Legislator Case Law & Legislation
845/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against association's dissolution sale due to procedural inadmissibility and lack of legal grounds.

Case Number 845/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a building association and the municipality of Rafina regarding a property sale. The appellants argued the sale was void due to the association's dissolution, but the court found the appeal inadmissible because it targeted the municipality, which had intervened on their behalf. Furthermore, the court rejected the claim that the sale violated the association's statutes, noting the lower court properly considered all evidence and that the appellants' legal arguments were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 686/1992; Art. 553, 559(8) C.P.C.: An appeal by an intervening party is inadmissible if it targets the opposing party they supported and the decision lacks provisions against them; additionally, an appeal based on a violation of statutes is inadmissible if the claim is not legally admissible and thus had no impact on the trial's outcome.

Keywords

AI generated
intervening party appeal inadmissible appeal statutory violation building association dissolution property sale validity legal admissibility court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 686/1992
Art. 553 C.P.C.
Art. 101A C.P.C.
Art. 559(8) C.P.C.
Art. 176 C.P.C.
Art. 183 C.P.C.

Cited Case Law

AI generated
AP 686/1992
OLAP 2/1989
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 845 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 845/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Μ. του Κ., κατοίκου ... και 2) Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Συμεών Γιαννιώτη-Γαλανό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Οικοδομικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός ο Πρωτεύς Σ.Π.Ε." και έδρα την ..., ο οποίος βρίσκεται υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. χήρας Ν. Θ., κατοίκου ..., 3) Κ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Α. Θ. του Ν., κατοίκου ... και 5) Δήμου Ραφήνας με έδρα τη Ραφήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενου. Οι 1ος, 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Α. Θ., ο 4ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρου και ο 5ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1) από 3/1/2008 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ου και 4ου αναιρεσιβλήτων, 2) από 10/11/2008 αγωγή του 5ου αναιρεσιβλήτου, 3) από 11/11/2008 αγωγή του 5ου αναιρεσιβλήτου και 4) από 23/5/2008 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 1ου αναιρεσείοντος, οι οποίες κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3791/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 6600/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/2/2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 20/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η αναίρεση του προσθέτως παρεμβάντος ή του υπέρ του η πρόσθετη παρέμβαση δεν στρέφεται κατ'αλλήλων, εκτός αν η απόφαση περιέχει βλαπτική για τον αναιρεσείοντα διάταξη ή αιτιολογία υπέρ του άλλου (ΑΠ 686/1992 ΕλλΔνη 35.96). Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης των προσθέτως παρεμβάντων, καθ'όσον στρέφεται κατά του Δήμου Ραφήνας, υπέρ του οποίου είχαν παρέμβει, και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτών και εις βάρος του Δήμου, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ, αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΟλΑΠ 40/1996, ΟλΑΠ 16/1990). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον - με τους τέσσερις "ΛΟΓΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ"- απεύθεται κατά της 3791/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι κατά της οποίας αντίθετες εφέσεις, από 16.11.2009 των τεσσάρων πρώτων από τους ήδη αναιρεσιβλήτους (1) Υπό εκκαθάριση Οικοδομικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ Ο ΠΡΩΤΕΥΣ Σ.Π.Ε.", 2) Α. χήρας Ν. Θ., 3) Κ. Θ. του Ν. και 4) Α. Θ. του Ν.) και από 30.11.2009 του πέμπτου από τους αναιρεσιβλήτους, Δήμου Ραφήνας με τους από 6.4.2011 πρόσθετους λόγους της, μετά από εξέταση της ουσίας έγιναν δεκτές με την προσβαλλόμενη 6600/2011 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 68ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι " η έκταση της εξουσίας εκείνου που έχει τη διοίκηση προσδιορίζεται από τη συστατική πράξη ή το καταστατικό ? ο προσδιορισμός αυτός ισχύει και για τους τρίτους. Με τη συστατική πράξη ή το καταστατικό ορισμένες υποθέσεις μπορούν να ανατεθούν σε ιδιαίτερο πρόσωπο.

Η εξουσία του, σε περίπτωση αμφιβολίας, εκτείνεται και σε κάθε συναφή πράξη. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την αντιπροσώπευση και την εντολή", σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 16 παρ.1 του π.δ.17/16.1.1984 " περί αναμόρφωσης και ενοποίησης της νομοθεσίας για τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς κλπ", ταυτόσημη με την του άρθρου 11 παρ.1 περ.1 του πδ. 93/1987, από την έναρξη της ισχύος του οποίου έπαψε πλέον να ισχύει το π.δ. 17/1984, και του επικαλούμενου άρθρου 35 του καταστατικού του αναιρεσίβλητου οικοδομικού συνεταιρισμού, ότι " η Γενική Συνέλευση των μελών του Συνεταιρισμού είναι το κυρίαρχο σώμα, το οποίο αποφασίζει επί των υποθέσεων του Συνεταιρισμού", προκύπτει, ότι η έκταση της εξουσίας εκείνου που έχει τη διοίκηση, προσδιοριζόμενη από τη συστατική πράξη ή το καταστατικό, υπόκειται σε περιορισμούς, κατά σχετική πρόβλεψη της συστατικής πράξης ή του καταστατικού, και ότι, εάν περιορισμός έχει τεθεί με άλλο τρόπο, όπως λ.χ.

με απόφαση της Γ.Σ., αφορά στις σχέσεις του οικοδομικού συνεταιρισμού με τα μέλη του και δεν αντιτάσσεται κατά καλόπιστου τρίτου. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "... Ο εκκαλών με την από 30.11.2009 έφεση Δήμος Ραφήνας, με τον πρόσθετο λόγο της άνω έφεσης του, επαναφέρει τον και πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος Β. Μ., σύμφωνα με τον οποίο (πρόσθετο λόγο), οι εκκαθαριστές του ενάγοντος Συνεταιρισμού, δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν την κρινόμενη αγωγή τους, επειδή ο διορισμός τους από τη Γενική Συνέλευση του συνεταιρισμού, έγινε υπό τον όρο να μην εκποιήσουν τα ένδικα ακίνητα πριν ξεκαθαρίσουν τη νομική θέση των εκποιουμένων, πλην, όμως, αυτοί ουδέποτε εκπλήρωσαν τον όρο, που τους τέθηκε με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιούνται στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής τους.

Όμως, από το 49/27-5-1981 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των μελών του Συνεταιρισμού, σαφώς προκύπτει ότι ουδείς όρος ετέθη στους διορισθέντες παμψηφεί εκκαθαριστές. Η μετά το διορισμό τους πρόταση του Προέδρου του απερχόμενου Δ.Σ. Α. που εγκρίθηκε από τη Γ.Σ και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο "... δια να μη ζητηθούν ευθύναι παρά της Δ/σεως οι εκκαθαρισταί οφείλουν πριν προβούν εις την εκποίησιν των ακινήτων, δια ικανού νομικού να ξεκαθαρίσουν την νομικήν θέσιν των εκποιουμένων και από πλευράς εκτάσεως της παρούσης καταστάσεως αυτών, δια να αποφύγουν νομικός περίπλοκος ...", επιβάλλει, μεν, συγκεκριμένη υποχρέωση στους εκκαθαριστές, εφόσον, όμως, η μη εκπλήρωση αυτής δεν συνδέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο με οποιαδήποτε κύρωση στο πρόσωπο των εκκαθαριστών, που θα είχε ως αποτέλεσμα την παύση ή έκπτωση τους από τη θέση τους αυτή, δεν συνιστά όρο και δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ενεργητική νομιμοποίηση των νομίμων εκπροσώπων - εκκαθαριστών του ενάγοντος Συνεταιρισμού για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.

Επομένως, ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, όπως πρέπει ν'απορριφθεί και ο σχετικός πρόσθετος λόγος της έφεσης του". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τον προεκτιθέμενο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις των άρθρων 68 ΑΚ και 16 παρ.1 του π.δ. 17/16.1.1984, ούτε εκείνη του άρθρου 70 ΑΚ, που αναφέρεται σε δικαιοπραξίες που επιχειρεί το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο και υποχρεώνουν αυτό, της οποίας υπό τα πιο πάνω δεδομένα δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της, και συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης των εκκαθαριστών "του ενάγοντος Συνεταιρισμού" και τον απέρριψε κατ'ουσίαν και συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατ' ορθήν εκτίμησή του (όχι από τον αριθμό 10 αλλά) από τον αριθμό 8 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙV. O προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε Συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεση η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος υπό εκκαθάριση συνεταιρισμός νομιμοποιείται ενεργητικά εκπροσωπούμενος από τους εκκαθαριστές του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω -49/27.5.1981- πρακτικού της Γενικής Συνέλευσης των μελών του, δεδομένου, ότι η φράση "δια να αποφύγουν νομικάς περιπλοκάς", η οποία φέρεται με την προσβαλλόμενη απόφαση ως η καταληκτική του όρου που περιέχεται στο πρακτικό αυτό " έχει τεθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση σε αντικατάσταση της γνήσιας φράσης του πρακτικού, που είναι " δια την αποφυγήν νομικών περιπλοκών ...

αμβλύνοντας, έτσι, το δεσμευτικό χαρακτήρα της επιβληθείσας- με τον όρο αυτό- υποχρέωσης" στους εκκαθαριστές, οι οποίοι, έχοντας παραβιάσει τον όρο αυτό, είχαν εκπέσει από την ιδιότητά τους αυτήν και κατά συνέπεια και από την εξουσία να εκπροσωπούν τον υπό εκκαθάριση συνεταιρισμό. Περαιτέρω, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια, επίσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός κατά την επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου Ραφήνας δεν άφησε την εκτός σχεδίου έκτασή του στην κοινή χρήση, κρίση στην οποία κατέληξε ως προκύπτουσα από τα διαγράμματα της περιοχής του συνεταιρισμού, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ο Δήμος Ραφήνας και οι υπέρ αυτού παρεμβάντες ήδη αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι "α) το αρχικό από 15.4.1952 του Φ.Κ., που υποβλήθηκε στο αρμόδιο τότε Υπουργείο και εγκρίθηκε με το από 23.3.1953 Β.Δ., β) το από Μαρτίου 1953 του μηχανικού Λ.

Κ., φωτοτυπικό αντίγραφο του οποίου είναι προσαρτημένο στο .../1953 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.Σεργόπουλου, με το οποίο μεταβιβάστηκε το πρώτο κατά χρονολογική σειρά οικόπεδο του συνεταιρισμού σε μέλος του και βάσει του ποίου έγιναν στη συνέχεια οι μεταβιβάσεις όλων των οικοπέδων του συνεταιρισμού και γ) το από Μαρτίου 1953 του ίδιου Λ.Κ.

που βρέθηκε μεταγενεστέρως", παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από Μαρτίου 1953 ρυμοτομικού διαγράμματος του μηχανικού Λ. Κ., "βάσει του οποίου έγιναν οι μεταβιβάσεις όλων των ακινήτων του συνεταιρισμού ... με το να δεχθεί πράγματα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτό" και συγκεκριμένα ότι η οριοθετούσα τα όρια των όμορων ιδιοκτησιών πιο κάτω αναφερόμενη διακεκριμένη γραμμή "εμφαίνεται (στο διάγραμμα αυτό) ως συνεχής" και όχι ότι είχε διαγραφεί, ενώ αποσιωπήθηκε η μετατόπιση που έγινε στο ίδιο διάγραμμα της ένδειξης "Κοινότης Ραφήνας" από το νότιο άκρο της ένδικης έκτασης στο κέντρο αυτής αν και "μια απλή θεώρηση των ως άνω διαγραμμάτων θα καταδείξει ότι με τις σταδιακές τροποποιήσεις των δύο τελευταίων διαγραμμάτων, αρχικώς αντικαταστάθηκε με το δεύτερο διάγραμμα η ένδειξη "Όρια Κοινότητας Ραφήνας" που υπήρχε στο αρχικό διάγραμμα με την ένδειξη "Κοινότης Ραφήνας" και εν συνεχεία επειδή έγινε αντιληπτό, ότι δεν απεικονίζετο με σαφήνεια η μεταβολή της ιδιοκτησίας του εντός ρυμοτομήσεως παραμείναντος τμήματος ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού, με το τρίτο και τελευταίο διάγραμμα διαγράφηκε η διακεκομμένη γραμμή που οριοθετούσε τα όρια των όμορων ιδιοκτησιών, δηλαδή των συνεταιρισμού και της Κοινότητας Ραφήνας και για μείζονα σαφήνεια της επελθούσας μεταβολής μετατοπίστηκε η ένδειξη "Κοινότης Ραφήνας", από το νότιο άκρο της ένδικης έκτασης, που υπήρχε στο αρχικό διάγραμμα προς βορρά στο κέντρο αυτής κατά τρόπο ώστε να γίνεται καλύτερα αντιληπτό ότι η ένδειξη "Κοινότης Ραφήνας" αφορά όλη την ένδικη έκταση, ενοποιημένη πλέον με την ιδιοκτησία της Κοινότητας Ραφήνας και προς ακόμη μείζονα σαφήνεια ετέθη η λέξη Κοινότης στο τμήμα της παλαιάς ιδιοκτησίας και η λέξη "Ραφήνας" στο νέο τμήμα της ενοποιημένης ιδιοκτησίας".

Ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αναίρεσης-λαμβανομένου υπόψη, ότι μεταξύ των φράσεων "δια να αποφύγουν νομικάς περιπλοκάς" και "δια την αποφυγήν νομικών περιπλοκών" δεν υπάρχει ουσιαστική νοηματική διαφορά, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του προεκτιθέμενου -49/27.5.1981- πρακτικού (εγγράφου),αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του.

Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, πλην άλλων, και τα εξής: "Ο ... Δήμος Ραφήνας, ως εναγόμενος ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, για να θεμελιώσει την ιστορική βάση της ένστασής του περί κατάχρησης δικαιώματος, ότι η πρόθεση του συνεταιρισμού να θέσει την επίδικη έκταση σε κοινή χρήση προκύπτει και από το σχεδιάγραμμα του μηχανικού Λ.

Κ., που σχεδιάστηκε το Μάρτιο 1953 επί του οποίου ως ιδιοκτήτης της ένδικης εδαφικής έκτασης μεταξύ της οδού ... και της θάλασσας αναφέρεται η τότε Κοινότης και ήδη, Δήμος Ραφήνας. Ο ισχυρισμός του αυτός περιέχεται στον σχετικό λόγο της εφέσεως του και αποτελεί περιεχόμενο της από 25-9-2010 πρόσθετης παρέμβασης, που άσκησε το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο Ι.

Μ.. Περί του θέματος αυτού προσκομίζονται τρία τοπογραφικά διαγράμματα του μηχανικού Λ. Κ., ήτοι: α) το από 15-4-1952 διάγραμμα ιδιοκτησίας Οικοδομικού Συνεταιρισμού Εφέδρων Πολεμιστών "Ο Πρωτεύς" ΣΠΕ, που θεωρήθηκε προς έγκριση με την 12648/18-3-1953 πράξη του Γενικού Διευθυντή Οικισμού, εγκρίθηκε με το από 23.3.1953 διάταγμα που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 76 A7130-3-1953.

Στο διάγραμμα αυτό το βορειοδυτικό όριο της εντός σχεδίου ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού, εμφαίνεται να συνόρευε, πέραν της οδού ..., που σηματοδοτεί το όριο της εντός σχεδίου με την εκτός σχεδίου έκταση, με έκταση, που δεν προσδιορίζεται και είναι προφανές, ότι αποτελεί το εκτός σχεδίου αγροτεμάχιο Α' και πέραν της διακεκομμένης γραμμής, που προσδιορίζει το απώτατο δυτικό (βορειοδυτικό) όριο αυτού, υπάρχει η ένδειξη "όρια Κοινότητος Ραφήνας", β) το από Μαρτίου 1953 ρυμοτομικό, πλέον, διάγραμμα του ιδίου μηχανικού, σύμφωνα με το οποίο η εντός σχεδίου έκταση έχει σχηματοποιηθεί σε 137 οικόπεδα με τις πλευρικές διαστάσεις και τα εμβαδά τους κειμενόμενα από 601 έως 754 τμ., το, δε, βορειοδυτικό του όριο εμφαίνεται, "κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο, δηλαδή με την ένδειξη "Κοινότης Ραφήνας" πέραν της διακεκομμένης γραμμής, που καθορίζει το απώτατο δυτικό όριο της εκτός σχεδίου έκτασης του συνεταιρισμού και γ) το από Μαρτίου 1953 ίδιο ρυμοτομικό διάγραμμα, που έχει επισυναφθεί στο .../12-11-195 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Γεωργίου Ι.Σεργοπούλου και υπογράφεται από τους συμβαλλόμενους πωλητές (τότε Πρόεδρο και Γ.Γραμματέα του συνεταιρισμού) και τον αγοραστή Κ.Τ..

Πράγματι, και στο τελευταίο αυτό ρυμοτομικό διάγραμμα έχει τεθεί, ως βορειοδυτικό όριο η ένδειξη Κοινότης Ραφήνας με την εξής διαφορά: Η διακεκομμένη γραμμή εμφαίνεται, ως συνεχής και η φράση Κοινότης Ραφήνας έχει τεθεί, η μεν λέξη Κοινότης έξωθεν της γραμμής αυτής, η, δε, λέξη Ραφήνας συνεχίζεται εντός της εδαφικής έκτασης, που οριοθετείται από την οδό ...

και τη συνεχή αυτή γραμμή. Προφανές είναι, εν προκειμένω, ότι τυχαίως τέθηκε η λέξη "Ραφήνας" εντός της εδαφικής, εκτός σχεδίου, έκτασης του συνεταιρισμού, η οποία σαφώς οριοθετείται με τη συνεχή πλέον γραμμή. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή ο συνεταιρισμός ήθελε να αφήσει την εκτός σχεδίου έκταση του στην κοινή χρήση, όπως διατείνεται ο εκκαλών-εναγόμενος και ο προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνων, δεν υπήρχε λόγος να τεθεί το παραπάνω όριο δια της συνεχούς γραμμής.

Άλλωστε, εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο (βούληση του συνεταιρισμού να αφήσει την εκτός σχεδίου έκταση του στην κοινή χρήση), η ίδια ένδειξη έπρεπε να τεθεί και στο ανατολικό, βορειοανατολικό όριο της εντός σχεδίου έκτασης του, δηλαδή στην πέραν της οδού ... και της θάλασσας εκτός σχεδίου ιδιοκτησία του, που αποτελεί το αγροτεμάχιο Β', πράγμα, όμως, που δεν συμβαίνει.

Με βάση τα παραπάνω, ουδόλως προκύπτει πρόθεση περί αφέσεως σε κοινή χρήση των ενδίκων εκτάσεων του συν/σμού, την οποία μάλιστα (κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντας) δια της επισυνάψεως του συγκεκριμένου τελευταίου ρυμοτομικού διαγράμματος σε όλα τα συμβόλαια μεταβίβασης των οικοπέδων του, γνωστοποίησε σε όλα τα μέλη του, καθιστώντας, έτσι, την πρόθεση του, έτι περαιτέρω γνωστή σε απεριόριστο αριθμό ατόμων.

Αντιθέτως, δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι οι αρχικές διοικήσεις του συνεταιρισμού ουδέποτε είχαν εκφράσει τη βούληση να αφεθούν οι επίδικες εκτάσεις στην κοινή χρήση. Ενδεικτικώς αναφέρεται ότι κατά την συνεδρίαση στις 4-11-1952 του Δ.Σ. του συνεταιρισμού (πρακτικό υπ'αριθμ.9/1952), με θέμα την "ανακοίνωση αποτελεσμάτων ενεργειών και λήψη ορισμένων αποφάσεων όσον αφορά την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου" ο τότε Πρόεδρος του ΔΣ πληροφόρησε τα μέλη, ότι κατά τις διαβουλεύσεις για την ένταξη στο ρυμοτομικό σχέδιο, το έτος 1952, εκδηλώθηκε η πρόθεση των αρμοδίων Υπουργείων να κατασκευαστεί παραλιακή λεωφόρος η οποία θα ένωνε τον Μαραθώνα με την Βάρκιζα.

Κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ συνεταιρισμού και αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, ως προς την έκταση της περιοχής, που θα έπρεπε να αφεθεί εκτός σχεδίου, ούτως ώστε να απαλλοτριωθεί και στη συνέχεια, να καταληφθεί από την υπό χάραξη λεωφόρο, ο συνεταιρισμός κατόρθωσε να αφήσει εκτός σχεδίου μια έκταση (την επίδικη) περιορισμένη σε βάθος μεταξύ 45-85 μέτρων από τη θάλασσα (όπως και πράγματι έγινε με την έγκριση στις 23.3.1953 της επέκτασης του σχεδίου πόλης στην ιδιοκτησία του συν/σμού), η οποία ανέρχεται σε 62-65 στρέμματα (σύμφωνα με τους τότε υπολογισμούς και λαμβάνοντας υπόψη ότι στην έκταση περιλήφθηκε και ο αιγιαλός, καθόσον το έτος 1952 δεν είχε ακόμη καθοριστεί η οριογραμμή του).

Τέλος, αναφερόμενος στην άνω έκταση που αφέθηκε εκτός σχεδίου υπογράμμισε ότι "η έκταση αυτή θα καταστεί δυνατόν να αξιοποιηθεί υπέρ του Συνεταιρισμού μελλοντικώς δια της δημιουργίας ψυχαγωγικών κέντρων επ' ενοικίω εις όφειλος του Συνεταιρισμού". Στο πρακτικό 27 κατά τη συνεδρίαση του ΔΣ του συνεταιρισμού στις 14-10-1955 γίνεται αναφορά, ότι πριν την έγκριση δια του β.δ.

της επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης στην ιδιοκτησία τους, είχε υποδειχθεί πιεστικώς από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου να παραχωρηθεί με συμβολαιογραφική πράξη ολόκληρος η άνω (επίδικη) έκταση στην Κοινότητα Ραφήνας υπό τη μορφή δωρεάς και επί τω σκοπώ κοινής χρήσεως, όμως, ο συνεταιρισμός δεν απεδέχθη την πρόταση αυτή και έτσι η έκταση παρέμεινε στην αποκλειστική κυριότητα του συνεταιρισμού.

Όλα τα ανωτέρω δεν ανατρέπονται, αλλ' αντιθέτως επιρρωνύονται από τα όσα διατυπώθηκαν από μέλος του συνεταιρισμού κατά την Γενική Συνέλευση των μελών του της 30-5-1965 (αριθμ. 19 πρακτικών ΓΣ), ο οποίος αντιδρώντας στην πρόθεση εκποίησης των επιδίκων ακινήτων αναφέρει τις φράσεις "δεν εγκρίνομεν τας ενεργείας της Διοικήσεως, που θέλει να πωλήσει την έκτασιν αυτήν των κοινοχρήστων του συνεταιρισμού δια την εξεύρεσιν χρημάτων ...

Αυτά τα βραχώδη οικόπεδα είναι χρυσοφόρος πηγή δια τον Συνεταιρισμόν ...". Είναι φανερό ότι η φράση "κοινόχρηστα του Συνεταιρισμού" υποδηλώνει την αντίληψη, που είχε το μέλος αυτό για τον προορισμό των επιδίκων, ως ιδιοκτησία του συνεταιρισμού, με την έννοια του προορισμού αυτών για τη λειτουργία και την (ιδιωτική) εκμετάλλευση κέντρων απευθυνόμενων στο κοινό.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του Σ. Π. ιδιοκτήτη οικοπέδου υπ' αριθμ. 4 του συνεταιρισμού περί του κοινοχρήστου χαρακτήρα των επιδίκων, που έχει περιληφθεί στην από 24-10-2007 αίτηση του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε την αντικατάσταση των εκκαθαριστών του συνεταιρισμού, ουδόλως αποδεικνύει, ότι αυτά ήσαν κοινόχρηστα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι οι κάτοικοι της περιοχής διέρχονται ανεμπόδιστα από την επίδικη έκταση με αυτοκίνητα ή πεζή, προκειμένου να καταλήξουν στην οργανωμένη παραλία, που βρίσκεται βορειοδυτικά αυτής, προσέτι, δε, προσέρχονται στο βόρειο και βορειοανατολικό τμήμα των αγροτεμαχίων, σταθμεύοντας μάλιστα σε διάφορα σημεία τα αυτοκίνητα τους, για να πραγματοποιούν καταδύσεις ή για να επιδίδονται σε αλιεία, χωρίς ποτέ οι ενάγοντες να τους εμποδίσουν, όπως δεν τους εμπόδισαν ούτε όταν προέβησαν στη δημιουργία εικονοστασίων εντός των επιδίκων.

Ωστόσο, τα γεγονότα αυτά (διέλευση κατοίκων ή λουομένων από τα επίδικα ή και πρόσκαιρη παραμονή αυτών για τις παραπάνω δραστηριότητες, καθώς και εγκατάσταση επ' αυτών εικονοστασίων), δεν μπορούν να οδηγήσουν στην απώλεια της κυριότητας των εναγόντων, ενόψει του ότι οι τελευταίοι ουδέποτε ενήργησαν ως τρίτοι έναντι των επιδίκων, αλλά αντιθέτως, πάντοτε σύμφωνα με όσα λεπτομερώς εκτέθηκαν παραπάνω, ασκούσαν πράξεις, που απέβλεπαν στην προάσπιση των ιδιοκτησιακών τους δικαιωμάτων σε αυτά.

Εξάλλου, οι περιστασιακές χρήσεις του χώρου από τρίτους ιδιώτες, κατά τα ανωτέρω, δεν συνιστούν πράξεις νομής υπέρ του Δήμου, διότι οι δημότες δεν ασκούν αυτές για λογαριασμό του Δήμου. Εξάλλου, η ανεμπόδιστη μακροχρόνια χρήση (διέλευση, στάθμευση αυτοκινήτων, τοποθέτηση εικονοστασίων) από τους δημότες του Δήμου Ραφήνας οφείλεται στο γεγονός, ότι το μεγαλύτερο μέρος της επίδικης εδαφικής έκτασης (3.226,40 τμ από τα 4.193,40 τμ.

του αγροτεμαχίου Α1 και όλη η έκταση του αγροτεμαχίου Β) χαρακτηρίστηκε με την 23/27-3-1979 πράξη της Λιμενικής Επιτροπής του πρώην Λιμενικού Ταμείου Ραφήνας, ως τμήμα της χερσαίας ζώνης του Λιμένα Ραφήνας, που είχε ως αποτέλεσμα, όταν στις 17-12-1995 επιχειρήθηκε η περίφραξη του αγροτεμαχίου Α με την τοποθέτηση 29 πασσάλων, να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον των εκκαθαριστών του συνεταιρισμού για παράβαση του Α.Ν. 2344/1910, οι οποίοι, στη συνέχεια, αθωώθηκαν με την 84952/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν τους ενάγοντες στην αποφυγή οποιασδήποτε εργασίας περίφραξης της ιδιοκτησίας τους και στην έναρξη της διαδικασίας αποχαρακτηρισμού των επιδίκων, που ολοκληρώθηκε με την 10632/21-4-2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, όπως λεπτομερώς αναπτύχθηκε παραπάνω. Περαιτέρω, η τοποθέτηση μίας άγκυρας εντός της αμφισβητούμενης περιοχής από το Δήμο Ραφήνας, συνιστά μεμονωμένη χρήση περιορισμένης εδαφικής έκτασης με την ανοχή των εναγόντων, η οποία από μόνη της, και ενόψει όσων εκτενώς αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν είναι ικανή, ως πράξη νομής, να προσδώσει το χαρακτήρα της κοινοχρησίας στα επίδικα.

Απ' όλα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω αναμφισβητήτως προκύπτει, ότι οι ενάγοντες με αδιάλειπτες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες επεδίωξαν να διατηρήσουν τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα στα επίδικα αγροτεμάχια και ουδέποτε εξεδήλωσαν τη θέληση να αφήσουν αυτά εκτεθειμένα στην κοινή χρήση, η, δε, ανοχή που επέδειξαν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (τέλος 1995 έως 2008) οφειλόταν στην εμπλοκή του Λιμενικού Ταμείου Ραφήνας, όπως, ήδη, αναφέρθηκε, που απέτρεπε αυτούς από οποιαδήποτε ενέργεια κατά τα εκτεθέντα.

Ο εναγόμενος-εκκαλών-εφεσίβλητος Δήμος Ραφήνας γνώριζε τη διεκδίκηση των επιδίκων ακινήτων από το Συνεταιρισμό και τους λοιπούς ενάγοντες, οι οποίοι επί μακρόν διεξήγαγαν αγώνες δικαστικώς και εξωδίκως για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους επ'αυτών, ιδίως, μετά την κοινοποίηση σ' αυτόν της από 26-4-2002 αίτησης των εναγόντων, που απευθυνόταν προς το Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, τον Οργανισμό Λιμένος Ραφήνας ΑΕ και τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας, με την οποία γνωστοποιήθηκε στο Δήμο η προσπάθεια των εναγόντων να πετύχουν τον αποχαρακτηρισμό της επίδικης περιοχής, την οποία όριζαν, ως ιδιοκτησία τους και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η δημιουργία σ' αυτόν πεποίθησης, ότι δεν θα υπάρξει η διεκδίκηση τους με την έγερση της αγωγής τους.

Ενόψει των παραπάνω δεδομένων, δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος από μέρους των εναγόντων, γιατί στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρξε ούτε αδράνεια τους ούτε συμπεριφορά αυτών, η οποία να υπερακοντίζει, και μάλιστα κατά τρόπο που να προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας, τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ (βλ.

ΑΠ 1472/2001 ΕλλΔνη 2003-978).

Συνεπώς, η ένσταση αυτή, που είχε προτείνει ο εναγόμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επαναφέρει, δε, νόμιμα και στο βαθμό αυτό με το σχετικό δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Από όλα τα παραπάνω και τη διαβεβαίωση του Εφετείου, ότι σχημάτισε την κρίση του αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ..., τις υπ' αριθμ. ..., ...

και .../22.12.2008 ένορκες βεβαιώσεις..., τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες ...και απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν...", προκύπτει, ότι το παραπάνω Δικαστήριο, δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα στο παραπάνω από Μαρτίου 1953 ρυμοτομικό διάγραμμα του Λ.

Κ. και μόνο, αλλά σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων, στις ένορκες βεβαιώσεις, στις φωτογραφίες και σε όλα τα λοιπά έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα προεκτεθέντα, των οποίων γίνεται ρητή μνεία (πρακτικό υπ' αριθμ. 9/1952 του Δ.Σ.

του συνεταιρισμού κλπ), χωρίς να στηρίζει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προμνημονευθέν ρυμοτομικό διάγραμμα. Ο όγδοος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται από τους αναιρεσείοντες τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόφη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.7 του π.δ. 17/1984 (βλ. και άρθρο 5 παρ.4 π.δ. 93/1987) ο οικοδομικός συνεταιρισμός από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της Υπουργικής Απόφασης για την έγκριση του καταστατικού του αποκτά νομική προσωπικότητα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 18 παρ.2 ΙΙ αριθ.1,2 και 5 του ίδιου π.δ. 17/1984 (αντίστοιχο του άρθρου 13 παρ.2 ΙΙ αριθ.1,2 και 5 του π.δ. 93/1987) από το χρονικό σημείο λύσης του συνεταιρισμού τελεί αυτός αυτοδίκαια υπό εκκαθάριση.

Εκκαθαριστές ορίζονται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Αν για οποιοδήποτε λόγο η Γενική Συνέλευση δεν ορίζει εκκαθαριστές με αίτηση του Υπουργείου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος το Ειρηνοδικείο της έδρας του Συνεταιρισμού ορίζει προσωρινούς διαχειριστές. Οι εκκαθαριστές που διορίσθηκαν με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης ή του Υπουργείου Χωροταξίας οικισμού και περιβάλλοντος μπορεί να ανακληθούν από τη Γενική Συνέλευση ή να αντικατασταθούν από το αρμόδιο Ειρηνοδικείο μετά από αίτηση οπουδήποτε έχει έννομο συμφέρον και για σοβαρούς και τεκμηριωμένους λογούς.

Από τις προεκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τα εδάφια 9 και 10 του άρθρου 18 του π.δ. 17/1984 (αντίστοιχα των εδαφίων 9 και 10 του π.δ. 93/1987) κατά τα οποία "σε περίπτωση που οι εκκαθαριστές διορίσθηκαν ή αντικαταστάθηκαν με απόφαση του αρμόδιου ειρηνοδικείου με την ίδια απόφαση ορίζεται και τακτή προθεσμία για την εκκαθάριση του Συνεταιρισμού που λύθηκε.

Σε κάθε άλλη περίπτωση η προθεσμία για την εκκαθάριση ορίζεται από τη Γενική Συνέλευση. Σε καμιά περίπτωση η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δυο χρόνια. Για τον καθορισμό ή την παράταση της προθεσμίας εκκαθάρισης λαμβάνονται υπόψη τα περιουσιακά στοιχεία του λυθέντος Συνεταιρισμού, οι εκκρεμείς υποθέσεις, οι υποχρεώσεις και οι απαιτήσεις, οι ειδικές περιστάσεις, οι όροι και περιορισμοί που καθορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος Δ/τος ή άλλων νόμων, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που έχει σχέση με το έργο της εκκαθάρισης", προκύπτει, ότι η προθεσμία εκκαθάρισης, η οποία δεν μπορεί αρχικά να οριστεί (και μάλιστα κατά το ως άνω εδάφιο 9 του π.δ. 93/1987 "κατά κανόνα") σε μεγαλύτερο της διετίας χρονικό διάστημα, μπορεί να παρατείνεται και πέραν της διετίας, εφ'όσον αυτό επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 72, 76, 1908 και 1918 του ΑΚ, τα οποία έχουν και εν προκειμένω εφαρμογή, εφόσον δεν είναι ασυμβίβαστα με τη ρύθμιση του π.δ. 17/1984, προκύπτει, ότι η εκποίηση των ακινήτων γίνεται με πλειστηριασμό, τηρουμένων των ορισμών του εδαφίου 13 περ.β' του ίδιου άρθρου -18- του π.δ. 17/1984, ότι "κατά την εκποίηση της έκτασης δικαίωμα προτίμησης έχει ο οικείος Δήμος ή Κοινότητα και μετά το Υπουργείο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος και η ΔΕΠΟΣ ή άλλο νομικό Πρόσωπο με τη δυνατότητα μετά να διαθέτουν ή μεταβιβάσουν την εν λόγω έκταση σε άλλον Οικοδομικό Συνεταιρισμό ή να εκτελούν τα στεγαστικά προγράμματα", Επομένως, οι περιλαμβανόμενες στον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις 1) της πρώτης, κατ' ορθή εκτίμησή της, (όχι από τον αριθμό 1 αλλά) από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη την ένδικη -από 3.1.2008- αρνητική αγωγή (ΑΚ 1108) ως προς τον πρώτο ενάγοντα (και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) υπό εκκαθάριση οικοδομικό συνεταιρισμό, ως ασκηθείσα "από τους εκκαθαριστές, των οποίων είχε λήξει η διετής θητεία, χωρίς να έχει παραταθεί κατά ένα νόμιμο τρόπο", αφού είχαν παρέλθει 13 έτη μετά τη διετία, που "κατά το άρθρο 18 εδ.9 του π.δ. 17/1984" επιτρεπόταν να οριστεί η διάρκεια της εκκαθάρισης, και 2) της δεύτερης, απ' τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για στέρηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τη νόμιμη βάση της, εφόσον το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του Δήμου Ραφήνας και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντων (ήδη αναιρεσειόντων), έχοντας περιλάβει στην απόφασή του τις ανεπαρκείς αιτιολογίες τις οποίες είχε στηριχθεί και η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αφορούν "κατά μεγάλο μέρος σε παράνομες και αξιόποινες ενέργειες των εκκαθαριστών" για τη χορήγηση αδειών εκποίησης με εκούσιο πλειστηριασμό ακινήτων του Συνεταιρισμού, όπως λ.χ.

ότι "μετά τη θέση του συνεταιρισμού σε εκκαθάριση οι εκκαθαριστές επεδίωξαν και πέτυχαν την έκδοση, κατόπιν υποβολή της από 15.12.1992 σχετικής αιτήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της 2498/1993 απόφασης με την οποία τους χορηγήθηκε άδεια εκποιήσεως δια εκουσίου πλειστηριασμού του αγροτεμαχίου ...", κατά παραβίαση των ορισμών τολυ άρθρου 18 αριθμ. 13β'του π.δ. 17/1984, ότι "κατά την εκποίηση της έκτασης του Συνεταιρισμού δικαίωμα προτιμήσεως έχει ο οικείος Δήμος ή Κοινότητα και μετά το Υπουργείο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος και η ΔΕΠΟΣ ή άλλο Ν.Π.Δ.Δ.", πρέπει, κατά την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, να απορριφθούν, προεχόντως, ως αόριστες, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί, στους οποίους οι εν λόγω αιτιάσεις στηρίζονται - και δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ- προτάθηκαν στο Εφετείο, Επιπροσθέτως, δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και το σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή τα περιστατικά που έπρεπε επί πλέον να διαλαμβάνονται, ούτε αναφέρονται συγκεκριμένα οι ισχυρισμοί, των προαναφερομένων (Δήμου Ραφήνας και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντων) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή τους, ως προς τους οποίους οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι παρουσιάζεται ανεπάρκεια (ΟλΑΠ 32/1996), δεδομένου, μάλιστα, ότι μόνη η αναφορά της αιτιολογίας περί χορήγησης άδειας εκποίησης ως άνω του αγροτεμαχίου του υπό εκκαθάριση αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού- η οποία και δεν αντιβαίνει στις προεκτεθείσες διατάξεις- δεν θεμελιώνει την αποδιδόμενη πιο πάνω πλημμέλεια του αριθμού 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

VI. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς πέμπτο και έκτο λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα, ειδικότερα, μνημονευόμενα σ' αυτή έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους, περί του ότι η επίδικη έκταση, συνολικού εμβαδού 26.430 τ.μ., κατά την επέκταση του ρυμοτομικού σχέδιου Ραφήνας περιήλθε σε κοινοχρησία και κατ' άρθρο 1 παρ.3 του ν.δ. 690/1948 υπήχθη στην κυριότητα του Δήμου Ραφήνας-ενάγοντος στις ένδικες από 10.11.2008και 1.11.2008 αναγνωριστικές κυριότητας ακινήτων αγωγές του και εναγόμενος στην ένδικη από 3.1.2008 αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου και αρνητική αγωγή των αντιδίκων του αναιρεσιβλήτων, 1) υπό εκκαθάριση Οικοδομικού πιο πάνω συνεταιρισμού, 2) Α.

χας Ν. Θ., 3) Κ. Ν.Θ. και 4) Α. Ν.Θ. -, δηλαδή α) τη 15223/1967 τελεσίδικη απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, από την οποία προκύπτει, ότι " ο τότε Πρόεδρος του Δ.Σ. του συνεταιρισμού (Π.Λ.) εν τη εισηγήσει του ..." ανέφερε ότι μέρος της εκτάσεως αυτής 3-4 στρεμμάτων παρεχωρήθη ...άνευ ευθύνης του ενάγοντος (συνεταιρισμού) δια την τυχόν κατάληψίν (της) υπό της Κοινότητος Ραφήνας ή του Υπουργείου", που καταδεικνύει, ότι η δήλωση του ιδίου "που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 27/14.10.1995 πρακτικό, ότι "σήμερον η ως άνω έκτασις ανήκει κατά κυριότητα και κατοχήν εξ ολοκλήρου εις τον Συνεταιρισμόν" ήτο αναληθέστατη", β) το .../7.11.1955 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.Παρασκευόπουλου, και γ) η 828/1952 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, τα οποία, μάλιστα, ειδικά μνημονεύει και σχολιάζει.

VII. Από τη διάταξη του άρθρου 101ΑΚ, που αναφέρεται σε ακυρότητα απόφασης Γενικής Συνέλευσης γιατί αντιβαίνει στο νόμο ή στο καταστατικό και η οποία για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και σε απόφαση Διοικητικού Συμβουλίου, προκύπτει, ότι η ακυρότητα κηρύσσεται από το Δικαστήριο ύστερα από αγωγή μέλους ή οποιουδήποτε άλλο έχει έννομο συμφέρον και ότι η αγωγή πρέπει να ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι μηνών από την απόφαση. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, πρέπει οι ισχυρισμοί, των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, να είναι νόμιμοι, γιατί αν δεν είναι νόμιμοι και συνεπώς γι' αυτό δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, η παράλειψη του δικαστηρίου να τους ερευνήσει και να απαντήσει σ' αυτούς δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης για πλημμέλεια απ' την προαναφερθείσα διάταξη (ΟλΑΠ 2/1989).

Συνεπώς, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του αγνόησε την ένσταση των αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί πρόβαλλαν ότι η μεταβίβαση με το αγοραπωλητήριο .../1981 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστομένους Δέδε προς το Νικόλαο Αναστασίου Θεοδωράκη-δικαιοπάροχο των δεύτερης, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων- ήταν άκυρη, γιατί έγινε με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου Συνεταιρισμού που αντιβαίνει στο νόμο και συγκεκριμένα διότι έγινε μετά την από 1.7.1974 Διαταγή της εποπτεύουσας το Συνεταιρισμό Νομαρχίας Αττικής να ενεργήσει τα νόμιμα για τη διάλυσή του λόγω εκπληρώσεως του σκοπού του, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.8 προβλεπόμενη πλημμέλεια, εφ' όσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ανωτέρω ένσταση δεν είναι νόμιμη και επομένως ο όγδοος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων τους πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται στον πέμπτο αναιρεσίβλητο Δήμο Ραφήνας, προεχόντως, διότι δεν προβάλλει κατά των αναιρεσειόντων σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.2.2012 αίτηση των 1) Β. Μ. του Κ. κ.α. για αναίρεση των αποφάσεων 6600/2011 του Εφετείου Αθηνών και 3791/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δεύτερης, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ