Legislator Case Law & Legislation
845/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to contradictory reasoning regarding wage calculations in labor dispute.

Case Number 845/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by eighteen employees against a labor tribunal decision regarding severance pay calculations. The court found the lower court's reasoning contradictory, as it accepted proven high wages but calculated compensation based on lower claimed wages. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144; ΚΠολΔ 577 παρ.1, παρ.3; ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2: An appeal is admissible if filed timely, but a finding of contradictory reasoning regarding essential facts does not constitute a valid ground for cassation if it improperly attacks the court's final assessment of evidence.

Keywords

AI generated
labor dispute severance pay contradictory reasoning cassation appeal evidence assessment legal costs procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔ 552
ΚΠολΔ 553
ΚΠολΔ 556
ΚΠολΔ 558
ΚΠολΔ 564 παρ.1
ΚΠολΔ 566 παρ.1
ΚΠολΔ 144
ΚΠολΔ 577 παρ.1
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
ΚΠολΔ 577 παρ.3
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
ΚΠολΔ 176
ΚΠολΔ 183
ΚΠολΔ 191 παρ.2
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 845 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 845/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Α. του Ν., κατοίκου …….., 2) Δ. Σ. του Ι., κατοίκου ………., 3) Ζ. Ε. του Κ., κατοίκου ……. 4) Μ. . του Μ., κατοίκου ….., 5) Σ. Χ. του Ι., κατοίκου ……, 6) Σ. Β. του Ε., κατοίκου ….., 7) Δ. Δ. του Ν., ……., 8) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ………………., 9) Κ. Χ.Χ. Φ. του Μ., κατοίκου …………, 10) Μ. Λ. του Ι., κατοίκου ….., 11) Μ. Θ. του Χ., κατοίκου ……………, 12) Σ. Χ. Σ. του Μ. , κατοίκου ……………., 13) Α. Ε. του Γ., κατοίκου …….., 14) Α. Κ. του Π., κατοίκου ……………, 15) Ε. Χ. του Ά., κατοίκου ….., 16) Κ. Ε. του Α., κατοίκου ….., 17) Μ. Ρ. του Σ., κατοίκου . και 18) Σ. Δ. του Σ., κατοίκου …….., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας-Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …………….. και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αντωνίου Βάγια, Χρήστου Θεοδώρου και Αλεξίου Παπασταύρου, οι οποίοι κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν η 16/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 208/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-2-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 13-2-2018 και με αριθμό κατάθεσης 77/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 208/2017 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης κατά της 16/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας , εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 21-7-2014 (με αριθμό κατάθεσης 76/2014) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 21-7-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 76/2014 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι προσληφθήκανε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθούνε στο εργοστάσιο της τελευταίας στην ………….

Ότι στις 26/3/2013 η αναιρεσίβλητη εντελώς αιφνιδιαστικά, κατόπιν προηγηθείσας απόφασης του Διοικητικού της Συμβουλίου της 25ης/3/2013, τους γνωστοποίησε ότι διακόπτει τη λειτουργία του ανωτέρω εργοστασίου και έκτοτε δεν τους απασχολεί. Ότι στο πλαίσιο υλοποίησης της απόφασής της περί απόλυσης διακοσίων είκοσι εννέα εργαζομένων του ανωτέρω εργοστασίου, κατήγγειλε τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των έξι (6) πρώτων εναγόντων στις 2-5-2014, στις 2-6-2014 τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των επόμενων έξι (6) εναγόντων και την 1-7-2014 τις συμβάσεις εργασίας των τελευταίων έξι (6) εναγόντων.

Ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη διότι έλαβε χώρα : α) κατά παράβαση του Ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων, β) κατά παράβαση των υποχρεώσεων έγκαιρης ενημέρωσης και διαβούλευσης που απορρέουν από το ΠΔ 240/2006, αλλά και από συναφείς συμφωνίες που έχουν καταρτισθεί μεταξύ της Διοίκησης της αναιρεσίβλητης και των εκπροσώπων των εργαζομένων, γεγονός που καθιστά άκυρες τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 174 ΑΚ, άλλως του άρθρου 281 ΑΚ, άλλως γ) κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ διότι η αναιρεσίβλητη επιδεικνύοντας φανερά αντιφατική συμπεριφορά προέβη σε αιφνίδια και αδικαιολόγητη, δεδομένης της οικονομικής ευρωστίας και βιωσιμότητας αυτής, διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της και καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του συνόλου των εργαζομένων, προσβάλλοντας δυσανάλογα τα έννομα αγαθά των εναγόντων, παρά το γεγονός ότι η επιχειρηματική της δράση επέτρεπε ηπιότερες λύσεις και εξυπηρετείτο από αυτές, δ) κατά παράβαση των άρθρων 14 παρ. 5 ν. 1264/1982 περί προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών και 3 παρ. 9 του Ν. 1568/1985 αναφορικά με την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του 4ου και 14ου από τους ενάγοντες και ε) κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/55 λόγω μη καταβολής της προσήκουσας αποζημίωσης απόλυσης.

Με βάση τα προαναφερόμενα, ζήτησαν: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους , β) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες τους με την απειλή χρηματικής ποινής, ποσού 300 ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της εκδοθησόμενης απόφασης, γ) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας από την επομένη της άκυρης καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας κάθε ενάγοντος μέχρι τις 31/12/2013, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής άλλως από το τέλος έκαστου μηνός, οπότε ο κάθε μισθός κατέστη απαιτητός έως την πλήρη εξόφληση, επικουρικώς δε, για την περίπτωση της απόρριψης του κυρίου αιτήματος περί αναγνώρισης της ακυρότητας των καταγγελιών τους, τη διαφορά της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκάστου ενάγοντος, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση, όπως τα ποσά αυτά προσδιορίζονται λεπτομερώς στο αγωγικό δικόγραφο. 3.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας) με την υπ' αριθμόν 16/2015 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση αυτής. Εναντίον της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας την από 3/3/2015 και με αρ. κατ. δικ. 58/2015 έφεση. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την με αριθμό 208/2017 απόφασή του, αφού έκρινε κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης ότι η εκκληθείσα έσφαλε ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4 του ΠΔ 240/2006, δέχθηκε την έφεσή της, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και αφού εξέτασε την ουσία αυτής απέρριψε την αγωγή ως προς όλους τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες.

4. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 3 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του Ν. 1387/1983, με τον οποίο έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 75/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 1975 "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών - μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις", όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 1 έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 74 παρ. 1 Ν. 3863/2010, ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Ομαδικές απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους για λόγους που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τα όρια της επόμενης παραγράφου", "Τα όρια πέρα από τα οποία οι απολύσεις θεωρούνται ομαδικές καθορίζονται από τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα και είναι τα εξής:

α) Μέχρι έξι (6) εργαζόμενους για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν είκοσι (20) έως εκατόν πενήντα (150) εργαζόμενους. β) Ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) του προσωπικού και μέχρι τριάντα (30) εργαζόμενους για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, που απασχολούν πάνω από εκατόν πενήντα (150) εργαζόμενους. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται για κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς εργασίας με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως", "Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στο προσωπικό που απασχολείται με σχέση εργασίας σε όλες τις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού τομέα καθώς και του Δημοσίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, που ασκούνται σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας.

Ως σχέση εργασίας νοείται εκείνη που δημιουργείται από την πραγματική απασχόληση του εργαζόμενου, ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης εργασίας. Ο εργοδότης, πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, οφείλει να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων με σκοπό να ερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους και ομαδικές απολύσεις, που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι άκυρες".

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 1387/1983 συνάγεται ότι κρίσιμο χρονικό σημείο, βάσει του οποίου καθορίζεται το ως άνω όριο, καθ` υπέρβαση του οποίου οι απολύσεις των επί σχέσει εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένων, τις οποίες επιχειρεί ο εργοδότης στα πλαίσια οικονομοτεχνικών μεταβολών, κατά την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητος, θεωρούνται ομαδικές, είναι η αρχή του μηνός, κατά τον οποίον ο εργοδότης εξωτερικεύει την πρόθεσή του να προβεί σε απολύσεις και όχι του μηνός, κατά τον οποίον θα υλοποιηθούν τελικώς οι απολύσεις και θα λυθούν οι καταγγελθείσες συμβάσεις εργασίας.

Η εξωτερίκευση της βουλήσεως του εργοδότη γίνεται είτε όταν προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων σχετικώς με τις σχεδιαζόμενες απολύσεις, είτε, εάν δεν προέλθει προηγουμένως σε διαπραγματεύσεις, όταν περιέλθουν στους εργαζομένους τα καταγγελτήρια των συμβάσεών τους εργασίας, τούτο δε ισχύει και εάν οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας γίνονται υπό προειδοποίηση συμφώνως προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 1 εδ.

α` Ν. 2112/1920, αφού η κοινοποίηση στον εργαζόμενο της καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας αποτελεί την έκφραση της αποφάσεως περί διακοπής της σχέσεως εργασίας, η δε εν τοις πράγμασι λήξη της εν λόγω σχέσεως κατά την παρέλευση της προθεσμίας προειδοποιήσεως, συνιστά απλώς και μόνον το αποτέλεσμα της εν λόγω αποφάσεως.

Η ανωτέρω ερμηνεία προκύπτει σαφώς και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 1387/1983, στην οποία, κεφ. Β` αρ. 4, διαλαμβάνονται τα εξής: "τα όρια πέρα από τα οποία οι απολύσεις χαρακτηρίζονται ομαδικές προσδιορίζονται κάθε φορά σε σχέση με τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα, κατά τον οποίον ο εργοδότης εκδηλώνει τη βούλησή του να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις", και από την γραμματική διατύπωση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 1 Ν. 1387/1983 "Ο εργοδότης πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις οφείλει να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ..." θεσπίζουσα υποχρέωση του εργοδότη να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, προτού προβεί σε καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας, είναι δε συμβατή και προς την Οδηγία 98/59, με την οποία έχουν κωδικοποιηθεί οι διατάξεις της προαναφερομένης Οδηγίας 75/129 ως και της μεταγενεστέρως εκδοθείσης Οδηγίας 92/56.

5. Σύμφωνα με τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος 240/2006 (ΦΕΚ Α' 252/16.11.2006) "Περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων", το οποίο εκδόθηκε προκειμένου να προσαρμοσθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ της 11.3.2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (E.E.L 80/23.3.2002), ορίζονται τα ακόλουθα : 1) Στο άρθρο 2 αυτού υπό τον τίτλο "Σκοπός και Αρxές" ότι "1.

Σκοπός του παρόντος προεδρικού διατάγματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2002 "περί Θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα" (EEL 80 της 23.3.2002), με στόχο τη θέσπιση ενός γενικού πλαισίου που καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά το δικαίωμα για ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις στην Ελληνική επικράτεια. 2.

Οι πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης καθορίζονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και τις εργασιακές πρακτικές, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά τους. 3. Κατά τον καθορισμό ή την εφαρμογή των πρακτικών λεπτομερειών ενημέρωσης και διαβούλευσης, ο εργοδότης και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων εργάζονται με πνεύμα συνεργασίας, σεβόμενοι αμοιβαία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και λαμβάνοντας υπόψη τους τόσο τα συμφέροντα της επιχείρησης ή της εγκατάστασης ,όσο και εκείνα των εργαζομένων", 4.

Οι διατάξεις του παρόντος δεν έχουν εφαρμογή στα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων", 2) Στο άρθρο 3 αυτού υπό τον τίτλο "Πεδίο εφαρμογής" ότι "Το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται: α) στις επιχειρήσεις που απασχολούν τουλάχιστον 50 εργαζόμενους και β) στις εγκαταστάσεις που απασχολούν τουλάχιστον 20 εργαζόμενους.

Τα κατώτατα όρια των απασχολουμένων εργαζομένων στην επιχείρηση ή εγκατάσταση καθορίζονται σύμφωνα με τον αριθμό των εργαζομένων στην αρχή του ημερολογιακού μήνα, κατά τον οποίο τίθεται θέμα εφαρμογής του παρόντος, ανεξάρτητα από τις τυχόν μεταγενέστερες μεταβολές του αριθμού των απασχολουμένων κατά το διάστημα του μήνα.", 3) Στο άρθρο 4 υπό τον τίτλο "Πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης" : "1.

Σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 και με την επιφύλαξη των τυχόν υφιστάμενων ευνοϊκότερων για τους εργαζόμενους διατάξεων ή πρακτικών, οι πρακτικές λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης στο ανάλογο επίπεδο, καθορίζονται ως ακολούθως: 2. Η ενημέρωση και διαβούλευση καλύπτουν:

α) την ενημέρωση σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, β) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση ή εγκατάσταση, καθώς και τα μέτρα πρόληψης που ενδεχομένως προβλέπονται σε περίπτωση ιδίως, που η απασχόληση απειλείται, γ) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με αποφάσεις που μπορούν να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων καλύπτονται από τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 1387/1983 "Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις" [ΦΕΚ110 Α') και του π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων, ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου" (ΦΕΚ 162 Α'), 3.

Η ενημέρωση πραγματοποιείται κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να προβαίνουν στη δέουσα εξέταση και να προετοιμάζονται ενδεχομένως για διαβουλεύσεις, 4. Η διαβούλευση πραγματοποιείται: α) κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, β) στο ενδεδειγμένο επίπεδο διεύθυνσης και εκπροσώπησης ανάλογα με το θέμα που συζητείται, γ) βάσει των σχετικών πληροφοριών που παρέχει ο εργοδότης, σύμφωνα με το άρθρο 2 σημείο στ' και της γνώμης, που έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, δ) κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να μπορούν να συναντήσουν τον εργοδότη και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση στη γνώμη που ενδεχομένως διατύπωσαν, ε) προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία, όσον αφορά τις αποφάσεις που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του εργοδότη, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ' του άρθρου αυτού.", 4).

Στο άρθρο 5, υπό τον τίτλο "Ενημέρωση και διαβούλευση βάσει συμφωνίας" ότι "Οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν, στο κατάλληλο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, να καθορίζουν ελεύθερα και οποτεδήποτε, μέσω συμφωνίας, τις πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων.

Οι συμφωνίες αυτές και οι συμφωνίες, που υφίστανται κατά την 23.3.2005, καθώς και οποιεσδήποτε μεταγενέστερες ανανεώσεις αυτών, μπορούν να προβλέπουν, τηρουμένων των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος διατάγματος και υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς της ισχύουσας νομοθεσίας, διατάξεις διαφορετικές από αυτές του άρθρου 4.",5) Στο άρθρο 6, υπό τον τίτλο "Εμπιστευτικές πληροφορίες", ότι "1.

Υπό τις προϋποθέσεις και εντός των ορίων που θέτει η ισχύουσα νομοθεσία, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και οι εμπειρογνώμονες, που ενδεχομένως τους επικουρούν, δεν επιτρέπεται να αποκαλύπτουν στους εργαζόμενους ή σε τρίτους πληροφορίες που τους ανακοινώθηκαν ρητά ως εμπιστευτικές χάριν προστασίας των νομίμων συμφερόντων της επιχείρησης ή της εγκατάστασης.

Η υποχρέωση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται οπουδήποτε και αν ευρίσκονται, ακόμη και μετά τη λήξη της θητείας τους. 2. Σε ειδικές περιπτώσεις και υπό τους όρους της ισχύουσας νομοθεσίας, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να ανακοινώσει πληροφορίες ή να προβεί σε διαβουλεύσεις, όταν η φύση τους είναι τέτοια που, αντικειμενικώς, θα εμπόδιζαν σοβαρά τη λειτουργία της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, ή θα έθιγαν αυτή.3.

Με την επιφύλαξη των υφισταμένων διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών, σε περίπτωση που ο εργοδότης απαιτεί εμπιστευτικότητα ή δεν παρέχει πληροφορίες σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προσφύγουν με σχετική αίτησή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, το οποίο κρίνει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Το δικαστήριο με την απόφασή του μπορεί να λάβει το κατά την κρίση του προσήκον μέτρο, είτε για την παροχή των πληροφοριών, είτε για τη διασφάλιση και την προστασία της εμπιστευτικότητάς τους.", 6) Στο άρθρο 7 υπό τον τίτλο "Προστασία των εκπροσώπων των εργαζομένων" ότι "1. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων απολαύουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, της προβλεπόμενης από τις ισχύουσες διατάξεις προστασίας και των προβλεπόμενων εγγυήσεων και διευκολύνσεων, ώστε να μπορούν να επιτελούν απερίσπαστοι τα καθήκοντα, που τους έχουν ανατεθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5, 9 και 10 και του άρθρου 15 του ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" (ΦΕΚ 79 A') και του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του ν. 1767/1988 "Συμβούλια εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις - Κύρωση της 135 διεθνούς σύμβασης εργασίας" [ΦΕΚ 63 A2}.

Επίσης, στους εκπροσώπους των εργαζομένων χορηγείται άδεια με αποδοχές για το χρόνο που απαιτείται να εκπληρώνουν τα καθήκοντα, που απορρέουν από το παρόν Προεδρικό Διάταγμα. 3. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων οφείλουν να ασκούν τα καθήκοντά τους με τρόπο που να μην εμποδίζεται η ομαλή λειτουργία της επιχείρησης και ο εργοδότης υποχρεούται να παρέχει σ' αυτούς κάθε δυνατή διευκόλυνση για την άσκηση των καθηκόντων τους.", 7) Τέλος, στο άρθρο 8, υπό τον τίτλο "Προστασία των δικαιωμάτων", ότι "1.

Απαγορεύεται στους εργοδότες ή σε πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους ή σε οποιοδήποτε τρίτο να προβαίνουν σε πράξεις ή παραλείψεις, με σκοπό να παρακωλύουν την άσκηση των δικαιωμάτων των εκπροσώπων των εργαζομένων που απορρέουν από το παρόν διάταγμα. 2. α) Η μη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 6 του παρόντος διατάγματος συνεπάγεται την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 205 Α'), όπως ισχύει, β) Η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 7 και της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, συνεπάγεται την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2639/1998, όπως ισχύει.".

Περαιτέρω, στο άρθρο 8 της παραπάνω Οδηγίας, για την ενσωμάτωση της οποίας στο εθνικό δίκαιο εκδόθηκε το ανωτέρω ΠΔ, υπό τον τίτλο "Προστασία των δικαιωμάτων", ορίζεται ότι "1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα δέοντα μέτρα για τις περιπτώσεις μη τήρησης της παρούσας οδηγίας από τον εργοδότη ή από τους εκπροσώπους των εργαζομένων ιδιαίτερα, φροντίζουν να υπάρχουν κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που να επιβάλλουν την εκπλήρωση των εκ της παρούσας οδηγίας υποχρεώσεων. 2.

Τα κράτη μέλη προβλέπουν τις κατάλληλες επιβλητέες κυρώσεις, όταν ο εργοδότης ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων παραβαίνουν την παρούσα οδηγία. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.". Οι λοιπές διατάξεις της Οδηγίας συνιστούν ακριβή διατύπωση των παραπάνω διατάξεων του ΠΔ 240/2006 γι' αυτό και δεν επαναλαμβάνονται εν προκειμένω.

Aκολούθως, στο άρθρο 174 ΑΚ ορίζεται ότι "η δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δε συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη", ενώ στο αρθ 180 ΑΚ ορίζεται ότι << Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε. >> Από την ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι η επιβολή προστίμου ως κύρωση για την μη τήρηση των διατάξεων τού π.δ. 240/2006 είναι σύμφωνη με την διάταξη τού άρθρου 8 της οδηγίας 2002/14/ΕΚ, η οποία υποχρεώνει τα κράτη -μέλη να επιβάλουν την εφαρμογή της οδηγίας καθιερώνοντας διαζευκτικώς και κατ' επιλογήν τής νομοθετικής εξουσίας είτε διοικητικές είτε δικαστικές κυρώσεις.

Επομένως, η διαβούλευση δεν έχει ταχθεί ως όρος του κύρους των εργοδοτικών αποφάσεων, όπως προκύπτει από την διατύπωση τού συνόλου των διατάξεων του π.δ. 260/2006, γι' αυτό και δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 174 και 180 Α.Κ. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι όποτε ο νομοθέτης θέλησε να επέλθει ακυρότητα απολύσεως λόγω παραβιάσεως διατάξεως νόμου, το προέβλεψε ρητώς (π.χ.

άρθρο 3, 6 §1 ν. 1387/83). Aκολούθως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( ΟλΑΠ 1/2016).

6. Eν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 και 8 του Π.Δ. 240/2006, 174 ΚΑΙ 180 ΑΚ κύρια βάση της αγωγής, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Επ'αυτού, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα εξής: Στην κρινόμενη υπόθεση, η ως άνω βάση της αγωγής των εναγόντων, επί της οποίας οι τελευταίοι στηρίζουν την αξίωσή τους για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων τους, που επήλθε ως συνέπεια της απόφασης της εναγόμενης να διακόψει οριστικά την λειτουργία του εργοστασίου της στη …………, για το λόγο ότι η τελευταία παρέλειψε και δεν τήρησε την υποχρέωσή της να τους ενημερώσει προηγουμένως σχετικά και να διαβουλευθεί μαζί τους, ισχυριζόμενοι ότι η κύρωση αυτή (ακυρότητα) πρέπει να επιβληθεί ως αναγκαίο και αποτελεσματικό μέτρο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ, για την επίτευξη του σκοπού της διάταξης του άρθρου 4 του ΠΔ 240/2006, όπως αυτή ερμηνεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ, είναι νόμω αβάσιμη.

Τούτο διότι, η επικαλούμενη συμπεριφορά της εναγομένης και αληθής υποτιθέμενη δεν συνεπάγεται, κατά το νόμο, την ανωτέρω κύρωση, καθόσον η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 περιπτ. α' του ΠΔ 240/2006 προβλέπει ότι, επί μη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την, ενδιαφέρουσα εν προκειμένω και επικαλούμενη από τους ενάγοντες, διάταξη του άρθρου 4 αυτού, επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 205 Α'), όπως αυτό ισχύει και ήδη ενόψει της κατάργησης του παραπάνω άρθρου με το άρθρο 33 παρ. 14 του νόμου 3996/2011, άρθρα 22 και 23 του νόμου 3996/2011.

Ενόψει δε της σαφούς και μονοσήμαντης γραμματικής διατύπωσης της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 2 περιπτ. Α' του ΠΔ 240/2006, το οποίο συμφωνεί απολύτως με το αντίστοιχο αρθρο 8 της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση σύγκρουσης εθνικού και κοινοτικού δικαίου και συνακόλουθα, ερμηνείας του πρώτου σύμφωνης με το περιεχόμενο και τους σκοπούς του δεύτερου.

Ειδικότερα, δεν διαπιστώνεται αντίθεση μεταξύ των παραπάνω διατάξεων αφού η επιλογή του εθνικού νομοθέτη για επιβολή διοικητικών κυρώσεων από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας είναι εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας, την οποία το άρθρο 8 της Οδηγίας καταλείπει στα κράτη μέλη, στα οποία επιβάλει την υποχρέωση να φροντίζουν, ώστε να υπάρχουν οι κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που να επιβάλλουν την εκπλήρωση των εκ της οδηγίας υποχρεώσεων (παρ. 1) και να προβλέπουν τις κατάλληλες επιβλητέες κυρώσεις, όταν ο εργοδότης ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων παραβαίνουν αυτή, οι οποίες πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές (παρ. 2).

Επομένως, κατά την κοινοτική νομοθεσία η επιβολή διοικητικής κύρωσης, μέσω διοικητικής διαδικασίας, θεωρείται το ίδιο αποτελεσματική, ανάλογη και αποτρεπτική με οποιαδήποτε δικαστική κύρωση και διαδικασία, γι' αυτό και στο κείμενο του άρθρου 8 της παραπάνω Οδηγίας τα δύο αυτά είδη κυρώσεων και διαδικασιών προβλέπονται διαζευκτικά.

Επομένως, υφίσταται συμφωνία της παραπάνω εθνικής και κοινοτικής διάταξης. Ακολούθως, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ως άνω κύρια βάση της αγωγής. Έτσι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο με την ως άνω κρίση του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και συνακόλουθα ο 1ος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

7. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 669 παρ.2 ΑΚ , 1 του Ν 2112/1920 και 5 παρ 3 Ν 3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα που ασκείται με μονομερή, απευθυντέα δήλωση, η οποία, εφ` όσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, είναι αναιτιώδης. Εν τούτοις, η άσκηση της καταγγελίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ , που απαγορεύει, ως καταχρηστική, την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστή ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού.

Υπέρβαση των ορίων αυτών ενέχει η καταγγελία που υπαγορεύθηκε από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης προς το πρόσωπο του μισθωτού εξ αιτίας συμπεριφοράς αυτού μη αρεστής στον εργοδότη ή, όταν αυτός είναι νομικό πρόσωπο, στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στα μέλη της διοίκησής του και, γενικά, από λόγο που ανάγεται στο πρόσωπο του εργοδότη και δεν συνδέεται με το καλώς εννοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της επιχείρησής του.

Τέτοιος λόγος υπάρχει και όταν ο μισθωτός προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας ή στο δικαστήριο, για να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, έστω και αν η ασκηθείσα προσφυγή ή αγωγή ελέγχθηκε, τελικώς, αβάσιμη ή όταν ο μισθωτός ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση, εφ` όσον από αυτή δεν επηρεάζεται η προσήκουσα παροχή της εργασίας ή η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης.

Δεν είναι, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν επιβάλλεται από την ανάγκη οργανωτικών ή διαρθρωτικών αλλαγών στην επιχείρηση, αφού, με το καθεστώς της ελεύθερης οικονομίας που αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ισχύουσας συνταγματικής τάξης, η επιλογή των κατάλληλων μέσων ή τρόπων για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού της επιχείρησης ανήκει στην ελεύθερη εκτίμηση του εργοδότη και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

Ελέγχεται, μόνο, το αν η επιλογή αυτή έγινε βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ. Πιο συγκεκριμένα, για την επιλογή του απολυτέου, μεταξύ αυτών που απασχολούνται στην επιχείρηση και ανήκουν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία ή ειδικότητα, θα πρέπει να ληφθούν υπ` όψη, ιδίως, η απόδοση, η αρχαιότητα, η ηλικία, τα οικογενειακά βάρη ή η οικονομική κατάσταση του κάθε εργαζόμενου και η δυνατότητα εξεύρεσης νέας απασχόλησης.

Ωστόσο, η καταγγελία θα πρέπει, πράγματι, να αποτελεί το τελευταίο μέσο στο οποίο προσφεύγει ο εργοδότης, για να εξυπηρετήσει τα δικαιολογημένα συμφέροντά του και γι` αυτό επιβάλλεται να επιλέξει, μεταξύ περισσότερων και εξ ίσου αποτελεσματικών μέσων, το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο. Ο απολυθείς μισθωτός δύναται να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ως γενομένης καταχρηστικά.

Αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απόλυσής του, όπως το ότι αυτή έγινε για λόγους εκδικήσεως εξ αιτίας συμπεριφοράς αυτού μη αρεστής στον εργοδότη, τότε ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της καταγγελίας απορρίπτεται κατ` ουσία, χωρίς να χρειάζεται να καθορισθούν ή να ερευνηθούν τα πραγματικά αίτια αυτής (AΠ 1162/2019, 606/2017,31/2013, 581/2011 ). 7.

Με τον 2ο από τους λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 παρ. 2, 281 και 288 ΑΚ και 17 παρ. 1 και 106 παρ. 2, 22 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, κρίνοντας ότι τα επικαλούμενα από αυτούς περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να προβεί στις ένδικες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ήτοι αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλεια.

Σχετικά με τον λόγο αυτό οι παραδοχές της προσβαλλομένης έχουν ως εξής: Οτι οι ενάγοντες, επιχειρούν να στηρίξουν τις ένδικες αξιώσεις τους για αναγνώριση της ακυρότητας των επίδικων καταγγελιών των εργασιακών συμβάσεων τους, καθώς και για την συνεπεία αυτής της ακυρότητας, καταβολή των αιτούμενων μισθών υπερημερίας, επικαλούμενοι ότι αυτές είναι καταχρηστικές ως συνέπεια της απόφασης της εναγόμενης να διακόψει οριστικά την λειτουργία του εργοστασίου της στη ……………..

για λόγους οικονομοτεχνικούς, τους οποίους η ίδια (εναγόμενη) με υπαιτιότητά της προκάλεσε, χωρίς μάλιστα προηγουμένως είτε να ενημερώσει σχετικά τους εκπροσώπους των εργαζομένων και να διαβουλευθεί με αυτούς, είτε να ερευνήσει την λήψη άλλων -πλην της ανωτέρω απόφασης για παύση της λειτουργίας του συγκεκριμένου εργοστασίου- προσφορότερων και ηπιότερων μέσων.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες, με την, ως άνω, αγωγική βάση, ισχυρίζονται: α) ότι η εναγόμενη εταιρεία αποφάσισε να διακόψει οριστικά την λειτουργία του εργοστασίου της στην …………….., επικαλούμενη την πτώση των αριθμών της παραγωγής και των πελατών, κατάσταση που η ίδια δημιούργησε και μεθόδευσε, αφενός μεν με την κατάργηση της εναλλασσόμενης βάρδιας, καίτοι επρόκειτο για εργοστάσιο συνεχούς λειτουργίας επί 24ώρου βάσεως και της μεταφοράς της παραγωγής του στα άλλα δύο εργοστάσιά της, που λειτουργούν στο …….

και στο …………., αφετέρου με το να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, παρά το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στα άλλα δύο προαναφερόμενα εργοστάσιά της εργάζονταν καθ' υπέρβαση του νόμιμου ωραρίου τους μη λαμβάνοντας ρεπό, β) ότι τούτο έπραξε η εναγόμενη προκειμένου να καταστεί δυνατή, με την επίκληση της ανωτέρω κατάστασης, η υλοποίηση της πιο πάνω απόφασής της και η συνεπεία αυτής απόλυση όλων των εργαζομένων του εργοστασίου, παρά το γεγονός ότι η πραγματικότητα ήταν πως το εργοστάσιο στη ………… αποτελούσε οικονομικά βιώσιμη, σύγχρονη, άκρως ανταγωνιστική και κερδοφόρα επιχείρηση, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή και γ) ότι η εναγόμενη εργοδότρια, επικαλούμενη τη μείωση της παραγωγής και της ζήτησης σχετικά με το συγκεκριμένο εργοστάσιο, αποφάσισε να το κλείσει , χωρίς προηγουμένως, να μετέλθει άλλων ηπιότερων αποφάσεων και συγκεκριμένα, να διατηρήσει την έστω χαμηλή παραγωγή του παραπάνω εργοστασίου και ταυτόχρονα να κατανείμει ισομερώς τις εργασίες του συνόλου της επιχείρησής της και στα τρία εργοστάσιά της, αναμένοντας την επανεκκίνηση των έργων υποδομής και την ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας ή να μεταβιβάσει το εργοστάσιο της …………..

σε άλλον ιδιοκτήτη. Ότι υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η σχετική αγωγική βάση, ως προς τα παραπάνω σκέλη της, κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη. Τούτο, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγόντων και αληθείς υποτιθέμενοι, δεν μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια, που οι ίδιοι επικαλούνται, ήτοι ακυρότητα των επίδικων καταγγελιών των εργασιακών συμβάσεών τους λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος της εναγόμενης, διότι κατατείνουν, άμεσα και έμμεσα, αφενός μεν στον ουσιαστικό έλεγχο της σκοπιμότητας και της αναγκαιότητας της επιχειρηματικής απόφασης της τελευταίας να παύσει οριστικά την λειτουργία του εργοστασίου της στην ……………, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους οικονομοτεχνικούς λόγους που επικαλέστηκε, για να δικαιολογήσει την απόφασή της αυτή (πτώση παραγωγής και μειωμένη ζήτηση), συνεπεία των οποίων προέβη στις επίδικες καταγγελίες, αφετέρου δε στην έρευνα του πως δημιουργήθηκαν οι οικονομοτεχνικές συνθήκες, που οδήγησαν στις επίμαχες καταγγελίες.

Ωστόσο, ένας τέτοιος έλεγχος εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να ελέγξει τυχόν καταχρηστικότητα στην άσκηση του δικαιώματος της εναγόμενης να καταγγείλει τις εργασιακές συμβάσεις των εναγόντων ως συνέπεια της παραπάνω εργοδοτικής - επιχειρηματικής απόφασής της, στα κατωτέρω τρία στάδια και δη α) της ύπαρξης οικονομοτεχνικού λόγου και οικονομικού σκοπού, β) της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επιχειρηματικής απόφασης της εναγόμενης να διακόψει οριστικά την λειτουργία του εργοστασίου της στην ……………..

και της καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων και γ) της ορθής επιλογής των εναγόντων ως απολυομένων. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η κατ' ουσίαν έρευνα στα ανωτέρω στάδια δεν είναι δυνατή καθόσον 1ον) οι ενάγοντες δεν επικαλούνται στην αγωγή, πέραν των ανωτέρω, πρόσθετα περιστατικά που να συνιστούν μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία της εναγόμενης ως προς αυτούς, οπότε υπό προϋποθέσεις και εφόσον αποδεικνύονταν, θα καθιστούσαν καταχρηστική την επιλογή της αυτή.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι η εναγόμενη, αν και διέκοψε την λειτουργία του εργοστασίου της στην ………… επικαλούμενη πτώση της παραγωγής του, λόγω μειωμένης ζήτησης και κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, συνεπεία της παραπάνω απόφασής της, εντούτοις συνέχισε την λειτουργία του εργοστασίου της ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και προσέλαβε άλλους στη θέση τους με μικρότερους μισθούς και με μειωμένα ή καθόλου επιδόματα, αποσκοπώντας όχι πραγματικά στην αντιμετώπιση οικονομοτεχνικών προβλημάτων, αλλά στην μείωση του κόστους εργασίας, ή ότι προσχηματικά επικαλέστηκε τους ανωτέρω λόγους και προσχηματικά έκλεισε το εργοστάσιό της στην ………….., προκειμένου να μπορέσει να "απαλλαγεί" από τους ενάγοντες, απολύοντάς τους, επειδή ήταν ανεπιθύμητοι στην διοίκησή της λόγω της συνδικαλιστικής δράσης τους, των πολιτικών πεποιθήσεών τους ή για άλλους λόγους.

Αντιθέτως, οι ίδιοι οι ενάγοντες εκθέτουν στην αγωγή τους ότι κατά τον ίδιο τρόπο η εναγόμενη εταιρεία προέβη στην καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων σχεδόν του συνόλου των εργαζομένων (229 άτομα) στο εργοστάσιο της στην ……………., 2ον) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανωτέρω απόφασης της εναγόμενης και των απολύσεων των εναγόντων είναι αυταπόδεικτος, ενόψει και του προαναφερόμενου ισχυρισμού των τελευταίων περί καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων σχεδόν του συνόλου των εργαζομένων σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από τις επίδικες.

Άλλωστε, η πρώτη κύρια βάση της αγωγής, στηρίζεται στον ισχυρισμό των εναγόντων περί ακυρότητας των επίμαχων καταγγελιών, κατά παράβαση των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων, μετά την απόφαση της διοίκησης και δη του Υπουργού Εργασίας να μην εγκρίνει τις αιτούμενες από την εναγόμενη απολύσεις 229 εργαζομένων στο εργοστάσιο της ………….., μετά την οριστική διακοπή της λειτουργίας αυτού, κι όχι μόνο αυτές των εναγόντων και 3ον) οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται και δεν εκθέτουν στην αγωγή τους περιστατικά, που να υποδηλώνουν ότι η εναγόμενη εργοδότρια επέλεξε να απολύσει ειδικά αυτούς, προκειμένου να ανταπεξέλθει στα επικαλούμενα οικονομικά προβλήματα του εργοστασίου της στην ………………, χωρίς να τηρήσει αντικειμενικά, υπηρεσιακά και κοινωνικά, κριτήρια σε σύγκριση με άλλους συναδέλφους τους, που έπρεπε να απολυθούν και δεν απολύθηκαν και συγκεκριμένα, δεν εκθέτουν τις ανάγκες, την αρχαιότητα, την ηλικία, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των ίδιων και άλλων απολυτέων συναδέλφων τους.

Αντιθέτως, οι ενάγοντες βάλλουν κατά της επιχειρηματικής απόφασης της εναγομένης να παύσει την λειτουργία του εργοστασίου της στην …………… και ζητούν να ελεγχθεί η απόφαση αυτή υπό το πρίσμα και πνεύμα της καταχρηστικότητας βάσει του άρθρου 281 ΑΚ, έλεγχος, ο οποίος δεν είναι επιτρεπτός.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες επικαλούνται ότι οι επίμαχες καταγγελίες των εργασιακών συμβάσεών τους, ως γενόμενες συνεπεία της ανωτέρω απόφασης της εναγομένης για διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της στην ………., η οποία (απόφαση) λήφθηκε άνευ προηγούμενης ειδοποίησης και διαβούλευσης μεταξύ των εκπροσώπων της εργοδότριας και των εργαζομένων και κατά παράβαση της έως τότε επιχειρησιακής πρακτικής, είναι άκυρες ως ασκούμενες κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης, καθόσον μάλιστα είχε δημιουργηθεί στους ενάγοντες η πεποίθηση ότι δεν κινδυνεύουν οι θέσεις εργασίας τους.

Τα ανωτέρω επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να θεμελιώσουν κατά νόμο την επικαλούμενη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της εναγόμενης να καταγγείλει τις εργασιακές συμβάσεις των εναγόντων. Τούτο διότι, με τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς, που συνίστανται στο ότι λόγω του αιφνιδιαστικού χαρακτήρα της ανωτέρω επιχειρηματικής απόφασης περί οριστικής διακοπής του παραπάνω εργοστασίου, συνεπεία της οποίας έλαβαν χώρα οι επίμαχες καταγγελίες, αυτές ασκήθηκαν κατά κατάχρηση του σχετικού εργοδοτικού δικαιώματος, επιχειρείται, κατ' έμμεσο τρόπο, ο ουσιαστικός δικαστικός έλεγχος της οικονομικής σκοπιμότητας και αναγκαιότητας της παραπάνω επιχειρηματικής απόφασης της εναγομένης εργοδότριας, ο οποίος δεν είναι δυνατός.

Ότι επί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης για λόγους οικονομοτεχνικούς ο δικαστικός έλεγχος της καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού εργοδοτικού δικαιώματος διέρχεται των προαναφερόμενών τριών σταδίων.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε κατ' ουσίαν έρευνα των σταδίων αυτών. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, οι ενάγοντες δεν εκθέτουν στην αγωγή τους ποια ήταν η προγενέστερη εκείνη συμπεριφορά της εναγόμενης που τους δημιούργησε εύλογα και δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι το εργοστάσιο της ………………. θα συνεχίσει να λειτουργεί, ενόψει και των διαλαμβανόμενων στην αγωγή (αντιφατικών) ισχυρισμών των ίδιων, ότι η εναγόμενη στο άμεσο παρελθόν και δη τον Δεκέμβριο του 2012 είχε επιχειρήσει την εφαρμογή στο παραπάνω εργοστάσιο του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο τελικά δεν εφαρμόστηκε, λόγω αποτυχίας των σχετικών διαβουλεύσεων ανάμεσα στους εκπροσώπους της εργοδότριας και των εργαζομένων. Ακολούθως, και οι παραπάνω αγωγικές βάσεις κρίνονται απορριπτέες ως νόμω αβάσιμες. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές, που συμπυκνώνονται στο ότι η επιχειρηματική συμπεριφορά του εργοδότη, όταν εκδηλώνεται στα ως άνω πλαίσια, δεν ελέγχεται ως καταχρηστική, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνακόλουθα ο 2ος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του είναι αβάσιμος.

9. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 3/1997), και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν` απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν στοιχειοθετείται, όμως, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ. αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ` ουσίαν. ( ΟλΑΠ 25/2003 ).

10. Mε τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το αρθ 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του κατά την απόρριψη ως μη νόμιμου του ως άνω ισχυρισμού των εναγόντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τις ένδικες συμβάσεις εργασίας τους εξής πραγματικούς ισχυρισμούς: 1) Ότι η αναιρεσίβλητη με την καταγγελία των ως άνω συμβάσεων εργασίας χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους παραβίασε σχετική ενοχική υποχρέωση που είχε αναλάβει με ενοχικές συλλογικές συμφωνίες. 2) Ότι η αναιρεσίβλητη λίγο πριν από τις ως άνω καταγγελίες τους μείωσε το μετοχικό της κεφάλαιο κατά 70 εκατ.

Ευρώ, με σκοπό την επιστροφή του ποσού αυτού στους μετόχους, ενώ ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής διαβεβαίωνε ότι μετά τη μείωση αυτή θα διασφαλιζόταν η απρόσκοπτη λειτουργία της εταιρίας. 3) Ότι η αναιρεσίβλητη τρεις μήνες, πριν το κλείσιμο του εργοστασίου, επέβαλε σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης με την μορφή της μίας μόνο ημέρας λιγότερης ανά εβδομάδα, διαβεβαιώνοντας τους αναιρεσείοντες ότι με το μέτρο αυτό διασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του εργοστασίου, ενώ την ίδια περίοδο απασχολούσε υπερεντατικά τους εργαζομένους της στα άλλα δύο εργοστάσιά της.

Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως δεν αποτελούν "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αλλά επιχειρήματα , που δεν μπορούν να στηρίξουν αυτοτελώς την ως άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και ως εκ τούτου ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

11. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο με την κρίση του ότι η ερειδόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ βάση της αγωγής, σύμφωνα με την οποία οι επίδικες καταγγελίες έγιναν επί σκοπώ παραβίασης του νόμου περί ομαδικών απολύσεων και συνεπώς είναι άκυρες ως καταχρηστικές, υπό την έννοια ότι η αναιρεσίβλητη κατένειμε σκοπίμως τον αριθμό των απολύσεών τους σε διαδοχικές περιόδους αναφοράς κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αποφύγει την εφαρμογή των δυσμενών για τα συμφέροντά της αναγκαστικών κανόνων του ν. 1387/1983 και ιδίως την υποχρέωση ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εναγομένων , είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι 1ον) οι επίδικες απολύσεις είναι κάτω του νόμιμου ορίου των ομαδικών απολύσεων και 2ον) δεν επικαλούνται οι ενάγοντες ότι η εναγομένη προέβη σε αυτές αφενός μεν από μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία προς το πρόσωπό τους, αφετέρου δε χωρίς να τηρήσει αντικειμενικά κριτήρια επιλογής των απολυτέων εργαζομένων, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1, 5 και 6 της Οδηγίας 98/59/ΕΚ, 1, 3, 4, 5 και 6 του ν. 1387/1983 καθώς και τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Σχετικά με τον λόγο αυτό το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Ότι στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες με την πρώτη βάση της αγωγής τους, επιχειρούν να στηρίξουν την αξίωσή τους για αναγνώριση της ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους και την, συνεπεία αυτής, αξίωση για καταβολή των αιτούμενων μισθών υπερημερίας, ισχυριζόμενοι ότι η εναγομένη εργοδότρια προέβη σε αυτές κατά κατάχρηση δικαιώματος με σκοπό την καταστρατήγηση του ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων.

Ότι ειδικότερα η εναγομένη εργοδότρια έλαβε αιφνιδίως την απόφαση να παύσει οριστικά τη λειτουργία του εργοστασίου της στην …….. στις 25-3-2013, χωρίς προηγουμένως να καλέσει τους εκπροσώπους των εργαζομένων για διαβούλευση και ενημέρωση, αλλά προκειμένου να τηρήσει τυπικά την εκ του νόμου προβλεπόμενη διαδικασία των ομαδικών απολύσεων προσκάλεσε εκ των υστέρων το σωματείο των εργαζομένων προς ενημέρωση και διαβούλευση επί ειλημμένων αποφάσεων, χωρίς να υπάρχει κανένα περιθώριο αποφυγής των απολύσεων.

Ότι ακολούθως, στις 16-4-2013, η εναγομένη εργοδότρια αιτήθηκε την έγκριση του Υπουργού Εργασίας για σχέδιο απολύσεων διακοσίων είκοσι εννέα (229) εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, ενώ την 2-5-2014, την 2-6-2014 και την 1-7--2014 η εναγομένη επέδωσε με δικαστικό επιμελητή σε καθένα από τους πρώτους έξι ενάγοντες, τους έβδομο έως και δωδέκατο των εναγόντων και τους λοιπούς, αντίστοιχα, ατομικά κείμενα καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, παρά το γεγονός ότι είχε προηγηθεί η αρνητική απόφαση του Υπουργού Εργασίας επί του αιτήματος της εναγομένης για έγκριση σχεδίου ομαδικών απολύσεων, η οποία ελήφθη στις 26-4-2013, μετά την σύμφωνη γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, το οποίο συγκλήθηκε και συνεδρίασε κατ' αίτηση του παραπάνω Υπουργού, παρουσία των εκπροσώπων της εργοδότριας και των εργαζομένων, στις 24-4-2013.

Επιπλέον δε η εναγομένη σε 16 διαδοχικές περιόδους αναφοράς (Απρίλιος 2013 - Μάιος 2013 - Ιούνιος 2013 - Ιούλιος 2013 - Αύγουστος 2013 - Σεπτέμβριος 2013 - Οκτώβριος 2013 - Νοέμβριος 2013 - Δεκέμβριος 2013 - Ιανουάριος 2014 - Φεβρουάριος 2014 - Μάρτιος 2014 - Απρίλιος 2014 - Μάιος 2014 - Ιούνιος 2014 - Ιούλιος 2014) προέβη σε διαδοχικές ομαδικές καταγγελίες συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων του εργοστασίου της ……….

και μάλιστα υπερβαίνοντας στις προηγούμενες, πριν από τις επίδικες, απολύσεις το όριο των ομαδικών απολύσεων, που τίθενται από το κοινοτικό δίκαιο βάσει της αρχικής της απόφασης περί διακοπής της λειτουργίας του εργοστασίου και χωρίς να συντρέχουν σε κάθε νέα περίοδο αναφοράς νέοι λόγοι, που να δικαιολογούν τέτοια ενέργεια, με μοναδικό σκοπό την κατανομή των συγκεκριμένων απολύσεων, που απέρριψε στο σύνολό τους ο Υπουργός Εργασίας, έτσι ώστε να εκφεύγουν οριακά του ελέγχου των ομαδικών απολύσεων.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι ως άνω γενόμενες απολύσεις τους έχουν γίνει κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης και δη με σκοπό αποφυγής της δέσμευσής της από την προαναφερθείσα απόφαση της διοίκησης να μην εγκρίνει τις αιτούμενες απολύσεις 229 εργαζομένων στο εργοστάσιο της ………….

και να αποφύγει τις διαβουλεύσεις, που απαιτούνται κατά τον ανωτέρω νόμο. Ότι, υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, η προαναφερθείσα αγωγική βάση κρίνεται μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Τούτο διότι οι προβαλλόμενοι προς επιστήριξή της ισχυρισμοί των εναγόντων εδράζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.

Συγκεκριμένα, η διαδικασία που θεσπίζει ο ν. 1387/1983 (διαβούλευση - ενημέρωση εκπροσώπων εργοδότη και εργαζομένων, επί συμφωνίας αυτών απολύσεις σύμφωνα με αυτή, επί μη επίτευξης παρέμβαση της διοίκησης και απόφαση αυτής, που δεσμεύει τον εργοδότη, μη δυνατότητα διενέργειας των απολύσεων, πριν την παρέλευση των ανώτατων χρονικών ορίων του νόμου για ολοκλήρωση των πιο πάνω διαδικασιών), η τήρηση της οποίας είναι αναγκαία, προκειμένου να θεωρούνται νόμιμες και έγκυρες οι ομαδικές απολύσεις, αφορά αυτές τις τελευταίες και όχι την επιχειρηματική απόφαση του εργοδότη συνεπεία της οποίας αυτές σχεδιάζονται, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.

Ότι επομένως, η θεσπιζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 5 ν. 1387/1983 διαδικασία δεν αφορά και δεν απαιτείται να τηρηθεί στο προγενέστερο των απολύσεων χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο εργοδότης λαμβάνει την επιχειρηματική απόφαση, συνεπεία της οποίας παρίσταται ανάγκη να διενεργήσει ομαδικές απολύσεις, αλλά η τήρησή της απαιτείται πριν από την διενέργεια των απολύσεων αυτών και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα μετά τη λήψη της επιχειρηματικής απόφασης του εργοδότη και πριν τη διενέργεια των απολύσεων.

Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην κρινόμενη αγωγή στην ένδικη υπόθεση τηρήθηκαν οι παραπάνω διατάξεις του ν. 1387/1983, καθόσον η εναγομένη αφενός μεν την ίδια ημέρα (26-3-2013), που ανακοίνωσε στους εργαζομένους στο εργοστάσιό της στην ………….., μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, την από 25-3-2013 επιχειρηματική απόφασή της για οριστική παύση της λειτουργίας αυτού, κάλεσε και τους εκπροσώπους τους για ενημέρωση και διαβούλευση σχετικά με τους λόγους της απόφασης αυτής και τις σχεδιαζόμενες απολύσεις διακοσίων είκοσι εννέα (229) εργαζομένων επί συνόλου διακοσίων τριάντα έξι (236), αφετέρου δε μετά την παρέλευση, στις 15- 4-2013, του νόμιμου χρονικού διαστήματος των διαβουλεύσεων (20ήμερο) υπέβαλε αίτημα στον Υπουργό Εργασίας για έγκριση ομαδικών απολύσεων διακοσίων είκοσι εννέα (229) εργαζομένων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η προαναφερόμενη πρώτη κύρια αγωγική βάση (ακυρότητα των επίδικων καταγγελιών λόγω παράβασης του Ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων) κρίνεται ως μη νόμιμη. Περαιτέρω, ο αγωγικός ισχυρισμός περί ακυρότητας των επίδικων καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, που έλαβαν χώρα μετά την από 26-4-2013 απόφαση του Υπουργού Εργασίας να μην εγκρίνει το αίτημα της εναγομένης για ομαδικές απολύσεις διακοσίων είκοσι εννέα (229) εργαζομένων με σκοπό την παραβίαση της απόφασης αυτής, κρίνεται μη νόμιμος.

Τούτο, διότι η εναγομένη εργοδότρια νόμιμα προέβη στις επίδικες απολύσεις, οι οποίες είναι κάτω του νόμιμου ορίου των ομαδικών απολύσεων, παρά την ολική απόρριψη του συνόλου των ομαδικών απολύσεων από την διοίκηση, καθόσον οι επίδικες απολύσεις των εναγόντων δεν υπερβαίνουν το όριο που θέτει η διάταξη του άρθρου 1 ν. 1387/1983, πάνω από το οποίο οι γενόμενες απολύσεις θεωρούνται ομαδικές, επιπλέον δε δεν συμπίπτουν με τον αριθμό των απολύσεων (229), που δεν ενέκρινε ο Υπουργός Εργασίας και 2ον) οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι η εναγομένη προέβη στις συγκεκριμένες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους αφενός μεν από μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία προς το πρόσωπό τους, αφετέρου δε χωρίς να τηρήσει αντικειμενικά κριτήρια (κοινωνικά και υπηρεσιακά) επιλογής αυτών προς απόλυση, καθόσον μάλιστα,, οι ίδιοι αναφέρουν στην αγωγή ότι η εναγομένη σχεδίασε και επιχείρησε την απόλυση συνολικά 229 εργαζομένων, μετά δε την απορριπτική απόφαση της διοίκησης προέβη σταδιακά σε απολύσεις, που ανά μήνα δεν υπερβαίνουν τον παραπάνω αριθμό, αλλά ούτε και το όριο που θέτει ο νόμος περί ομαδικών απολύσεων.

Έτσι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις του Ν 1387/1983, κρίνοντας ότι οι ένδικες απολύσεις, ως εκ του αριθμού τους ανά ημερολογιακό μήνα, δεν είναι ομαδικές, αφού δεν υπερβαίνουν το τιθέμενο ποσοστό του 5%, και συνεπώς δεν έρχονται σε αντίθεση ούτε με τον νόμο αυτό, ούτε με την Οδηγία 98/59/ΕΚ, με την οποία έχουν κωδικοποιηθεί οι διατάξεις της Οδηγίας 75/129/ΕΟΚ και συνακόλουθα ο 4ος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

11. Κατά το άρθρο 14 § 5 του Ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας α) των μελών της διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 92 ΑΚ της συνδικαλιστικής οργάνωσης, β) των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 του ΑΚ διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης που διορίζει το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 69 του ΑΚ και γ) των μελών της διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση της συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους της παραγράφου 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15. Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ` αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στην παράγραφο 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ίδιου Νόμου.

Εάν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Ο εργοδότης εάν αρνηθεί, μετά την άκυρη αυτή καταγγελία, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους) περιέρχεται σε υπερημερία και οφείλει μισθούς υπερημερίας.

Εξάλλου, για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) ο μισθωτός να είναι νόμιμα εκλεγμένο μέλος της διοίκησης νομίμως συσταθέντος συνδικαλιστικού σωματείου ή νόμιμα διορισμένο μέλος της προσωρινής διοίκησής του ή μέλος της προσωρινής εκλεγείσας διοίκησης υπό ίδρυση Σωματείου, γ) ο εργοδότης να τελεί σε γνώση της ιδιότητος αυτής του μισθωτού του και δ) δυνατότητα απασχόλησης του συνδικαλιστικού στελέχους στην επιχείρηση του εργοδότη (Ολ.

ΑΠ 206/1999, ΑΠ 182/2019, ΑΠ 424/2016 ).

13. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, οι κατωτέρω αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα o τέταρτος και δέκατος τέταρτος των αναιρεσειόντων ισχυρίζονται ότι oι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρες, επειδή ο μεν πρώτος εξ αυτών ήταν μέλος της Επιτροπής Υγιεινής και Ασφαλείας τού εργοστασίου της αναιρεσίβλητης, ο δε δεύτερος εξ αυτών ήταν αντιπρόεδρος τού σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Χειριστών και Βοηθών Μηχανημάτων Ν.

Εύβοιας" και επομένως ισχυρίζονται ότι θα έπρεπε να είχε τηρηθεί η ειδική διαδικασία, που ισχύει για την απόλυση εργαζομένων των εν λόγω κατηγοριών. Το Εφετείο όμως απέρριψε αυτή την αγωγική βάση κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 14 παρ 5 του Ν. 1264/1982 και 3 παρ. 9 του Ν. 1568/1985. Σχετικά με τον λόγο αυτό το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Εξάλλου, με την τέταρτη αγωγική βάση οι 4ος (Κ.

Μ.) κοι 14ος (Κ. Α.) των εναγόντων ισχυρίζονται ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους πάσχουν ακυρότητας καθώς έλαβαν χώρα κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 14§5 ν. 1264/1982 περί προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών και 3§9 ν. 1568/1985, αφού ο μεν πρώτος κατά το χρόνο της απόλυσης ήταν εκλεγμένο μέλος της Επιτροπής Υγιεινής και Ασφάλειας του εργοστασίου της εναγομένης στη …………, ο δε δεύτερος επίσης κατά το χρόνο απόλυσης ήταν αντιπρόεδρος της νομίμως συσταθείσας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σωματείο Χειριστών και Βοηθών Μηχανημάτων ν.

Εύβοιας" και επομένως θα έπρεπε για το κύρος της καταγγελίας να τηρηθεί η προβλεπόμενη στις ως άνω διατάξεις ειδική διαδικασία. Επί της αγωγικής αυτής βάσης πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μελών των διοικήσεων συνδικαλιστικών οργανώσεων προβλέπεται ότι αυτή λαμβάνει χώρα μόνο για συγκεκριμένους λόγους και αφού τηρηθεί συγκεκριμένη διαδικασία σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 1264/1982.

Εάν όμως εκ των υστέρων εκλείψει για αντικειμενικούς λόγους η δυνατότητα απασχόλησης του προστατευόμενου συνδικαλιστικού στελέχους και η απόλυσή του γίνεται γι' αυτό ακριβώς το λόγο δεν εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις. Κατά συνέπεια, με βάση όλα τα ανωτέρω η τέταρτη αγωγική βάση κρίνεται μη νόμιμη καθώς και αληθή υποτιθέμενα τα περιστατικά, που διαλαμβάνουν στο δικόγραφο της αγωγής οι ενάγοντες, δεν είναι ικανά να επιφέρουν την έννομη συνέπεια, που οι ίδιοι επικαλούνται, ήτοι την ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους.

Τούτο διότι οι ίδιοι οι ενάγοντες αναφέρουν επανειλημμένα στο δικόγραφο της αγωγής ότι η εναγομένη εργοδότρια προέβη σε οριστική διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της στη …………, όπου παρείχαν την εργασία τους οι εν λόγω ενάγοντες και επομένως, αφού καθίσταται αδύνατη η απασχόληση των τελευταίων, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 1264/1982 περί προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών".

Με την κρίση του αυτή ορθώς το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, μετά από την διαπίστωση ότι λείπει από την αγωγή η ως άνω προαναφερθείσα προϋπόθεση, ήτοι η δυνατότητα πραγματικής απασχόλησης των ανωτέρω αναιρεσειόντων .

Συνεπώς ο 5ος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ 1 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

14. Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολίας για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 8/2016, 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 286/2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, τις υπ' αριθμ. 32 και 34/2017 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, τις 312 και 318/2014 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, την 118/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, την 739/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, την 255/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, τις 427 και 428/2015 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας και τις 143 και 144/2017 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας αποφάσεις ....

Ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα από άλλες δίκες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου προκειμένου να αποδείξουν ποιος ήταν ο συμφωνημένος μισθός τους στην εναγομένη κατά το χρόνο της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, βάσει του οποίου θα έπρεπε να υπολογισθεί η οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, η οποία υπολείπεται της οφειλόμένης.

Εξ αιτίας δε της μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων το δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι η καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης δεν υπολείπεται της οφειλόμενης και μετά ταύτα απέρριψε την αγωγή τους ως προς τη βάση για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης, άλλως για συμπλήρωση αυτής...

Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης , στην οποία διαλαμβάνεται ότι" από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις υπ' αριθμ. 31.469/2014 και 33360/2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Κωνσταντίου..., την υπ' αριθμ. 670/2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας...

και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το αιτιολογικό αυτής, όπου μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά, εκτός των άλλων, στις 312/2014 και 318/2014(επί εφέσεως κατά των υπ' αριθμ. 596/2013 και 597/2013 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας), 255/2015 (επί εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 739/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας), 143/2017 και 144/2017(επί εφέσεως κατά των υπ' αριθμ. 427/2015 και 428/2015 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας ι τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, στην 118/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας και στην υπ' αριθμ. 289/2016 ένορκη βεβαίωση της Φ.

Ο.- Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας (και όχι 286/2016 όπως εσφαλμένα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες) καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα.

Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

15. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 9/2016, 9/2011).

Κατά την έννοια αυτή, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα των τακτικών αποδοχών των εναγόντων κατά τον χρόνο της καταγγελίας των ένδικων συμβάσεων εργασίας, επί των οποίων υπολογίζεται η οφειλόμενη αποζημίωση, καθώς, ενώ δέχεται ότι το ύψος των αποδοχών των εναγόντων αποδεικνύεται πλήρως από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες έγγραφα και απορρίπτει ως αβάσιμο κατ'ουσίαν τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι ελάμβαναν μικρότερες αποδοχές, εν συνεχεία, υπολογίζει, αντιφατικώς προς την ανωτέρω παραδοχή του, τις οφειλόμενες αποζημιώσεις των εναγόντων με βάση τις μικρότερες μηνιαίες αποδοχές που επικαλείται η εναγομένη.

Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, γιατί, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του αρ 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα.

16. Αναφορικά με το αίτημα των εναγόντων περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και συγκεκριμένα των Οδηγιών 98/59 και 2002/14 και, αντίστοιχα, των διατάξεων του Ν. 1387/1983 και του ΠΔ 240/2006, που ενσωματώνουν τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, αυτό κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο, εφόσον το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλ των Οδηγιών 98/59 και 2002,2014 καθώς και ερμηνείας του εσωτερικού δικαίου ( Ν 1337/1983 και Π.Δ 240/2006 ), κατά το μέρος που ενσωματώνουν όμοιες ρυθμίσεις της Ένωσης. 17. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-2-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 208/2017 αποφάσεως του Εφετείου Ευβοίας. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ