο εναγόμενο, κατά το χρονικό διάστημα από Ιούλιο έως Σεπτέμβριο 2002 πούλησε ο ίδιος στους αδελφούς Α.

Μ. τα παραπάνω αυτοκίνητα και εξαρτήματα αντί πραγματικού τιμήματος 390.223 ευρώ, το οποίο και δεν απέδωσε αρχικά στον εκκαθαριστή ούτε και σ' αυτούς κατά το λόγο συμμετοχής των στην επιχείρηση, στη συνέχεια ενόψει του ότι με την από 10-12-2003 εξώδικη καταγγελία του προς τον άνω εκκαθαριστή κατήγγειλε την ως άνω συμφωνία περί εκκαθάρισης της φερόμενης ως ατομικής του επιχείρησης εμπορίας αυτοκινήτων, αλλά ενσωμάτωσε στην περιουσία αυτού και του δευτέρου εναγομένου υιού του.

Ότι εξαιτίας της παραπάνω συμπεριφοράς των εναγομένων, που ήταν αντίθετη στα χρηστά και συναλλακτικά ήθη, ζημιώθηκαν κατά το ποσό των 260.484 ευρώ που αντιστοιχεί στην μερίδα τους επί του ως άνω πραγματικού τιμήματος των πωληθέντων αυτοκινήτων που αποτελούσαν και το μοναδικό στοιχείο της παραπάνω επιχειρήσεως και ήταν τα μόνα κοινά προς διανομή πράγματα αυτής και υπέστησαν ηθική βλάβη", πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελίωναν τις φερόμενες προς διάγνωση αξιώσεις τους αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 84/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά την θεμελίωση της στις περί αδικοπραξιών και αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, κύρια και επικουρική της βάση οι οποίες αξιολογήθηκαν ότι διετυπώνοντο με βάση τα επικαλούμενα στο δικόγραφο αυτής πραγματικά περιστατικά.

Την εν λόγω πρωτοβάθμια απόφαση προσέβαλαν οι ενάγοντες, με την 167/28-11-2007 έφεση, μετά την άσκηση της οποίας απεβίωσε στις 20-8-2009 ο πρώτος των εκκαλούντων Σ. Λ., με μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους Μ. Χα Σ. Λ., σύζυγο του, και Γ. και Α. Λ., τέκνα του, ιδιότητα με την οποία εκουσίως επανέλαβαν την διακοπείσα για τον λόγο αυτό δίκη (ΚΠολΔ 290).

Επι της εν λόγω εφέσεως εκδόθηκε η 825/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν κατά την απεύθυνσή της κατά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων). Αντίθετα, κατ' αποδοχή της κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου των εφεσίβλητων, εξαφάνιση ως προς αυτόν της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατά τούτο κατ' ουσίαν της υποθέσεως, έγινε μερικώς δεκτή η αγωγή ως προς τον εν λόγω εναγόμενο, κρίση της, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως.

Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Με το από 1-3-1969 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Τρικάλων (με αριθ. 65/3-3-1969) συστάθηκε μεταξύ του δεύτερου ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου που είναι αδέλφια, ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Αδελφοί Γ.

Λ. Ο.Ε." έδρα Τρίκαλα, σκοπό την εμπορία νωπών και κατεψυγμένων προϊόντων και συμμετοχή καθενός των ομορρύθμων μελών στις κερδοζημίες κατά ποσοστό 50%. Μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας της (10 έτη) η εταιρεία αυτή ανασυστήθηκε με το από 28-2-1979 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία (α.α. 195/27-1-1979) με τους ίδιους όρους και διάρκεια τα 25 έτη.

Διαχειριστής της εταιρίας αυτής ορίσθηκε ο πρώτος εναγόμενος. Ακολούθως με το από 21-6-1982 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα (α.α. 178/1982) τροποποιήθηκε ο σκοπός της εταιρείας και η επιχειρηματική δραστηριότητα επεκτάθηκε και στο εμπόριο μεταχειρισμένων-καινουργών αυτοκινήτων ενώ με τα από 6-12-1985, 3-12-1986 ιδιωτικά συμφωνητικά που δημοσιεύθηκαν νόμιμα (α.α. 315/85, 353/1986 αντίστ.) το κεφάλαιο της αυξήθηκε και ανήλθε στο ποσό των 23.200.000 δρχ.

Με το από 1-7-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα (α.α. 334/1988), στην εν λόγω εταιρεία εισήλθαν ως ομόρρυθμα μέλη και η σύζυγος του πρώτου ενάγοντος που ήταν αδελφός των άνω διαδίκων, ως και ο γιος του πρώτου εναγομένου, δεύτερος εναγόμενος η δε συμμετοχή καθενός των ως άνω εταίρων στην εταιρία ορίσθηκε σε ποσοστό 25%, ενώ με το από 2-4-1991 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα (α.α. 149/1991), αυξήθηκε το κεφάλαιο της στο ποσό των 53.200.000 δρχ.

και κατανεμήθηκε μεταξύ των εταίρων κατά τα άνω ποσοστά. Παράλληλα με την ως άνω εταιρεία συστάθηκαν και λειτούργησαν και άλλες ομόρρυθμες εταιρείες με ομόρρυθμους εταίρους μέλη των οικογενειών των διαδίκων και συγκεκριμένα 1) η εταιρεία με την επωνυμία "Αδελφοί Γ. Λ. και Λ. Μ. Ο.Ε." που συστάθηκε με το από 16-11-1971 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα (α.α. 193/71) με σκοπό την εμπορία αβγών, πουλερικών κλπ και με ομόρρυθμα μέλη τον πρώτο εναγόμενο, τον δεύτερο ενάγοντα την σύζυγο του πρώτου ενάγοντα και τον Λ.

Μ., οι οποίοι συμμετείχαν κατ1 ισομοιρία στις κερδοζημίες αυτής και τις οποίες τελικά, μετά την αποχώρηση του τελευταίου με το από 16-2-1977 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα (α.α. 92/1977) ομόρρυθμα μέλη παρέμειναν οι τρεις πρώτοι με ίση συμμετοχή στις κερδοζημίες και το κεφάλαιο της, η δε επωνυμία τροποποιήθηκε σε "εκκολαπτήρια Αδελφών Γ.

Λ. Ο.Ε." 2) η εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Λ. & ΣΙΑ O.Ε." που συστάθηκε με το από 20-7-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα (α.α. 324/1988) με αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την εμπορία νωπών και κατεψυγμένων προϊόντων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων και ομόρρυθμα μέλη μετά την τροποποίηση της με το από 23-5-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα (α.α. 164/1994) την κόρη του πρώτου εναγομένου Γ.

Λ., τη κόρη του δευτέρου ενάγοντος Φ. Λ. και τον γιο του πρώτου ενάγοντος Γ. Λ., οι οποίοι συμμετείχαν κατ' ισομοιρία στις κερδοζημίες και στο κεφάλαιο της εταιρείας αυτής. Για την επίτευξη όμως των ως άνω σκοπών των εταιρειών αυτών στην πραγματικότητα απασχολούντο αποκλειστικά με επιτυχία και αγαστή συνεργασία οι τρεις διάδικοι, αδελφοί (ενάγοντες, πρώτος εναγόμενος) οι οποίοι και είχαν καταβάλει κατ' ισομοιρία τα κεφάλαιο τους και συμμετείχαν στις κερδοζημίες των, κατά 1/3 ο καθένας.

Περί τις αρχές 1992 έτους για αποκλειστικά φορολογικούς λόγους οι τελευταίοι συμφώνησαν να εκμεταλλευτούν τον κλάδο εμπορίας αυτοκινήτων των άνω ομορρύθμων εταιρειών τους υπό την μορφή αφανούς εταιρείας χωρίς να συνταχθεί γι' αυτήν έγγραφο που θα κατοχύρωνε τα συμφέροντα των αφανών εταίρων. Σ' αυτό συνέταξε αποφασιστικά η μεταξύ των, μέχρι τότε, αγαστή συνεργασία που είχε οδηγήσει τις άνω εταιρείες σε μεγάλη ανάπτυξη και κερδοφορία και η στενή οικογενειακή των σχέση που εξελίσσετο ομαλά.

Έτσι με βάση την προφορική συμφωνία των διαδίκων αυτών ορίσθηκε ότι 1) εμφανής προς τα έξω εταίρος και διαχειριστής της αφανούς εταιρείας θα είναι ο πρώτος εναγόμενος με συμμετοχή στις κερδοζημίες κατά 1/3, 2) ότι αφανείς εταίροι είναι οι ενάγοντες με συμμετοχή στις κερδοζημίες 1/3 ο καθένας, 3) ότι σκοπός της εταιρείας ήταν η εκμετάλλευση επιχείρησης εμπορίας μεταχειρισμένων επαγγελματικών κυρίως αυτοκινήτων τα οποία αγοραζόταν και θα εισαγόταν στην Ελλάδα από το εξωτερικό ή θα αγοραζόταν στην Ελλάδα, 4) ότι το τίμημα αγοράς και όλα τα σχετικά έξοδα αγοράς, εκτελωνισμού, μεταφοράς κλπ., θα καταβαλλόταν κατ' ισομοιρία από τους εταίρους στους οποίους θα διανέμοντο κατ' ισομοιρία και τα κέρδη από την μεταπώληση αυτών, 5) ότι έδρα της εταιρίας είναι τα Τρίκαλα, 6) ότι η διάρκεια της εταιρίας θα ήταν αορίστου χρόνου, 7) ότι με την εμπορία αυτοκινήτων και εξαρτημάτων θα απασχολείτο αποκλειστικά ο πρώτος ενάγων αφανής εταίρος δυνάμει πληρεξουσίου που θα χορηγούσε ο πρώτος εναγόμενος εμφανής εταίρος και τούτο διότι αυτός ως παλαιός αυτοκινητιστής είχε γνώση του ως άνω αντικειμένου της επιχειρηματικής αυτής δραστηριότητος, ενώ λόγω επικείμενης συνταξιοδοτήσεως του από το Ταμείο Συντάξεως Αυτοκινητιστών δεν μπορούσε να έχει την ιδιότητα του εμφανούς εταίρου.

Η σύσταση αφανούς εταιρείας μεταξύ των άνω διαδίκων για την εκμετάλλευση της παραπάνω επιχείρησης με τους όρους που προαναφέρθηκαν προκύπτει από τις σαφείς και μετά λόγου γνώσεως κατάθεση του μάρτυρος των εναγόντων ο οποίος ως δικηγόρος και νομικός σύμβουλος της εν γένει ως άνω επιχειρηματικής των δραστηριότητος, γνώριζε από ιδία αντίληψη τις μεταξύ των σχέσεις συμφωνίες και συνεργασίες, η δε κατάθεση του αυτή ενισχύεται από την από 1-12-1999 ένορκη προανακριτική κατάθεση, ενώπιον του Πταισματοδίκη Τρικάλων, του λογιστή της άνω επιχείρησης, Α.

Ζ. ως και την ένορκη κατάθεση του ιδίου, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων κατά τη δικάσιμο της 2-9-2003 κατά την οποία εκδικάσθηκε, υπόθεση με κατηγορουμένους τους εναγόμενους και τον Μ. Τ., επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1383/2003 αμετάκλητη απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, στις οποίες (καταθέσεις) μετά λόγου γνώσεως, υπό την άνω ιδιότητα του αναφέρει, ότι η ως άνω επιχείρηση ήταν κοινή των παραπάνω διαδίκων και λειτουργούσε υπό τους προαναφερθέντες όρους.

Τα ανωτέρω δε δεν αναιρούνται από την περί του αντιθέτου χωρίς όρκο κατάθεση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του δευτέρου εναγομένου αφού αυτή δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο και κρίνεται μεροληπτική, ως συμπλέουσα με τις απόψεις αυτού και του εναγόμενου, πατέρα του, για το κρίσιμο αυτό σημείο της υποθέσεως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι η άνω επιχείρηση ήταν και λειτουργούσε ως ατομική αυτού επιχείρηση και οι εναγόντες δεν υπήρξαν ποτέ εταίροι στην εκμετάλλευση της είναι αβάσιμος. Περαιτέρω από τα παραπάνω μέσα αποδείχθηκε ότι το έτος 1998 οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν και επακολούθησαν διενέξεις που είχαν ως αποτέλεσμα την λύση των παραπάνω ομορρύθμων εταιριών με τις από 3-2-1999, 10-2-1999, και 10-2-1999 έγγραφες καταγγελίες που καταχωρήθηκαν στα ως άνω βιβλία με αύξοντα αριθμό 41, 42 και 44/1999 αντιστοίχως και τέθηκαν υπό εκκαθάριση.

Ακόμη η ως άνω λειτουργία της προαναφερθείσης αφανούς εταιρίας διακόπηκε οριστικά περί τον Απρίλιο 1999 έτους αφού μετά την από 6-4-1999 αίτηση των εναγόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και των ήδη εναγομένων, τα αυτοκίνητα που αυτή εμπορευόταν ως άνω και αναφέρονται κατωτέρω, που βρισκόταν στις από το έτος 1995 περίπου, εγκαταστάσεις της, σε οικοπεδαγρό που ανήκε στην άνω ομόρρυθμη εταιρεία "Αδελφοί Γ.

Λ. Ο.Ε." στο 3° χιλιόμετρο της Ε.Ο.Τρικάλων-Λάρισας τέθηκαν με την υπ' αριθ. 450/15-6-1999 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, σε δικαστική μεσεγγύηση με συνέπεια ο σκοπός της να καταστεί ανέφικτος και να επέλθει έτσι η λύση της κατ' άρθρο 772 Α.Κ. Συγκεκριμένα στις παραπάνω εγκαταστάσεις κατά τον προαναφερθέντα χρόνο υπήρχαν τα παρακάτω επαγγελματικά αυτοκίνητα, εξαρτήματα αυτών και μηχανήματα που είχαν αγορασθεί και εισαχθεί από Γερμανία και Ελβετία στο όνομα του πρώτου εναγομένου με χρήματα των εναγόντων και του τελευταίου και μερίδα συμμετοχής στο εν λόγω τίμημα καθενός των εταίρων κατά 1/3 ως και επαγγελματικά αυτοκίνητα που είχαν αγορασθεί από εμπόρους στην Ελλάδα στο όνομα του πρώτου εναγομένου και με την αυτή μερίδα συμμετοχής καθενός των άνω διαδίκων στο τίμημα τους.

Συγκεκριμένα υπήρχαν Α1) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής WV τύπου Τ4 έτους κυκλοφορίας 1984, με αριθμό πλαισίου ... που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1996 μέσω του συνεργάτη των Ι. Φ.. 2)ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές τύπου 1624 έτους κυκλοφορίας 1977, με αριθμό πλαισίου ...

που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1997 μέσω του συνεργάτη των Ό. Π.. 3) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές τύπου 1114 έτους κυκλοφορίας 1986, με αριθμό πλαισίου ... που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1995 μέσω του προμηθευτή των Β. Ε.. 4) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές τύπου 1120 έτους κυκλοφορίας 1994, με αριθμό πλαισίου ...

που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1996 μέσω του συνεργάτη των Ό. Π.. 5) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές τύπου 309 έτους κυκλοφορίας 1985 περίπου, με αριθμό πλαισίου ... που είχε αγορασθεί και εισαχθεί το έτος 1996 μέσω του συνεργάτη των Ι. Φ.. 6) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές έτους κυκλοφορίας 1991, τύπου 24351 6x2 με αριθμό πλαισίου ...

είχε αγορασθεί και εισαχθεί το έτος 1996. 7) ένα ρυμουλκό εργοστασίου κατασκευής GFOLLINER, τύπου ΑΡ 160-3, με αριθμό πλαισίου S100 έτους τριαξονικής κατασκευής 1980, που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία μέσω του συνεργάτη των Ι. Φ.. 8) μία ρυμούλκα τριαξονική εργοστασίου κατασκευής WACKENHTUT έτους 1980, τύπου Α 22Ν, με αριθμό πλαισίου 37731116, που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία μέσω του άνω συνεργάτη των, 9) 10 θάλαμοι αυτοκίνητων διαφόρων τύπων κατασκευής αρχές δεκαετίας 1980, που είχαν αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία με τα αυτοκίνητα των και πουλήθηκαν χωρίς αυτούς. 10) ένα φορτηγό-ψυγείο αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής VOLVO τύπου F7 6X21 έτους κυκλοφορίας 1980, με αριθμό πλαισίου ...

που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1994 μέσω του συνεργάτη των Δ. Τ.. 11)ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές τύπου 817 έτους κυκλοφορίας 1987, με αριθμό πλαισίου ... που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1993 μέσω του συνεργάτη των Β. Ε.. 12) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές τύπου 1217L έτους κυκλοφορίας 1979, με αριθμό πλαισίου ...

που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1996 μέσω του συνεργάτη των Β.Μ.. 13) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής DAF. τύπου 95 έτους κυκλοφορίας 1987, με αριθμό πλαισίου ... που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1996 μέσω του συνεργάτη των Ι. Φ.. 14) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές τύπου 814 έτους κυκλοφορίας 1990, με αριθμό πλαισίου ...

που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1997 μέσω του συνεργάτη των Β. Μ.. 15) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές τύπου 814 έτους κυκλοφορίας 1987, με αριθμό πλαισίου ... που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1995 μέσω του συνεργάτη των Ι. Φ.. 16) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές τύπου 814 έτους κυκλοφορίας 1987, με αριθμό πλαισίου ...

που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1996. 17)ένα φορτηγό αυτοκίνητο ελαφρύ VΑΝ, τύπου F4 εργοστασίου κατασκευής Ρενώ έτους κυκλοφορίας 1985, με αριθμό πλαισίου ... που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1994. 18) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές, έτους κυκλοφορίας 1987, με αριθμό πλαισίου..., χωρίς κινητήρα, που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1996 μέσω του συνεργάτη των Ι.

Φ.. 19) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές, έτους κυκλοφορίας 1985, με αριθμό πλαισίου ..., που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1997 μέσω του συνεργάτη των Α. Α.. 20) ένα επαγγελματικό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ΟΠΕΛ, τύπου καντέτ, έτους κυκλοφορίας 1984, με αριθμό πλαισίου ..., που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1996 μέσω του συνεργάτη των Ι.

Φ.. 21) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές τύπου 711 έτους κυκλοφορίας 1992, με αριθμό πλαισίου ... που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1997 μέσω του συνεργάτη των Ι. Τ.. 22) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές, τύπου 609, έτους κυκλοφορίας 1991, με αριθμό πλαισίου ..., που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1997 από τον παραπάνω συνεργάτη των. 23)ένα λεωφορείο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές, τύπου ΜΒ100, έτους κυκλοφορίας 1991, με αριθμό πλαισίου ..., που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1997 μέσω του συνεργάτη των Ι.

Φ.. 24) ένα λεωφορείο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές έτους κυκλοφορίας 1990, τύπου ΜΒ100 D-ΚΒ, με αριθμό πλαισίου ..., που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1997 από τον παραπάνω συνεργάτη των. 25) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές, έτους κυκλοφορίας 1984, με αριθμό πλαισίου ..., που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1995 μέσω του συνεργάτη των Β.

Μ.. 26) ένα φορτηγό αυτοκίνητο-ψυγείο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές, έτους κυκλοφορίας 1984, τύπου 608, με αριθμό πλαισίου ..., που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1995 μέσω του άνω συνεργάτη των. 27) ένα φορτηγό αυτοκίνητο-ψυγείο εργοστασίου κατασκευής VW έτους κυκλοφορίας 1984, με αριθμό πλαισίου ..., που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1995 μέσω του συνεργάτη των Ι.

Φ.. 28) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές, τύπου 1622, έτους κυκλοφορίας 1985, με αριθμό πλαισίου ..., που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1997 μέσω του συνεργάτη των Β. Μ.. 29) ένα ψυκτικό μηχάνημα τύπου R01, που είχε αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1996 μέσω του συνεργάτη των Ι.

Φ.. 30) ένα ψυκτικό μηχάνημα Πέτερ, που είχε αφαιρεθεί από αυτοκίνητο ψυγείο που είχε εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1995 και είχε πωληθεί χωρίς τούτο. 31) τρεις γερανοί που είχαν αγορασθεί και εισαχθεί από τη Γερμανία το έτος 1996 μέσω του συνεργάτη των Ό. Π.. Β) αυτοκίνητα αγορασθέντα και εισαχθέντα από Ελβετία το έτος 1997 μέσω του συνεργάτη των Μ.

Γ. και δη 1) φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μάζντα, έτους κυκλοφορίας 1985, με αριθμό πλαισίου ..., 2) φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Βόλβο, τύπου FΙΟ 4X2 με αριθμό πλαισίου ... έτους κυκλοφορίας 1985 περίπου. Γ) αυτοκίνητα που είχαν αγορασθεί και εισαχθεί από Γερμανία τα έτη 1991-1995 από τους συνεργάτες των Ι.

Φ. & Ν. Κ. και αγοράσθηκαν ακολούθως στο όνομα του πρώτου εναγομένου με κοινά χρήματα ως άνω, με έτη κυκλοφορίας περί τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και δη 1) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές, τύπου 1422, με αριθμό πλαισίου ..., 2) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ΜΑΝ, με αριθμό πλαισίου ..., 3) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Βόλβο, τύπου F6, με αριθμό πλαισίου ..., 4) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές, τύπου 1217, με αριθμό πλαισίου ...

χωρίς κινητήρα, 5) μία ρυμούλκα ψυγείο διαξονική με θάλαμο και ψυκτικό μηχάνημα, εργοστασίου κατασκευής SCΗΜΙΤΖ, τύπου ΚΟ16 80/30, με αριθμό πλαισίου ..., 6) ένα ελαφρύ φορτηγό εργοστασίου κατασκευής Καντέτ, με αριθμό πλαισίου ..., Δ) αυτοκίνητα που αγοράσθηκαν στην Ελλάδα από διάφορους πωλητές κατά τα έτη 1994 έως 1998 και είχαν κυκλοφορήσει επίσης περί τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και δη 1) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές, τύπου 1632 για ανταλλακτικά που αγοράσθηκε από τον Γ.

Κ. το έτος 1997 2) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές, τύπου 307 με αριθμό πλαισίου ... που αγοράσθηκε το έτος 1998 από τον Ν. Γ. 3) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές, τύπου 608 με αριθμό πλαισίου ... που αγοράσθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία "παγωμένος κήπος" στην Αθήνα το έτος 1995. 4) ένα ελαφρύ φορτηγό εργοστασίου κατασκευής Φορντ, τύπου τράνζιτ με αριθμό πλαισίου ..., που αγοράσθηκε στην Αθήνα από τον Κ.

Σ. το έτος 1995. 5) ένα ελαφρύ φορτηγό εργοστασίου κατασκευής Φορντ, με αριθμό πλαισίου ..., που αγοράσθηκε στον Δομοκό από τον Χ. Α. το έτος 1998. 6) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Μερσεντές, τύπου 2632 τριαξονικό με αριθμό πλαισίου ... που αγοράσθηκε στη Λευκάδα από τον Δ. Ρ. το έτος 1996. 7) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Βόλβο, τύπου Ρ89 που αγοράσθηκε στην Αθήνα από τον Α.

Θ. το έτος 1995. 8) ένα φορτηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Βόλβο, τύπου 485 που αγοράσθηκε το έτος 1995 από τον Γ. Π. στο χωρίο Καλόγηροι Τρικάλων. 9) ένα φορτηγό-ψυγείο αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ΜΑΝ, τύπου 1492 με αριθμό πλαισίου ... που αγοράσθηκε το έτος 1996 στην Κέρκυρα από τον Ν. Ε.. 10) μία ρυμούλκα διαξονική κατασκευής εργοστασίου κατασκευής ΚΑΕSJBOHREP, τύπου V12Β, με αριθμό πλαισίου ...

που αγοράσθηκε το έτος 1998 από τον Η. Α. στην Καρδίτσα. Άλλα αυτοκίνητα, εξαρτήματα αυτών και μηχανήματα, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν στον παραπάνω τόπο και κατά τον παραπάνω χρόνο, που αποκτήθηκαν κατά τον προαναφερθέντα τρόπο και αποτελούσαν το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της προαναφερθείσης αφανούς εταιρείας.

Περαιτέρω η, κατά τα παραπάνω διατάραξη των σχέσεων των οικογενειών των διαδίκων, οδήγησε σε σφοδρή μεταξύ των αντιδικία, με την άσκηση εκατέρωθεν αγωγών μερικές εκ των οποίων αφορούσαν την τύχη των ως άνω αυτοκινήτων. Συγκεκριμένα οι ενάγοντες και η σύζυγος του πρώτου εξ αυτών, άσκησαν κατά των εναγομένων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων την με αριθμό εκθ.

Κατ. 216/9-7-1999 αγωγή με την οποία επικαλούμενοι συγκυριότητα επί των παραπάνω αυτοκινήτων, ζήτησαν την διανομή αυτών με τον σχηματισμό τριών ομάδων ίσης αξίας, άλλως την δια πλειστηριασμού πώληση των και την διανομή μεταξύ των (τριών αδελφών) του πλειστηριάσματος. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 175/2000 απόφαση του άνω Δικαστηρίου με την οποία απερρίφθη ως αόριστη.

Ακολούθως, οι ενάγοντες και η σύζυγος του πρώτου από αυτούς, άσκησαν κατά των εναγομένων ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 305/2000 αγωγή, με αίτημα όμοιο μ' αυτό της προαναφερθείσης που απορρίφθηκε ως αόριστη, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 7-3-2001. Από το δικόγραφο της αγωγής αυτής, ήδη οι ενάγοντες, παραιτήθηκαν, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους και άσκησαν κατά των εναγομένων την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 176/2001 αγωγή με το αυτό ως άνω αίτημα που το στήριζαν στην αυτή ως άνω ιστορική αιτία.

Δικάσιμος της νέας αγωγής ορίσθηκε η 11-6-2002. Όμως περί τα τέλη 2001 έτους οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων φάνηκε να εξομαλύνεται και με το από 12-11-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών των λοιπών ως άνω ομορρύθμων μελών των προαναφερόμενων ομόρρυθμων εταιρειών και του παραπάνω λογιστή των επιχειρήσεων τους, Α.

Ζ., που είχε ορισθεί με την 247/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων εκκαθαριστής των εν λόγω ομορρύθμων εταιρειών, μεταξύ άλλων, να αναλάβει αυτός και την εκκαθάριση της άνω επιχείρησης που φαινόταν να λειτουργεί στο όνομα του πρώτου εναγομένου ως και την επιχείρηση εμπορίας γαλοπούλων που φαινόταν να λειτουργεί στο όνομα της συζύγου του πρώτου ενάγοντος, να προβεί στην εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων των επιχειρήσεων αυτών με ειδικό πληρεξούσιο που θα του έδιναν για το σκοπό αυτό τα εν λόγω πρόσωπα και με το προϊόν της εκποίησης αυτής, της εκποίησης ενός κοινού ακινήτου ως και με χρήματα που θα του έδιναν με δίγραμμες επιταγές οι ενάγοντες και οι άνω ομόρρυθμοι εταίροι, να προβεί σε εξόφληση όλων των χρεών προς τρίτους και να διανείμει κατά την κρίση του το προϊόν της εκκαθάρισης που τυχόν ήθελε προκύψει.

Ακόμη με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ο πρώτος εναγόμενος παραιτήθηκε του δικογράφου και δικαιώματος που είχε ασκήσει κατά των εναγόντων, της συζύγου του πρώτου αυτών και του προαναφερθέντος μάρτυρος δικηγόρου Β. Χ., με την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 253/2000 αγωγή περί αποζημιώσεως από αδικοπραξία, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ενώ οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από τα δικόγραφα και δικαιώματα των ως άνω αγωγών τους ως και από τα δικόγραφα και δικαιώματα που είχαν ασκήσει κατά του πρώτου εναγομένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων με 1) την, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 210/2000 αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία 2) την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 211/2000 αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία (υπεξαίρεση) 3) την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 20/2000 αγωγή αποζημιώσεως (ο πρώτος ενάγων) 4) την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 21/2000 αγωγή αποζημιώσεως (ο δεύτερος ενάγων).

Στη συνέχεια σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο ως άνω εκκαθαριστής συνέταξε και παρέδωσε στους ενάγοντες και στον πρώτο εναγόμενο, το από 4-3-2002 έγγραφο του με τις επισυναπτόμενες α' αυτό εκκαθαριστικές λογιστικές καταστάσεις για το χρονικό διάστημα από 11-12-1998 έως 4-3-2002, στις οποίες αναφερόταν σε τρεις στήλες οι εισπράξεις και πληρωμές, που ο καθένας εξ αυτών πραγματοποίησε υπό την ιδιότητα του πραγματικού μέλους των ως άνω εταιρειών και επιχειρήσεων, τις επιστροφές αξιών, που πραγματοποίησαν, ως και συμψηφιστικές πράξεις και τον τελικό υπολογιστικό πίνακα σε τρεις στήλες, με το προκύπτον χρεωστικό υπόλοιπο για καθένα από τους εν λόγω διαδίκους ύψους 55.723.391 δρχ.

για τον πρώτο ενάγοντα, 16.531.537 δρχ. για τον δεύτερο και 48.155.026 δρχ. για τον πρώτο εναγόμενο, τα οποία αυτοί δεν αμφισβήτησαν και υποσχέθηκαν να καταβάλουν στον εκκαθαριστή για τη συνέχιση των εργασιών της εκκαθάρισης. Ακολούθως με το από .../21-3-2002 ειδικό πληρεξούσιο του συμ/φου Τρικάλων Γ. Αθάνατου, η σύζυγος του πρώτου ενάγοντος, παρείχε κατά τα συμφωνηθέντα, στον εκκαθαριστή την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να εκποιήσει όλα τα κινητά πράγματα της φερόμενης ως ατομικής προαναφερθείσης επιχείρησης, ο δε πρώτος εναγόμενος με το από .../2-4-2002 ειδικό πληρεξούσιο του συμ/φου Τρικάλων Δημητρίου Αρβανίτη παρείχε στον εν λόγω εκκαθαριστή την ίδια πληρεξουσιότητα ως προς τα επίδικα αυτοκίνητα και λοιπά κινητά πράγματα της παραπάνω επιχείρησης που λειτουργούσε με εμφανή εταίρο αυτόν.

Την πληρεξουσιότητα αυτή ο εν λόγω εναγόμενος ανεκάλεσε με την υπ' αριθ. .../10-4-2002 πράξη του ιδίου συμβολαιογράφου και επαναχορήγησε με το από .../20-5-2002 ειδικό πληρεξούσιο του αυτού συμβολαιογράφου πλην όμως δεν παρέδωσε στον εκκαθαριστή, κατά τα συμφωνηθέντα και τα παραστατικά έγγραφα (τιμολόγια αγοράς, πιστοποιητικά εισαγωγών κ.λ.π.) των εν λόγω αυτοκινήτων που είχε αφαιρέσει βιαίως περί τον Αύγουστο 1998 έτους από ερμάριο της γραφείου της έδρας της παραπάνω εταιρίας, όπου είχε ασφαλίσει αυτά ο πρώτος ενάγων και ήταν απαραίτητα για την εκποίηση των αυτοκινήτων από τον εκκαθαριστή, παρά τις συνεχείς οχλήσεις αυτού προς τούτο, αλλά ενεργώντας δολίως, αφού είχε πετύχει και την παραίτηση των εναγόντων από τα δικόγραφα και δικαιώματα που είχαν ασκήσει σχετικά με τα εν λόγω αυτοκίνητα εναντίον του και με σκοπό βλάβης των συμφερόντων αυτών προκειμένου να ωφεληθεί αυτός αντίστοιχα, πώλησε τα παραπάνω αυτοκίνητα κατά το χρονικό διάστημα από 2-8-2002 έως 30-9-2002 στους εμπόρους μεταχειρισμένων αυτοκινήτων αδελφούς Α.

Μ., καλυπτόμενος από το γεγονός ότι αυτά φερόταν να ανήκουν σ' αυτόν. Τα αυτοκίνητα αυτά αποτελούσαν τα μοναδικά ενεργητικά στοιχεία της παραπάνω αφανούς εταιρείας, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι είχε εκκρεμή έως τότε συμβατικά χρέη και ήταν τα μόνα κοινά μεταξύ των διαδίκων προς διανομή πράγματα. Η εμπορική άξιο αυτών κατά τον εν λόγω χρόνο, ενόψει της ως άνω παλαιότητας των (άνω των 17 ετών τα περισσότερα) της παντελούς έλλειψης συντηρήσεως των, της καταστροφής των ελαστικών, των συσσωρευτών ρεύματος και της φθοράς των μηχανών των, εξ αιτίας της επί μακρόν ακινητοποιήσεώς των, ανερχόταν στα ποσά 3.668, 2.937, 5.135, 9.537, 3.125, 10.265, 1.562, 2.187, 3.667, 5.500, 8.250, 3.375, 8.875, 6.562, 5.125, 5.187, 1.437, 1.500, 4.562, 2.187, 6.437, 6.062, 3.687, 3.687, 1.875, 3.125, 2.937, 7.875, 1.875, 880, 1.518, ευρώ, αντιστοίχως για τα υπό στοιχείο Α ως άνω αναφερόμενα, 10.625, και 3.625 ευρώ αντίστοιχα για τα υπό στοιχείο Β ως άνω αναφερόμενα, 5.125, 4.000, 5.875, 2.187, ευρώ αντίστοιχα για τα υπό στοιχείο Γ ως άνω αναφερόμενα, 2.750, 4.000, 1.200, 1.468, 1.625, 1.833, 3.625, 1.000, 2.875, 1.100, ευρώ αντιστοίχως για τα υπό στοιχείο Δ ως άνω αναφερόμενα, ήτοι συνολικά στο ποσό των 192.793 ευρώ που συνολικά εισέπραξε ως πραγματικό τίμημα από την προαναφερθείσα πώληση αυτών, ο πρώτος εναγόμενος και όχι στο ποσό των 118.292 ευρώ όπως αβάσιμα ισχυρίζεται.

Από το ποσό αυτό κατέβαλε στο Ελληνικό Δημόσιο 1) για Φ.Π.Α. ποσό ύψους 18.047,70 ευρώ (βλ. 40430/23-9-2002 και 43930/16-10-2002 διπλ. είσπραξης της ΔΟΥ Τρικάλων) 2) για φόρο εισοδήματος φυσικού προσώπου έτους 2002 από τις εν λόγω πωλήσεις, το ποσό των 5.872,71 ευρώ (βλ. 4180/27-5-2005 διπλ. είσπραξης της ΔΟΥ Τρικάλων και 3) για φόρους της εν λόγω επιχείρησης από χρήσεις παρελθόντων ετών το ποσό των 7.069 (βλ. 30984 και 30986/2002 διπλ.

είσπραξης της ΔΟΥ Τρικάλων) ήτοι συνολικά το ποσό των 30.989,41 ευρώ που αποτελούσαν μη συμβατικά χρέη της παραπάνω επιχείρησης, όπως βάσιμα ισχυρίζεται. Όμως το υπόλοιπο ποσό των 161.803,53 ευρώ αρνήθηκε να αποδώσει αρχικά στον παραπάνω εκκαθαριστή παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις αυτού, στη συνέχεια δε, λόγω της ματαίωσης της παραπάνω εκκαθάρισης της επιχείρησης αυτής ένεκα των προαναφερομένων ενεργειών του και της προς τούτο (οριστική διακοπή των εργασιών της) σχετικής, από 10-12-2003 εγγραφής δηλώσεως του, προς τον άνω εκκαθαριστή την οποία ο τελευταίος αποδέχθηκε, αρνήθηκε να αποδώσει σε καθένα των εναγόντων, την 1/3 μερίδα του επ' αυτού, αφαιρώντας έτσι από αυτούς την βέβαιη αντίστοιχη ωφέλεια, που ενσωμάτωσε στην περιουσία του με αποτέλεσμα, συνδεόμενο αιτιωδώς με την συμπεριφορά του αυτή, που αντίκειται στα χρηστά ήθη με την έννοια τούτων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, να ζημιώσει καθένα των εναγόντων κατά το ποσό των (161.803,53 : 3 = ) 53.934,51 ευρώ.

Επομένως καθένας των εναγόντων έχει ισόποση αξίωση αποζημίωσης έναντι του πρώτου εναγομένου από την παραπάνω αιτία. Από την αξίωσή τους αυτή, που είναι κατά τα άνω εκκαθαρισμένη και το αντίστοιχο δικαίωμα τους, ουδόλως παραιτήθηκαν αυτοί με το ως άνω συμφωνητικό, με συνέπεια να μην επέλθει απόσβεση του και να νομιμοποιούνται να το ασκήσουν, όπως νομίμως έπραξαν με την ένδικη αγωγή.

Όσα δε υποστηρίζει με τις προτάσεις του ο πρώτος εναγόμενος περί ανεκκαθαρίστου της επίδικης αξίωσης και ελλείψεως νομιμοποιήσεως των εναγόντων να ασκήσουν αυτήν λόγω απόσβεσής της δια παραιτήσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω το αίτημα του εν λόγω εναγομένου περί διεξαγωγής λογιστικής πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί καθόσον στην συγκεκριμένη περίπτωση τα ως άνω ζητήματα που κρίθηκαν, δεν απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις της λογιστικής επιστήμης".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος (εναγόμενος) με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Στα πλαίσια αυτά κινείται και η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 §1, 262 §1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, η οποία ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής.

Ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τον ενάγοντα δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο, προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής πραγματικά περιστατικά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, με βάση την ιστορική βάση και το αίτημα της αγωγής.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που τίκτει υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Προκειμένου να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας) συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής.

Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία.

Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ.

Ενώ, αντιθέτως, η δικαστική κρίση περί του ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο ζημίας (με την έννοια ότι η ζημία χωρίς αυτήν τη συμπεριφορά δεν θα είχε επέλθει) είναι, ως αναφερόμενη σε πραγματικά περιστατικά, ανέλεγκτη ακυρωτικώς. Περαιτέρω, αφανής ή μετοχική εταιρεία είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική επωνυμία και περιουσία, εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων.

Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στην κατανομή των κερδοζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι.

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 Εμπ.Ν. προκύπτει, ότι στην αφανή εταιρεία, που δεν έχει νομική προσωπικότητα, εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του Αστικού Κώδικα, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού. Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ.

ΑΚ. Έτσι λύση της αφανούς εταιρείας επέρχεται και όταν εκπληρώθηκε ο σκοπός για τον οποίο έχει συσταθεί (ΑΚ 772). Μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση σ' αυτόν της ανήκουσας στον ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων (ΑΚ 361) ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση στην περίπτωση αυτή.

Κατά το στάδιο αυτό, το οποίο δεν αποτελεί κατά κυριολεξία εκκαθάριση, αλλά διακανονισμό των εταιρικών δοσοληψιών, μετά τον οποίο θα κριθούν οι ενοχικές αξιώσεις των αφανών εταίρων για απόδοση των εισφορών ή απόληψη κερδών, εφαρμόζονται αναλογικά (mutates mytandis) οι διατάξεις του ΑΚ για την εκκαθάριση. Τέλος, από τα άρθρα 6 παρ. 1-3 Ν.Δ. 1146/1972 "Περί τρόπου μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυτοκινήτων οχημάτων και μοτοσικλετών" σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1, 2 του ν. 722/1977 "Περί απλουστεύσεως της διαδικασίας χορηγήσεως των αδειών κυκλοφορίας και μεταβιβάσεως της κυριότητος των αυτοκινήτων οχημάτων", που ισχύουν παραλλήλως, αφού δεν προκύπτει ότι το δεύτερο νομοθέτημα κατάργησε το πρώτο, και κατά τα οποία μοναδικό τρόπο κτήσης της κυριότητας, κατά το πρώτο, αποτελεί η εγγραφή της συμφωνίας μεταβίβασης στο αναφερόμενο βιβλίο μεταβολών, ώστε συμφωνίες, με τις οποίες συνομολογείται εικονικότητα των εγγραφών αυτών, είναι άκυρη και απαγορεύεται οποιαδήποτε ανταπόδειξη των εγγραφών αυτών, αναφερόμενη στα πρόσωπα των συμβληθέντων, και κατά το δεύτερο (Ν. 722/1977), τίτλο αποτελεί για τα εισαγόμενα από το εξωτερικό το πιστοποιητικό που εκδίδει το τελωνείο, ή προκειμένου για τα κατασκευαζόμενα στην Ελλάδα, το πιστοποιητικό του κατασκευαστή, ή όσον αφορά τα εκποιούμενα από τρν ΟΔΔΥ, το πιστοποιητικό κυριότητας που εκδίδει ο εν λόγω οργανισμός, ενώ μετά την έκδοση της άδειας, τίτλο αποτελεί αυτή, με σαφήνεια προκύπτει ότι, με εξαίρεση την ουσιώδη πλάνη, απάτη και απειλή κατά τον Αστικό Κώδικα, απαγορεύεται η εικονικότητα (άρθρο 138 ΑΚ) των παραπάνω εγγραφών και επομένως κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη και απαγορεύεται κάθε ανταπόδειξη σε σχέση με τα πρόσωπα των συμβαλλομένων ή το αντικείμενο της σύμβασης, οπότε ο αναγραφόμενος είναι αναλόγως ο αγοραστής ή ο πωλητής.

Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές η υπό το ιστορούμενο στην αρχή της παρούσης περιεχόμενο αγωγή των αρχικώς εναγόντων, στην έγερση της οποίας και ενομιμοποιούντο, ως αφανείς εταίροι της αφανούς εταιρείας, ορθώς αξιολογήθηκε ως νόμιμη, με έρεισμά της το άρθρο 919 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 297 εδ.1, 298 εδ.1, 932 ΑΚ.

Η κρίση αυτή δεν διαφοροποιείται από την παράλειψη αναφοράς στο δικόγραφο της αγωγής (α) του ποσού της εισφοράς των εναγόντων στην αφανή εταιρεία και τον χρόνο πραγματοποιήσεως της, αρκούντος προς τούτο του αγωγικού ισχυρισμού για κατ' ισομοιρία συμμετοχή εκάστου στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρείας σε ποσοστό 1/3, (β)των τιμολογίων αγοράς και των αριθμών πλαισίων όλων των αυτοκινήτων.

Πρόκειται προεχόντως για αλυσιτελή ισχυρισμό, εφόσον για τα αυτοκίνητα, για τα οποία έγινε δεκτή η αγωγή, αναφέρεται ο αριθμός των πλαισίων αυτών, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι από την περιγραφή των λοιπών στοιχείων αυτών προκύπτει η ταυτότητα τους και (γ)του τιμήματος πωλήσεως εκάστου τούτων, εφόσον αρχικά προσδιορίζεται η αξία εκάστου αυτοκινήτου και στη συνέχεια αναφέρεται ως τίμημα πωλήσεως τους η αξία τους προσαυξημένη κατά 20/00.

Επομένως η προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 919 ΑΚ, ελέγχεται ως αβάσιμη. Όμοια αρνητικά αξιολογείται η διατυπούμενη με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου και με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου και τρίτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί (α) (ποσοτικής) αοριστίας της αγωγής, (β) ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των ενεργειών των και (γ) ανεκκαθαρίστου της αξιώσεως των τελευταίων, προεχόντως για τον λόγο ότι πρόκειται περί αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών και επομένως δεν αποτελούν πράγμα, ώστε να στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, σε κάθε δε περίπτωση λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν με την αντίθετη περί τούτου κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ορθώς (α1) σε συνέπεια με όσα αμέσως παραπάνω αναφέρθηκαν και επιπροσθέτως (β1, γ1) για τον λόγο ότι πρόκειται για την προβλεπόμενη από το άρθρο 919 ΑΚ αδικοπραξία, με αμέσως εξ αυτής παθόντες τους αρχικώς ενάγοντες, αφανείς εταίρους, και ζημία τους ίση με το αναλογούν στην εταιρική τους συμμετοχή μερίδιο επι του τιμήματος που εισέπραξε ο αναιρεσείων εμφανής εταίρος από την εκποίηση των αυτοκινήτων.

Όμοια ελέγχεται, προεχόντως ως απαράδεκτη, η προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του δευτέρου, τρίτου και πέμπτου λόγου αναιρετική αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, κατά τη σύνδεση της με τους με στοιχ. (α)-(γ) ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αναφορικά με την αποδιδόμενη πλημμέλεια της παραλείψεως αξιολογήσεως της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας αυτής, ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων και ανεκκαθάριστου της φερόμενης δι' αυτής προς διάγνωση αξιώσεως τους, προκειμένου αναιρετικού λόγου η στοιχειοθέτηση του οποίου προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, περαιτέρω δε και σε συνέπεια με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ορθώς αρνητικά αξιολογήθηκαν από ουσιαστική άποψη οι με στοιχ.(β)-(γ) αρνητικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος με την πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αντίθετη περί πραγμάτων κρίση της.

II. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9γ' ΚΠολΔ αναίρεση δικαιολογείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αίτηση αδίκαστη. Περιλαμβάνονται και οι διαδικαστικές αιτήσεις, όταν η αιτούμενη διαδικαστική πράξη είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο σε αντιδιαστολή με την περίπτωση που αυτή υπόκειται στην κυριαρχική του εξουσία.

Στα πλαίσια της δικονομικής υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας εντάσσεται και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αν ζητήθηκε από διάδικο και δέχεται το δικαστήριο ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΚΠολΔ 368 §2). Αντίθετα στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου του άρθρου 368 ΚΠολΔ η διάταξη της πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ότι με την παραδοχή της "ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση τα ως άνω ζητήματα που κρίθηκαν δεν απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις της λογιστικής επιστήμης" αναιτιολόγητα απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για διεξαγωγή λογιστικής πραγματογνωμοσύνης.

Με την αποδιδόμενη πλημμέλεια πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι, με βάση το υπάρχον στην διάθεση του αποδεικτικό υλικό, δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις για την αντίληψη αυτών, οπότε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική του κρίση, με άμεση δικονομική συνέπεια η προσήκουσα αναιρετική αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 9γ ΚΠολΔ, να ελέγχεται ως αβάσιμη.

III. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Βλ.

Ολ.ΑΠ 2/2008). Μη λήψη υπόψη πάντως δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με τον έκτο κατά σειρά λόγο διατυπώνεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα τιμολόγια πωλήσεως των φορτηγών αυτοκινήτων.

Η παντελής παράλειψη προσδιορισμού των εν λόγω τιμολογίων έχει ως δικονομική συνέπεια την αξιολόγηση της εν λόγω αναιρετικής αιτιάσεως προεχόντως ως αόριστης και άρα απαράδεκτης, σε κάθε δε περίπτωση ελέγχεται ως αβάσιμη, δοθέντος ότι από την βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα εν λόγω έγγραφα, στα οποία αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση, εκτίμηση η οποία επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι γίνεται ειδική αναφορά στα διπλότυπα εισπράξεως της ΔΟΥ Τρικάλων και τα αναφερόμενα σε αυτά χρηματικά ποσά, τα οποία και κατέβαλε ο αναιρεσείων για ΦΠΑ και φόρο εισοδήματος φυσικού προσώπου, για τις εν λόγω πωλήσεις, με βάση τα εκδοθέντα προς τούτο τιμολόγια, κάνοντας παράλληλα λόγο για πραγματικό τίμημα πωλήσεως σε αντιδιαστολή, προφανώς από εκείνο των τιμολογίων πωλήσεως.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται ιδία, (α) ότι αρχές του έτους 1992 συνεστήθη μεταξύ των αρχικώς εναγόντων και του αναιρεσείοντος, αδελφών, αφανής εταιρεία αορίστου χρόνου, με έδρα τα Τρίκαλα, εταιρικό σκοπό την εμπορία μεταχειρισμένων επαγγελματικών κυρίως αυτοκινήτων, κατ' ισομοιρία συμμετοχή τους στα κέρδη και τις ζημίες σε ποσοστό 1/3 και εμφανή εταίρο τον αναιρεσείοντα, (β) ότι η λειτουργία της εν λόγω εταιρείας διακόπηκε οριστικά κατά μήνα Απρίλιο του έτους 1999, όταν, κατά παραδοχή σχετικής από 6-4-1999, αιτήσεως των διαδίκων, τα αυτοκίνητα εμπορίου της εταιρείας τέθηκαν σε μεσεγγύηση με την 450/15-6-1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου με συνέπεια να καταστεί ανέφικτη η πραγματοποίηση του σκοπού της και έτσι να επέλθει η λύση αυτής κατά το άρθρο 772 ΑΚ, (γ) ότι περί τα τέλη του έτους 2001 φάνηκε οι σχέσεις τους να εξομαλύνονται και με την διατυπούμενη στο από 12-11-2001 ιδιωτικό έγγραφο σύμβαση συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών και του ορισθέντος με την 247/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου εκκαθαριστή Α.

Ζ., λογιστή των επιχειρήσεων τους, να αναλάβει ο τελευταίος, πλην άλλων, και την πραγματοποίηση της εκκαθαρίσεως της αφανούς εταιρείας, με παράλληλη παραίτηση τους από τα δικόγραφα και τα δικαιώματα αγωγών που είχαν ασκήσει κατ'αλλήλων για οικονομικές τους διαφορές που κατά τους ισχυρισμούς τους είχαν προκύψει και από τις συσταθείσες μεταξύ αυτών λοιπές εταιρείες, (δ)ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας τους αυτής ο ορισθείς εκκαθαριστής με το από 4-3-2002 έγγραφο του και τις επισυναπτόμενες λογιστικές καταστάσεις γνωστοποίησε στους εταίρους της αφανούς εταιρείας, αρχικούς ενάγοντες κα αναιρεσείοντα, το οφειλόμενο από έκαστο τούτων χρεωστικό υπόλοιπο, τα οποία οι τελευταίοι δεν αμφισβήτησαν και υποσχέθηκαν να καταβάλουν στον εκκαθαριστή για την ολοκλήρωση των εργασιών της εκκαθαρίσεως, (ε)ότι παρά το γεγονός ότι είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον εκκαθαριστή για εκποίηση των κινητών της αφανούς εταιρείας, ο αναιρεσείων δεν ανταποκρίθηκε στη συμβατική του υποχρέωση να παραδώσει στον εκκαθαριστή τα απαραίτητα για την εκποίηση από εκείνον των αυτοκινήτων παραστατικά έγγραφα (τιμολόγια αγοράς, πιστοποιητικά εισαγωγής), τα οποία είχε ασφαλίσει ο πρώτος των εναγόντων σε ερμάριο του γραφείου της έδρας της εταιρείας και είχε αφαιρέσει βιαίως τον Αύγουστο του έτους 1998 ο αναιρεσείων, αλλά ενεργώντας δολίως, και αφού είχε επιτύχει την παραίτηση των εναγόντων από τα αγωγικά δικαιώματα που είχαν ασκήσει κατ' αυτού αναφορικά με τα αυτοκίνητα της εταιρείας, με σκοπό βλάβης των συμφερόντων τους και αθέμιτο του ιδίου όφελος, προέβη στην εκποίηση των εν λόγω αυτοκινήτων εμπορίας της εταιρείας και κυριότητας του ιδίου, ως εμφανούς εταίρου, κατά το από 2-8 έως 30-9-2002 χρονικό διάστημα στους εμπόρους μεταχειρισμένων αυτοκινήτων αδελφούς Α.Μ., καλυπτόμενος από το γεγονός ότι ανήκαν στην κυριότητά του, ως εμφανούς εταίρου και (στ) ότι από την εκποίηση των περιγραφομένων αυτοκινήτων εμπορίας της αφανούς εταιρείας, τα οποία ήταν τα μόνα προς διανομή περιουσιακά αυτής στοιχεία, χωρίς να έχει χρέη προς τρίτους, εισέπραξε, ως τίμημα πωλήσεως, το καθαρό ποσό των 161.803,53 ευρώ, το οποίο ενσωμάτωσε στην περιουσία του, με αποτέλεσμα από την ιστορούμενη και αντιβαίνουσα πράγματι στα χρηστά ήθη αδικοπρακτική συμπεριφορά του να υποστούν οι αρχικώς ενάγοντες, αφανείς εταίροι, θετική ζημία, ίση με το αναλογούν στην εταιρική τους συμμετοχή μερίδιο τους επί του εν λόγω τιμήματος, ποσού (161.803,53 Χ 1/3) 53.934,51 ευρώ.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των σημειούμενων στην αρχή της παρούσης διατάξεων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ιδία του άρθρου 919 ΑΚ κατά τούτο παραδοχή της κατά του αναιρεσείοντος απευθυνόμενης αγωγής των αρχικώς εναγόντων, με άμεση δικονομική συνέπεια η απομένουσα προς έρευνα αναιρετική αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, με παράλληλη ανεπίτρεπτη εναντίωση στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμη.

Συνακόλουθα αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 5/11-1-2011 αίτηση για αναίρεση της 825/2-12-2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 24 Μαΐου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ