Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding partial revocation of property transfer due to creditor rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding the partial revocation of a property transfer. The lower court found that the debtor sold his sole asset with the intent to harm creditors, leaving insufficient funds to satisfy debts, and ordered a partial revocation of the transfer. The Supreme Court ruled that the Court of Appeals correctly applied the law and did not err in its factual findings or legal interpretation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: A violation of substantive law grounds for appeal is established if the court applied a rule that should not have been applied, or applied it incorrectly, unless the court's factual findings make the violation obvious.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 846 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 846/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. θυγ. Σ. Χ., πρώην συζ. Δ. Π., ατομικώς και υπό την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της ανηλίκου θυγατρός της Κ. θυγ. Δ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ανδριάνα Αντωνοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Π. του Β., ναυτικού, κατοίκου ως εκ της ιδιότητάς του αυτής εξωτερικού και 2. Π. Π. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Φερμελή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουλίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 531/2001 μη οριστική, 645/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 238/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 15 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 18 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠοΛΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ, προκύπτει ότι οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις δε προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη. 2) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν αυτός (οφειλέτης) γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξεως του είναι η βλάβη των τελευταίων, την οποία αποδέχεται και 3) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι, κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό, ή από αγχιστεία έως το δεύτερο, το οποίο τεκμήριο δεν ισχύει αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της περί διαρρήξεως αγωγής, ενώ η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (Ολομ.ΑΠ 6/2003, ΑΠ 891/2008, ΑΠ 1/2006, ΑΠ 39/2009, ΑΠ 638/2004, ΑΠ 1677/2008, ΑΠ 1189/2003, ΑΠ 941/2007, ΑΠ 858/2002, ΑΠ 818/1998, ΑΠ 637/2001).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 943 του ΑΚ, προκύπτει ότι η με αυτές θεσπιζόμενη διάρρηξη των απαλλοτριώσεων, που έγιναν από τους οφειλέτες προς βλάβη των δανειστών τους, επέρχεται κατά τόσο μέρος μόνον, καθόσον ζημιώνεται αυτός που προσβάλλει την πράξη της απαλλοτριώσεως, δηλαδή κατά το μέρος της που απαιτείται για να καλυφθεί η απαίτηση του, η οποία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί διαφορετικά (ΑΠ 479/2005, ΑΠ 632/2001).
Αυτά εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την γενομένη, με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2,6 και 19 του Ν. 2298/1995, ισχύοντος από 4-4-1995, τροποποίηση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 936,953 και 992 ΚΠολΔ, καθόσον αφορούν τη ρύθμιση διαδικαστικών θεμάτων εκτέλεσης που άπτονται του θεσμού της διάρρηξης των καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων (ΑΠ 2200/2007), δηλαδή, όπως και υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, η διάρρηξη διατάσσεται μόνο για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, η δε απαλλοτριωτική πράξη μένει απρόσβλητη για το επί πλέον ποσοστό, ως προς το οποίο ο δανειστής στερείται εννόμου συμφέροντος για τη διάρρηξή του.
Η εξεύρεση αυτού του μέρους εξαρτάται από τη σχέση του ποσού της απαιτήσεως που πρέπει να ικανοποιηθεί προς το ποσό της αξίας του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε, κατά την άσκηση της αγωγής και γι' αυτό τα ποσά πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή ώστε να είναι ορισμένη, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ (ΑΠ 2200/2007, ΑΠ 1112/2004).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942, 943, ΑΚ, 345, 346 ΑΚ και 109 Εισ. ΝΑΚ.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 936 παρ.3, 932 παρ.1β', 954 παρ.1 και 971 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι.
- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.ΠολΔ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση , το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με την αγωγή και τις προτάσεις ισχυρισμό ως προς το ύψος της απαιτήσεως αλλά απέρριψε αυτόν εν μέρει. Επομένως, ο τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.9 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δίκασε και απέρριψε εν μέρει την αγωγή, ως προς το ύψος της απαιτήσεως, κατά τα εκτεθέντα αμέσως ανωτέρω.
Συνεπώς, ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 γ' ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 58/2008, ΑΠ 2191/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την υπ' αριθμό 677/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, καθώς και την υπ' αριθμό 707/1997 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, τις οποίες και μνημονεύει μάλιστα ρητώς. Επομένως, ο πέμπτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως. είναι αβάσιμος .
- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και τις υπ' αριθμούς 677/1996 και 1049/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και του Εφετείου Πατρών, αντιστοίχως, τις οποίες προσκόμισε και επικαλέσθηκε η ενάγουσα και δεν στήριξε σε αυτές αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του. Επομένως, ο έκτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι η ενάγουσα και ο πρώτος από τους εναγομένους τελέσαν νόμιμο γάμο το έτος 1994 και απέκτησαν μία θυγατέρα, την Κ., η οποία νόμιμα εκπροσωπείται στην προκειμένη δίκη από τη μητέρα της.
Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε οριστικά το έτος 1995. Εξαιτίας της διακοπής της έγγαμης συμβίωσής τους, η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου την από 27.10.1995 αγωγή εναντίον του πρώτου εναγομένου για την επιδίκαση διατροφής σε αυτήν και την ανήλικη θυγατέρα της. Επί της αγωγής αυτής, πριν την άσκηση της οποίας είχε προηγηθεί η συζήτηση προγενέστερης αιτήσεως περί προσωρινής επιδικάσεως διατροφής, εκδόθηκε η 677/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην ενάγουσα ατομικά και στο ανήλικο τέκνο τους, ως τακτική μηνιαία διατροφή, το ποσό των 84.000 δραχμών και 64.000 δραχμών, αντίστοιχα, για χρονικό διάστημα δύο ετών, αρχής γενομένης από 1.4.1995 και με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής εκάστης δόσεως μέχρι την εξόφληση, ενώ επέβαλε σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας ύψους 70.000 δραχμών.
Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, καθόσον η έφεση που άσκησε κατ' αυτής ο πρώτος εναγόμενος, απορρίφθηκε με την 1049/1997 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Ακολούθως, η ενάγουσα το έτος 1997 άσκησε νέα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή επιδίκαση διατροφής, επί της οποίας εκδόθηκε η 706/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός προσωρινή διατροφή ατομικά γι' αυτήν το ποσό των 100.000 δραχμών και για την ανήλικη θυγατέρα του το ποσό των 65.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 19.2.1997 και εφεξής, ενώ επέβαλε σε βάρος του τα δικαστικά της έξοδα ύψους 20.000 δραχμών.
Ωστόσο, ο πρώτος εναγόμενος δεν εξόφλησε τα επιδικασθέντα ποσά διατροφής, καθώς και τα ποσά δικαστικής δαπάνης που επιβλήθηκαν σε βάρος του, παρά δε τις εκ μέρους του περιστασιακές καταβολές, εξακολουθούσε να οφείλει ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο από τις τελικώς επιδικασθείσες απαιτήσεις ύψους 3.662.500 δραχμών κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα.
Κατά το χρόνο που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι παραπάνω απαιτήσεις, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε αιτία δωρεάς εν ζωή στον δεύτερο εναγόμενο αδελφό του το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που είχε στην ιδιοκτησία του, δηλαδή ποσοστό κυριότητας 1/3 εξ αδιαιρέτου μίας ημιανώγειας παλαιάς πέτρινης οικίας επιφάνειας 110 τ.μ., μετά του οικοπέδου της εμβαδού 198,50 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή "..." ή "..." της πόλεως των … και στην οδό ..., δυνάμει του .../22.5.1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Κωνσταντίνος Καρατζά -Νικολακοπούλου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο ...
και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 270. Κατά το χρόνο που μεταβίβασε το παραπάνω περιουσιακό στοιχείο ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε με πρόθεση να βλάψει την ενάγουσα και την ανήλικη θυγατέρα του Κ., καθόσον γνώριζε ότι ήταν οφειλέτης του πιο πάνω ληξιπρόθεσμου ποσού από υποχρέωση διατροφής , αφού πριν από την άνω μεταβίβαση (22.5.1997) είχαν εκδοθεί οι παραπάνω δικαστικές αποφάσεις κατά τα έτη 1996 και 1997.
Ο πρώτος εναγόμενος κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής (18.7.1997) δεν διέθετε άλλο εμφανές περιουσιακό στοιχείο εκτός από το πιο πάνω ποσοστό κυριότητας ακινήτου, αξίας τούτου (ιδανικού μεριδίου) 6.227.568 δραχμών. Ενεργώντας, όμως, τα ανωτέρω ο τελευταίος περιήλθε σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η υπολειπόμενη περιουσία του, μετά την άνω καταδολιευτική απαλλλοτρίωση του μοναδικού περιουσιακού του στοιχείου, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των ως άνω ληξιπροθέσμων κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της ένδικης αγωγής (20.3.2001) απαιτήσεων των εναγουσών, γεγονός που γνώριζε ο πρώτος εναγόμενος.
Ακολούθως, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, δέχθηκε ότι αρκεί η διάρρηξη ποσοστού του απαλλοτριωθέντος ακινήτου για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας και του υπ' αυτής εκπροσωπουμένου τέκνου της, το οποίο (ποσοστό) ανέρχεται, ενόψει του ύψους της απαίτησης κατά τον κρίσιμο πιο πάνω χρόνο και της αξίας του μεταβιβασθέντος εν λόγω ακινήτου σε 3.662.500 /6.227.508 = 58,81% (του 1/3 εξ αδιαιρέτου) και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του κήρυξε εν όλω διερρηγμένη την προσβαλλόμενη δικαιοπραξία , αντί να κηρύξει τη διάρρηξη αυτής κατά το προαναφερθέν ποσοστό, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε κατά τούτο και αφού δέχθηκε τον οικείο λόγο της εφέσεως, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και διέταξε τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας κατά ποσοστό 58,81% του ενός τρίτου (?) εξ αδιαιρέτου επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ περιέχει τις προπαρατεθείσες σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικώς διαλαμβάνει ποιο ήταν το ύψος της απαιτητής και ληξιπρόθεσμης απαιτήσεως, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής (ΑΠ 891/2008), με βάση την οποία έκρινε ότι πρέπει να διαταχθεί η μερική, κατά το ποσοστό, διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, σε συνδυασμό με την αξία του ανήκοντος στον πρώτο εναγόμενο ποσοστό συγκυριότητας επί του ακινήτου.
Επομένως, ο έβδομος, εκ του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2010 αίτηση της Ε. θυγ. Σ. Χ., πρώην συζύγου Δ. Π., ατομικώς και ως νομίμου εκπροσώπου της ανήλικης θυγατέρας της Κ. θυγ. Δ. Π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 238/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 26-5-2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ