Appeal partially allowed against wife and children but dismissed against husband due to lack of individual grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the husband, M. B., as the lower court had already addressed his specific claim regarding the insurance company's liability. However, the appeal was allowed against the wife and their minor children concerning medical expense compensation, which the appellate court found required re-examination. Consequently, the case was remitted for retrial before a new panel of judges to resolve the disputed medical costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be directed only against those defendants against whom the alleged error is actionable, and if the error does not affect a specific defendant individually, the appeal against them is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 845 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 845/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Η. Σ. ΑΕΓΑ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Β., 2) Κ. Ν., συζ. Μ. Β., κατοίκων ... και 3) α. Μ. Β., β. Κ. Ν., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Ε. Β. και Α. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Παπανώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3776/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1875/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-9-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 29-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου κατά το πρώτο, υπ’ αριθμ. Ι σκέλος του, λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1875/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων απ’ αυτούς, από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ’ εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντα, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτής (ΑΠ 1475/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται ατομικά κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου Μ. Β., ο οποίος ήταν αντίδικος του αναιρεσείοντος στη δίκη στο Εφετείο, όπου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η έφεση του τελευταίου απευθύνθηκε και κατ’ αυτού, επίσης, ατομικά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αφορούν στον εν λόγω αναιρεσίβλητο.
Με την παρ. 5 του άρθρου 19 του ν. 489/1976, που προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΠΔ/τος 264/1991 και αποτελεί υλοποίηση της υπ’ αριθμ. 84/5/ΕΟΚ αρ. 1 παρ. 44 εδ. α’ Οδηγίας, ορίζεται για λόγους οικονομικής ελαφρύνσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου ότι: "Η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού, που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αιτία αυτή στον ζημιωθέντα".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ο επικουρικός χαρακτήρας της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, με την έννοια ότι στο μέτρο που ο παθών και γενικά ο δικαιούχος από τη διαπραχθείσα αδικοπραξία δικαιούται να καλύψει τη ζημία του από ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, επέρχεται απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Με την ειδική αυτή ρύθμιση του νόμου εκτοπίζεται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, στην περίπτωση που αυτή ήταν εφαρμοστέα, με την οποία ο νομοθέτης για να αποτρέψει την ανεπιεική λύση της απαλλαγής (ολικής ή μερικής) του ζημιώσαντος εισάγει ειδικά για τις περιπτώσεις υποχρέωσης αποζημιώσεως ένεκα θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου των άρθρων 928 και 929 ΑΚ εξαίρεση από την αρχή του καταλογισμού των ωφελειών ή συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (Ολομ.ΑΠ 807/1973) και η οποία προβλέπει την αθροιστική απόληψη της αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο την οφείλει στον δικαιούχο, με βάση το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 489/ 1976, και της παροχής την οποία για την ίδια αιτία οφείλει στο δικαιούχο ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης.
Ο εισαγόμενος με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976 περιορισμός δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως αλλά πρέπει να προβληθεί νομίμως ισχυρισμός από το νομιμοποιούμενο προς τούτο Επικουρικό Κεφάλαιο. Η προβολή αυτή δύναται να γίνει το πρώτο στο Εφετείο υπό τους όρους του άρθρου 527 παρ. 2 ΚΠολΔ αν η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του αρχικώς εναχθέντος ασφαλιστή και η συνακόλουθη υποκατάσταση του Επικουρικού Κεφαλαίου έλαβε χώρα μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως ή μετά την άσκηση εφέσεως από τον ασφαλιστή οπότε η προβολή του σχετικού ισχυρισμού από το άρθρο 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976 δύναται να γίνει από το υπεισερχόμενο αυτοδικαίως στη δίκη Επικουρικό Κεφάλαιο με τις έγγραφες προτάσεις που καταθέτει στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της έφεσης που περιέχουν κατά τούτο πρόσθετο λόγο εφέσεως παραδεκτώς προβαλλόμενο ενόψει της διατάξεως του άρθρου 674 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 681Α’ του ΚΠολΔ.
Επομένως, σε μία τέτοια περίπτωση εφόσον προβάλλεται σχετικός ισχυρισμός από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, για συνδρομή των όρων του άρθρου 19 παρ. 5 του ν. 489/1976, πρέπει να γίνεται αφαίρεση από την οφειλόμενη από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωση, κατά το άρθρο 929 ΑΚ, κάθε ποσού, το οποίο με την ίδια αιτία δικαιούται ο δικαιούχος να αξιώσει από το ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης (ΑΠ 671/2013, ΑΠ 34/2012, ΑΠ 332/2011, ΑΠ 158/2006).
Η ως άνω νομοθετική ρύθμιση αφορά κάθε περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, όπως συμβαίνει σε περίπτωση ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχειρήσεως λόγω παραβάσεως νόμου, κατά την οποία αυτό ευθύνεται υπό τους όρους της παρ. 4 του άρθρου 19 του Ν. 489/1976 έναντι του παθόντος τρίτου, και δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις ανασφάλιστων ή αγνώστων αυτοκινήτων (ΑΠ 34/2012, ΑΠ 1258/2006, ΑΠ 883/2006, ΑΠ 158/2006).
Η εν λόγω ευνοϊκή μεταχείριση ισχύει μόνο, όταν είναι υπόχρεο το Επικουρικό Κεφάλαιο και όχι άλλο υπόχρεο πρόσωπο, το οποίο δεν δικαιούται να επικαλεσθεί, έναντι του δικαιούχου παθόντος, ότι ισχύει και έναντι αυτών ο περιορισμός, κατά το ποσό, το οποίο ο παθών δικαιούται να απαιτήσει από ασφαλιστικό ταμείο.
Για τους λοιπούς υπόχρεους ισχύουν οι κοινές διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν, σωρευτική απόληψη του ποσού της αποζημίωσης (άρθρ. 930 παρ. 3 ΑΚ).
Εξάλλου, ο από το άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο υπό στοιχ. Ι σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη και τα εκπροσωπούμενα απ’ αυτή και τον πρώτο αναιρεσίβλητο, σύζυγό της, ανήλικα τέκνα της δικαιούνται να αξιώσουν, ως αποζημίωση, κατ’ άρθρο 930 εδ.
γ’ ΑΚ, από το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο τα καλυπτόμενα εξ ολοκλήρου από τον ασφαλιστικός τους φορέα ΤΑΠ - ΟΤΕ ποσά (1.530,85 ευρώ για νοσήλια, ιατρικές επισκέψεις, ακτινογραφίες, αγορά βακτηριών και 10.000 ευρώ για πλαστικές επεμβάσεις), λόγω του τραυματισμού τους κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, αντί να δεχθεί το νομίμως προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με το δεύτερο λόγο της έφεσής του περί περιορισμού της ευθύνης του, λόγω συνδρομής των όρων του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/76 και κατ’ εφαρμογή της διάταξης αυτής να απορρίψει τα κονδύλια για νοσήλια, ιατρικές εξετάσεις και πλαστικές χειρουργικές επεμβάσεις, διότι αυτά καλύπτονται εξ ολοκλήρου από τον ασφαλιστικό φορέα των αναιρεσιβλήτων και δεν δικαιούνται αυτοί να τα αξιώσουν από το Επικουρικό Κεφάλαιο, παραβίασε ευθέως διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, την οποία εσφαλμένως εφάρμοσε αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976, την οποία δεν εφάρμοσε αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο υπό στοιχ.
ΙΙ σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επίσης, διότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, υπάλληλος στον ΟΤΕ, έχει αξίωση αποζημίωσης από το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο, συνιστάμενη στις αποδοχές της από την εργασία της ως υπαλλήλου του ΟΤΕ, κατά το χρονικό διάστημα των τεσσάρων μηνών που απείχε από την ως άνω εργασία της λόγω του τραυματισμού της, ασχέτως του ότι άλλος εκ του νόμου κατέβαλε σ’ αυτήν ως παθούσα τις αποδοχές της αυτές, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, παρότι εν προκειμένω δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, αφού η δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε λάβει από τον εργοδότη της (ΟΤΕ) το σύνολο των αποδοχών της και δεν είχε επέλθει ζημία της εξαιτίας της ανικανότητάς της προς εργασία και με την παραδοχή αυτή να απορρίψει το συναφή δεύτερο λόγο της έφεσής του και να το υποχρεώσει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη 11.200 ευρώ για απώλεια εισοδήματος, παρότι το ποσό αυτό είχε καταβληθεί σ’ αυτήν από τον εργοδότη της (ΟΤΕ), ενεργούντα με την ιδιότητα του φορέα κοινωνικής ασφάλισης (αφού κατέβαλε αμοιβή χωρίς να του παρέχεται αντίστοιχη εργασία), παραβίασε διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/76 και των άρθρων 929 και 930 παρ. 3 Α.Κ. υποπίπτοντας έτσι στην ως άνω πλημμέλεια.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος, το τελευταίο, με το δεύτερο λόγο αυτής, με τον οποίο παραπονέθηκε κατά της εκκαλουμένης απόφασης για εσφαλμένη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, επιδίκαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των αναφερόμενων σ’ αυτή ποσών αποζημίωσης:
Α) για δαπάνες νοσηλίων και εν γένει ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, της δεύτερης ενάγουσας και των εκπροσωπούμενων από τους δύο πρώτους ενάγοντες ανηλίκων τέκνων τους Ε. και Α. Β., καθώς και για μελλοντικές δαπάνες πλαστικής επέμβασης της δεύτερης ενάγουσας και της ανήλικης Ε. Β., λόγω του τραυματισμού τους κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, και Β) για απώλεια αποδοχών της δεύτερης ενάγουσας, κατά το χρονικό διάστημα αποχής της από την εργασία της, λόγω του τραυματισμού της κατά το ίδιο ατύχημα, αφού επικαλέστηκε την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/1976, και όχι της διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, την οποία εσφαλμένως εφάρμοσε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι ενάγουσες - εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες, δεν νομιμοποιούνται να ζητήσουν από το Επικουρικό Κεφάλαιο τα σχετικά ποσά, δεδομένου ότι καθόσον μεν αφορά τα υπό στοιχ.
Α’ κονδύλια, αυτά καλύπτονται από τον ασφαλιστικό φορέα των εργαζομένων του ΟΤΕ στον οποίο η μεν δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως υπάλληλος του ΟΤΕ είναι αμέσως ασφαλισμένη, οι δε λοιπές αναιρεσίβλητες εμμέσως ασφαλισμένες, ως προστατευόμενα μέλη, καθόσον δε αφορά το υπό στοιχ. Β’ κονδύλιο "Το ποσό των 6.800 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μισθοδοσία της δεύτερης ενάγουσας διάρκειας τεσσάρων μηνών, δεν αποτελεί πραγματική ζημία αυτής, καθότι κατά το διάστημα αυτό μισθοδοτήθηκε κανονικά από την εργασία της".
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, μετά από την εξαφάνιση της υπ’ αρ. 3776/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 16-4-2008 (αριθμ. καταθ. 4543/2008) αγωγή αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την επέλευση του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος ήταν ο αρχικά εναγόμενος Σ.
Κ., μη διάδικος στην παρούσα δίκη, κατά την οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ατυχήματος στην αρχικά εναγομένη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Γ. Η. Σ. ΑΕΓΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε το ήδη αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, ότι από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα τραυματίστηκαν η δεύτερη ενάγουσα και οι ανήλικες θυγατέρες του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων και ότι προς αποκατάσταση των εκ του τραυματισμού τους ζημιών είναι επιδικαστέα τα ειδικώς αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο επιδίκασε, εκτός των λοιπών: 1) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ατομικά και στις εκπροσωπούμενες από τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους γονείς τους ανήλικες Α. Β. και Ε. Β., τα αναφερόμενα σ’ αυτή ποσά για πραγματοποιηθείσες δαπάνες νοσηλίων και εν γένει ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, τα οποία κατέβαλε, ή σε κάθε περίπτωση έπρεπε να καταβάλει, ο ασφαλιστικός φορέας των εν λόγω εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ΤΑΠ - ΟΤΕ, 2) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ατομικά και στην ανήλικη Ε.
Β., όπως κατά τα ανωτέρω εκπροσωπείτο τα αναφερόμενα σ’ αυτή ποσά για μελλοντικές δαπάνες πλαστικής επέμβασης, τα οποία, επίσης, έπρεπε να καταβάλει, ο ως άνω ασφαλιστικός φορέας τους και 3) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ατομικά το αναφερόμενο σ’ αυτή ποσό, ως αποδοχές της από την εργασία της ως υπαλλήλου του ΟΤΕ, κατά το χρονικό διάστημα των τεσσάρων μηνών που απείχε από την ως άνω εργασία της λόγω του τραυματισμού της.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο και δη, με το να δεχτεί ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, υπάλληλος στον ΟΤΕ, έχει αξίωση αποζημίωσης κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου για τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος των τεσσάρων μηνών, που απείχε από την ως εργασία της λόγω του τραυματισμού της, ασχέτως του ότι άλλος και στην προκειμένη περίπτωση ο ΟΤΕ στον οποίο εργαζόταν, όπως προέβαλε το αναιρεσείον, με το σχετικό λόγο της ως άνω έφεσής του κατέβαλε σ’ αυτήν, ως υπόχρεο εκ του νόμου τις αποδοχές της, σύμφωνα με το άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, ούτε τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του ν. 489/76 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του π.δ. 264/91), την οποία δεν εφάρμοσε αν και κατά το αναιρεσείον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, διότι στην προκειμένη περίπτωση, που η ζημία αυτή της αναιρεσίβλητης καλύφθηκε από τον ΟΤΕ, εργοδότη της δεύτερης αναιρεσίβλητης και όχι από το ασφαλιστικό Ταμείο της (ΤΑΠ - ΟΤΕ) ή άλλο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/76, η οποία προϋποθέτει ότι ο δικαιούχος από τη διαπραχθείσα αδικοπραξία δικαιούται να καλύψει τη ζημία του από ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, οπότε μόνο επέρχεται απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά εφαρμόζεται το άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ, το οποίο προβλέπει τη σωρευτική απόληψη από το δικαιούχο της αποζημίωσης που δικαιούται από το Επικουρικό Κεφάλαιο, και της παροχής του άλλου για την ίδια αιτία.
Περαιτέρω, όμως, με το να δεχτεί το Εφετείο ότι: 1) η δεύτερη αναιρεσίβλητη ατομικά και οι εκπροσωπούμενες, από τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους γονείς τους ανήλικες Α. Β. και Ε. Β., δικαιούνται να αξιώσουν ως αποζημίωση από το Επικουρικό Κεφάλαιο και τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά για πραγματοποιηθείσες δαπάνες νοσηλίων και εν γένει ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και 2) η δεύτερη αναιρεσίβλητη ατομικά και η ανήλικη Ε.
Β., όπως κατά τα ανωτέρω εκπροσωπείτο δικαιούνται να αξιώσουν ως αποζημίωση από το Επικουρικό Κεφάλαιο και τα ποσά που απαιτούνται για μελλοντικές δαπάνες πλαστικής επέμβασης, ασχέτως του ότι άλλος, και στην προκειμένη περίπτωση ο ασφαλιστικός φορέας στον οποίο ήταν ασφαλισμένες, όπως προέβαλε το αναιρεσείον, με τον ίδιο λόγο της ως άνω έφεσής του κάλυπτε ασφαλιστικά τις ως άνω δαπάνες, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του ν. 489/76 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του π.δ. 264/91), την οποία δεν εφάρμοσε αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, διότι στην προκειμένη περίπτωση, που η ζημία αυτή των αναιρεσιβλήτων καλύπτεται ασφαλιστικά από τον ασφαλιστικό τους φορέα ΤΑΠ - ΟΤΕ ή άλλο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, την οποία εσφαλμένως εφάρμοσε αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, αλλά η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/76, η οποία εφαρμόζεται μόνο, όταν είναι υπόχρεο το Επικουρικό Κεφάλαιο και όχι άλλο πρόσωπο, σύμφωνα με την οποία στο μέτρο που ο παθών και γενικά ο δικαιούχος από τη διαπραχθείσα αδικοπραξία δικαιούται να καλύψει τη ζημία του από ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, επέρχεται απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου και επομένως, σε μία τέτοια περίπτωση εφόσον προβάλλεται σχετικός ισχυρισμός από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, για συνδρομή των όρων του άρθρου 19 παρ. 5 του ν. 489/1976, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να γίνεται αφαίρεση από την οφειλόμενη από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωση, κατά το άρθρο 929 ΑΚ, κάθε ποσού, το οποίο με την ίδια αιτία δικαιούται ο δικαιούχος να αξιώσει από το ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο υπό στοιχ.
ΙΙ σκέλος του, που αφορά στην επιδικασθείσα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη αποζημίωση για τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος των τεσσάρων μηνών, που απείχε από την ως εργασία της λόγω του τραυματισμού της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο υπό στοιχ. Ι σκέλος του, που αφορά στα επιδικασθέντα στην ίδια (δεύτερη) αναιρεσίβλητη ατομικά και στα εκπροσωπούμενα απ’ αυτή και τον πρώτο αναιρεσίβλητο ανήλικα τέκνα τους λοιπά κονδύλια αποζημιώσεως για δαπάνες νοσηλίων πλαστικών επεμβάσεων και εν γένει ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, εάν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος ή αόριστος και συνεπώς δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 802/2012, ΑΠ 1352/2009). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 11/1996, 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/ 1996, ΑΠ 1014/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη τον προβληθέντα με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, αναφορικά με τα ίδια ως άνω επιδικασθέντα κονδύλια, προαναφερόμενο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί περιορισμού της ευθύνης του κατ’ εφαρμογή του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/76, τον οποίο πρότεινε το πρώτον, παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 527 παρ. 2 ΚΠολΔ, εφόσον αυτό δεν ήταν διάδικος στην πρωτόδικη δίκη, αλλά η ασφαλιστική εταιρία "Σ. ΑΕΓΑ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, μετά τη συζήτηση της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη με την ως άνω έφεση απόφαση, και ο σχετικός ισχυρισμός του, τον οποίο μόνο αυτό δικαιούτο να προβάλει και όχι η αρχικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρία την οποία διαδέχθηκε, γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νομίμως και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, ως προς το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά επιδικασθείσα αποζημίωση στη δεύτερη αναιρεσίβλητη για απώλεια εισοδήματος από την εργασία της, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί περιορισμού της ευθύνης του κατ’ εφαρμογή του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/76, είναι μη νόμιμος, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, που η ζημία αυτή της αναιρεσίβλητης καλύφθηκε από τον ΟΤΕ, εργοδότη της δεύτερης αναιρεσίβλητης και όχι από το ασφαλιστικό Ταμείο της (ΤΑΠ - ΟΤΕ) ή άλλο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 489/76, αλλά εφαρμόζεται το άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ, το οποίο προβλέπει τη σωρευτική απόληψη από το δικαιούχο της αποζημίωσης που δικαιούται από το Επικουρικό Κεφάλαιο, και της παροχής του άλλου για την ίδια αιτία, και συνεπώς η παράλειψη απαντήσεως σ’ αυτόν δεν ιδρύει τον ερευνώμενο λόγο αναιρέσεως, σε κάθε δε περίπτωση, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη του και απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος δεχόμενο ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη "ασχέτως του ποσού που κατεβλήθη σ’ αυτήν από τον ΟΤΕ έχει αξίωση αποζημίωσης κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ", ενώ, ως προς το κεφάλαιό της που αφορά επιδίκαση αποζημιώσεως στην ίδια (δεύτερη) αναιρεσίβλητη ατομικά και στα εκπροσωπούμενα απ’ αυτή και τον πρώτο αναιρεσίβλητο ανήλικα τέκνα τους λοιπά κονδύλια αποζημιώσεως για δαπάνες νοσηλίων, πλαστικών επεμβάσεων και εν γένει ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, παρέλκει η έρευνα του λόγου αυτού, γιατί αφορά στο ίδιο ζήτημα για το οποίο αναιρείται η απόφαση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο υπό στοιχ.
Ι σκέλος του.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Καλυψώ Β., καθώς και ως προς τα εκπροσωπούμενα από την ίδια και το σύζυγό της Μ. Β., ως ασκούντων τη γονική μέριμνά τους, ανήλικα τέκνα τους Ε. Β. και Α. Β., και κατά το μέρος της που αφορά στα επιδικασθέντα στις εν λόγω αναιρεσίβλητες κονδύλια αποζημιώσεως για δαπάνες νοσηλίων πλαστικών επεβάσεων και εν γένει ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και β) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου ατομικά. Τέλος, πρέπει, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε από το αναιρεσείον για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.) και να κατανεμηθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο Πέτρο Παπανώτη και δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά το λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου διαδίκου και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους (άρθρα 183, 178 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-9-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1875/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που απευθύνεται ατομικά κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου Μ. Β..
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1875/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους α) Κ. Ν. σύζ. Μ. Β. και β) εκπροσωπούμενα από τους Μ. Β. και Κ. Ν. σύζ. Μ. Β., ως ασκούντων τη γονική μέριμνά τους, ανήλικα τέκνα τους Ε. Β. και Α. Β..
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Διατάσσει την απόδοση στο αναιρεσείον του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτό για την άσκηση της αναίρεσης. Και
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ