Legislator Case Law & Legislation
846/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership via inheritance and adverse possession.

Case Number 846/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision affirming the respondent's property rights. The respondent acquired ownership through inheritance from her deceased father and subsequent adverse possession, while the appellant's claim of prior sale was deemed invalid due to conflicting property descriptions. The court upheld the lower court's findings that the appellant's possession was unlawful and that the respondent's title was legally established.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1813, 1846, 1193, 1198, 1199, 1041, 1042, 1045, 1051 of the Civil Code; The Supreme Court holds that property ownership acquired through inheritance and adverse possession is valid, and claims based on non-existent prior sales are rejected if the transferor lacked title.

Keywords

AI generated
adverse possession inheritance law property ownership civil code provisions appellate review unlawful possession title transfer

Cited Legislation

AI generated
Article 1813 of the Civil Code
Article 1846 of the Civil Code
Article 1193 of the Civil Code
Article 1198 of the Civil Code
Article 1199 of the Civil Code
Article 1041 of the Civil Code
Article 1042 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code
Article 1051 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 846 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 846/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κουρή.

Της αναιρεσίβλητης:Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ματσιώτα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 620/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 396/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 6-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, εξαφανίζοντας την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας (620/2003), δέχθηκε την διεκδικητική αγωγή ακινήτου, που άσκησε η αναιρεσίβλητη εναντίον του αναιρεσείοντος, αφού απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ένσταση ιδίας κυριότητας του τελευταίου, που είχε ως βάση τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας (νόμιμα μεταγεγραμμένο πωλητήριο συμβόλαιο).

Στην αποδοχή της αγωγής το Εφετείο οδηγήθηκε κάτω από δύο αυτοτελείς αιτιολογίες. Η πρώτη, είναι ότι κύριος του επιδίκου, δηλαδή του 1/3 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου στην απόφαση οικοπέδου, είχε καταστεί ο πατέρας της αναιρεσίβλητης, από κληρονομία του κατά το έτος 1911 αποβιώσαντος πατέρα αυτού, καθώς και με άσκηση νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη μέχρι το 1978, που απεβίωσε (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) και ότι αυτή ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, αποδέχθηκε την κληρονομία του και μετέγραψε τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη και έγινε έτσι κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο.

Ακολούθως, με τη δεύτερη αιτιολογία, ότι η αναιρεσίβλητη μετά το θάνατο του πατέρα της, συνέχισε να νέμεται το επίδικο μέχρι το 1994 που κατέλαβε αυτό ο εναγόμενος, και ότι έτσι, μεν το συνυπολογισμό στο δικό της χρόνο χρησικτησίας και του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου πατέρα της, κατέστη κυρία του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων (εναγόμενος) προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση από το εδάφιο 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ειδικότερα υποστηρίζεται, με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, ότι με την 40/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας απορρίφθηκε αμετακλήτως προηγούμενη (από 22-1-1997) διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, για το ίδιο ακίνητο, ως προς τη βάση της που στηριζόταν στην κληρονομική διαδοχή κατ' ουσίαν και ως προς τη βάση που στηριζόταν στην χρησικτησία ως αόριστη και περαιτέρω πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, ενώ οι τρόποι αυτοί κτήσης της κυριότητας, ως στηριζόμενοι στην κληρονομική διαδοχή, καλύπτονται από το δεδικασμένο.

Με βάση αυτά, που αναφέρονται στον πρώτο λόγο της αίτησης, πλήσσεται η πρώτη από τις προαναφερόμενες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης. Εφόσον όμως το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται και στη δεύτερη αυτοτελή αιτιολογία, δηλαδή στο ότι η αναιρεσείουσα - ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, για την οποία (αιτιολογία) δεν γίνεται επίκληση δεδικασμένου, ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αλυσιτελής και απορριπτέος.

Περαιτέρω με το τελευταίο μέρος του ίδιου λόγου της αίτησης, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι με ανεπαρκή αιτιολογία το Εφετείο δέχθηκε ότι το αντικείμενο των δύο δικών, δηλαδή το ακίνητο, δεν ήταν το ίδιο αλλά διαφορετικό και ως εκ τούτου δεν υφίσταται δεδικασμένο.

Ο λόγος κατά το μέρος αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στον έλεγχο του Άρειου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τον αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, καθώς και ότι μπορεί να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, όχι όμως για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι οι διατάξεις για το δεδικασμένο είναι δικονομικού δικαίου.

Επειδή, το Εφετείο δέχθηκε την διεκδικητική αγωγή ακινήτου της αναιρεσίβλητης, με βάση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, είναι οικόπεδο (κήπος) που βρίσκεται στον παλαιό οικισμό ... 21ας της Κοινότητας.... του τέως Δήμου ..... Κεφαλληνίας, στη θέση "....", έκτασης 172, 4 τ.μ., στο οποίο υπήρχε παλαιός οικισμός και υπάρχει αλώνι και δεξαμενή. Κύριος και νομέας του ακινήτου αυτού ήταν ο Ψ2, ο οποίος απεβίωσε το 1911 και τον κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου, σύμφωνα με τον ισχύοντα τότε Ιόνιο Πολιτικό Κώδικα, τα τρία άρρενα τέκνα του, Ψ3 πατέρας της αναιρεσίβλητης, Ψ4 και Ψ5, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Ψ3, πατέρας της αναιρεσίβλητης, υπεισήλθε με ανάμιξη στην κληρονομία κατά το ανωτέρω κληρονομιαίο ποσοστό του και έκτοτε συνεχώς μέχρι το 1978, που απεβίωσε νεμόταν το επίδικο με διάνοια συγκυρίου, ειρηνικά και αναμφίβολα.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος - (εναγομένου) ότι ο πατέρας της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) δεν αναμίχθηκε στην κληρονομία επί μια τριακονταετία και γιαυτό αποξενώθηκε από αυτή (άρθρο 678 Ιόνιου Κώδικα). Επίσης δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η δικαιοπάροχος μητέρα του Ψ6 θυγ.

Ψ2 ήταν αποκλειστική νομέας όλου του ακινήτου από το έτος 1950 μέχρι το έτος 1978 και ότι, συνεπώς, κατέστη κυρία τούτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Η Ψ6, η οποία ως θυγατέρα δεν κληρονόμησε τον πατέρα της σύμφωνα με τις διατάξεις του Ιόνιου Κώδικα, αγόρασε από τον αδελφό της Ψ5 συγκληρονόμο και συγκύριο, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, του προαναφερόμενου οικοπέδου (κήπου), το 1/6 αυτού, με το .....συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γεράσιμου Καππάτου, που νόμιμα μεταγράφηκε και αργότερα, με .....

πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γερ. Αυγερινού, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε το ανωτέρω ιδανικό μερίδιο της (1/6) στον σύζυγο της αδελφής της....... Έτσι η Ψ6 ενέμετο μόνο το ιδανικό μερίδιό της επί του οικοπέδου και σε κάθε περίπτωση ουδέποτε έκανε γνωστό ότι νέμεται και το ποσοστό του πατέρα της αναιρεσίβλητης (1/3) αποκλειστικά για τον εαυτό της.

Επομένως ο πατέρας της αναιρεσίβλητης Ψ3 κατέστη συγκύριος του επίδικου ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου και με έκτακτη χρησικτησία, αφού ενέμετο αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, επί χρόνο μεγαλύτερο της τριακονταετίας. Ο εν λόγω Ψ3, απεβίωσε στις 14-2-1978 και μέχρι το θάνατό του συνέχισε να είναι συγκύριος του επιδίκου, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου.

Τούτον κληρονόμησε εξ αδιαθέτου η αναιρεσίβλητη θυγατέρα του (μόνη κληρονόμος), η οποία με την .... πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιώς Θεοδώρας Μπαλάσκα - Πριγκηπάκη και την όμοια συμπληρωματική ..... της ίδιας συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκαν, αποδέχθηκε την κληρονομία και κατέστη συγκυρία του επιδίκου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου.

Η αναιρεσίβλητη, μετά τον θάνατο του πατέρα της, συνέχισε να νέμεται το επίδικο, κατά το ποσοστό αυτό, μέχρι το 1994, που κατέλαβε τούτο ο αναιρεσείων και έτσι αυτή, με τον συνυπολογισμό στον δικό της χρόνο χρησικτησίας και του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου της, κατέστη συγκύρια του επιδίκου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου και με έκτακτη χρησικτησία.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι έγινε από τη μητέρα του Ψ6 κύριος όλου του επιδίκου με βάση το...... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σαμαίων Βασιλείου Δρακουλόγνωνα, που νόμιμα μεταγράφηκε, είναι αβάσιμος, αφού το συμβόλαιο αυτό αφορά ακίνητο στη θέση "...." ή "....." και όχι το επίδικο που είναι στη θέση ".....".

Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, κατά το έτος 1994 ο αναιρεσείων κατέλαβε αυθαίρετα και παράνομα ολόκληρο το επίδικο ακίνητο και ανήγειρε επ' αυτού κτίσμα. Έτσι απέβαλε την αναιρεσίβλητη από τη νομή του ιδανικού μεριδίου της. Η τελευταία αμέσως διαμαρτυρήθηκε στον αναιρεσείοντα και ζητούσε έκτοτε την απόδοση του μεριδίου της, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Ενόψει των ανωτέρω η άσκηση της αγωγής από την αναιρεσίβλητη δεν είναι καταχρηστική και η από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση όσον αφορά την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και την κτήση της συγκυριότητας επί του επιδίκου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου από την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, τόσο με βάση την κληρονομική διαδοχή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1813 παρ. 1, 1846, 1193, 1198 και 1199 Α.Κ., όσο και με βάση την τακτική και έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1045 και 1051 του ίδιου Κώδικα, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, διέλαβε σ' αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η μητέρα του Ψ6 μεταβίβασε σ' αυτόν με το προαναφερόμενο ..... πωλητήριο συμβόλαιο όλο το ακίνητο και συνεπώς και το 1/3 που διεκδικεί η αναιρεσίβλητη, δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι, και αν ακόμη θεωρηθεί ως αληθές το υποστηριζόμενο από αυτόν ότι το συμβόλαιο αυτό αφορά το επίδικο και όχι άλλο ακίνητο, όπως δέχθηκε η απόφαση, η οποία απέρριψε τον ισχυρισμό, πρόκειται για μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου από μη κύριο, αφού σύμφωνα με όσα ανελέγκτως έγιναν δεκτά από το Εφετείο, τότε κύριος του επιδίκου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ήταν ο πατέρας της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια αυτή ως κληρονόμος του.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Οκτωβρίου 2005, αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 396/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ