Legislator Case Law & Legislation
845/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's refusal to consider a tender offer as evidence.

Case Number 845/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by construction and tourism companies against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued the lower court failed to consider their written tender offer of 15 million euros in the public auction bid evaluation. The court ruled that the lower court had explicitly acknowledged receiving all documents and properly evaluated the tender offer, making the appeal inadmissible under civil procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 11; Article 559, paragraph 20: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the lower court explicitly acknowledged the document and evaluated it, even if the resulting finding differs from the appellant's expectation, as this constitutes a matter of judicial discretion rather than a legal error.

Keywords

AI generated
appeal admissibility tender offer evidence lower court evaluation judicial discretion civil procedure code public auction bid document consideration

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 297 and 299 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 4/2003
Supreme Court Case 507/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 845 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 845/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεωργίου Χρυσικού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ - Ανώνυμη εταιρία Γενικών Κατασκευών και Ναυτιλιακών Τουριστικών Γεωργικών και Δασικών Επιχειρήσεων" δια του νομίμου εκπροσώπου της, δι' εαυτήν και ως οιονεί καθολικής διαδόχου δι' απορροφήσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Α.Ε" και

2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΤΕΡ Α.Ε" δια του νομίμου εκπροσώπου της , οι οποίες εδρεύουν στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δαούτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δήμου Αμαρουσίου, ΟΤΑ πρώτου βαθμού, που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Τσίνα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ. 2..... 3. Π4, 4...., 5...., 6...., 7. Π3, 8. Π2, 9. Π1 10. Σ1, 11. Σ2, απάντων κατοίκων .... Οι από δεύτερο μέχρι και ενδέκατο των αναιρεσίβλητων παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της από 12 Ιουνίου 2006 αιτήσεως αναιρέσεως με το με αριθμό 41/ 3.3.2008 πρακτικό μερικής παραιτήσεως 12.παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρίας "LAMDA Development - Ανώνυμη εταιρία συμμετοχών και αξιοποίησης ακινήτων" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βικτωρία Μουτζουρίδου με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ. Κοινοποιούμενη στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων (ΟΕΟΑ) Αθήνα 2004" που εδρεύει στην Νέα Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ως και τις από 29 Αυγούστου 2002 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρίας "LAMDA Development - Ανώνυμη εταιρία συμμετοχών και αξιοποίησης ακινήτων" και από 20 Δεκεμβρίου 2002 της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων (ΟΕΟΑ) που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 311/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 442/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12 Ιουνίου 2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος , ανέγνωσε την από 22 Φεβρουαρίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 294, 297 και 299 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στη δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 524§1 ιδίου Κώδικα), η παραίτηση από το ένδικο μέσο που έχει ασκηθεί, ως προς όλους ή μερικούς από τους αναιρεσιβλήτους, γίνεται ή με δήλωση, που καταχωρίζεται στ πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στους αναιρεσίβλητους, οπότε ως προς αυτούς η αναίρεση θεωρείται ως μη ασκηθείσα.

Συνεπώς, εφόσον οι αναιρεσείουσες, διά δηλώσεως του πληρεξουσίου τους δικηγόρου στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα Πρακτικα (υπ' αριθμ. 41/2008), παραιτήθηκαν της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως ως προς τους υπό στοιχ. 2 έως κ'11 αναιρεσιβλήτους, η εν λόγω άιτηση (αναιρέσεως) κατά της 442/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς αυτούς πρέπει να θεωρηθεί, ότι δεν ασκήθηκε.

Κατά το άρθρο 559 αρ.9 περιπτ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης, προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1486/97). Ως "αίτηση" δεν νοείται και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικώς με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα",κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο.

Στην κρινομένη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έκρινε μεν ως βάσιμο τον λόγο εφέσεως, δια του οποίου διατυπώθηκε το παράπονο κατά της εκκληθείσης αποφάσεως, ότι εσφαλμένως η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων εκρίθη ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, ως προς την κύρια αυτής βάση, πλην, όμως, με εσφαλμένες νομικές σκέψεις, αναγόμενες στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, χωρίς να λάβει υπόψη "το αίτημα" των αναιρεσειόντων να κριθεί βάσιμος ο ανωτέρω λόγος εφέσεως, γιατί η ένδικη αγωγή είχε ως νομικό έρεισμα διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος, όπως τα θεμελιούντα αυτόν στοιχεία διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, είναι απαράδεκτος, ενώ ελλείπει και το έννομο συμφέρον επικλήσεως από τους αναιρεσείοντες σφάλματος στην προσβαλλομένη απόφαση, αναγομένου στις νομικές σκέψεις, για τις οποίες έγινε δεκτός ο άνω λόγος εφέσεως και κατόπιν, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος των αναιρεσειόντων (εκκαλούντων), εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και το Εφετείο, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ασκηθείσης από τους αναιρεσείοντες εφέσεως (αρθρ. 522, 535 παρ.1 ΚΠολΔ);

προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως. Το έννομο δε αυτό συμφέρον πρέπει να υπάρχει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556§2 ΚΠολΔ όχι μόνο για την άσκηση της αναιρέσεως, αλλά και των κατ' ιδίαν αυτής λόγων. (ΑΠ 976/1977).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 1§1 και 3, του άρθρου 2§1 και του άρθρου 3 εδ. δ' του νόμου 1418/1984 συνάγονται τα εξής: Δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της χώρας, που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της χώρας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού.

Από τεχνική δε άποψη δημόσια έργα είναι όλα τα έργα που εκτελούν φορείς του δημόσιου τομέα και συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, όπως και τα πλωτά τμήματα των τεχνικών έργων. Ως έργο νοείται κάθε νέα κατασκευή ή επέκταση ή ανακαίνιση ή επισκευή ή συντήρηση και η οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουργία, και κάθε σχετική ερευνητική εργασία, που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση.

Οι διατάξεις του ανωτέρω νόμου εφαρμόζονται σε όλα τα έργα, που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, μεταξύ των οποίων είναι και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στους εν λόγω οργανισμούς.

Σύμβαση δε για την εκτέλεση δημοσίων έργων είναι η εξ επαχθούς αιτίας έγγραφη συμφωνία, που καταρτίζεται μεταξύ του εργοδότου ή του φορέα κατασκευής, όχι του έργου και του αναδόχου για την κατασκευή του έργου με το προαναφερόμενο περιεχόμενο. Η υπαγωγή, όμως, μιας συμβάσεως υπό το ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς των διατάξεων του ν. 1418/1984, όπως αυτός ισχύει μετά τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις, αλλά και του π.δ. 609/1985, προϋποθέτει, μεταξύ των άλλων, ότι το αντικείμενο αυτής συνίσταται στην εκτέλεση δημοσίου έργου, όπου το εννοιολογικό αυτού περιεχόμενο προσδιορίζεται ανωτέρω, χωρίς, για την προδιαληφθείσα υπαγωγή, να ασκεί έννομη επιρροή ο νομικός χαρακτηρισμός της οικείας εργολαβικής συμβάσεως ως διοικητικού ή μη χαρακτήρας, από τον οποίο εξαρτάται μόνο ο προσδιορισμός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου (πολιτικού ή διοικητικού) προς επίλυση των εξ αυτής πηγαζουσών διαφορών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 13 του ν. 1418/1984.

Η του ανωτέρω περιεχομένου σύμβαση εκτελέσεως δημοσίου έργου είναι όλως διαφορετική από την σύμβαση πωλήσεως, δια της οποίας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ, ο μεν πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πωλήσεως, και να παραδώσει το πράγμα, ο δε αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα, που συμφωνήθηκε.

Εξάλλου, ως μικτή σύμβαση θεωρείται εκείνη στην οποία οι παροχές του ενός ή αμφοτέρων των συμβαλλομένων εμπίπτουν εις διαφορετικούς συμβατικούς τύπους. Κατά δε την διέπουσα τις εν λόγω συμβάσεις αρχή εξευρίσκεται, με βάση την δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων, ποία εκ των παροχών είναι η κύρια και ποία έχει παρακολουθητικό χαρακτήρα, δίδεται δε στην συναφθείσα σύμβαση ο νομικός χαρακτηρισμός εκ της κύριας παροχής.

Στην περίπτωση, όμως, που η μία παροχή δεν είναι παρακολουθητική της άλλης, αλλ' έκαστος συμβατικός τύπος έχει αυτοτελή τα ουσιώδη αυτού στοιχεία, εκάστη σύμβαση υπόκειται σε αυτοτελή νομική αξιολόγηση, με βάση τις ειδικότερες γι' αυτή ουσιαστικές διατάξεις (ΑΠ 1566/1979). Περαιτέρω, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει, όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή, αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Και, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως, που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως/ προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την ... το Δημοτικόν Συμβούλιον του εναγομένου, εν όψει του όλως σημαντικού αντικειμένου επί του οποίου επέκειτο η λήψις αποφάσεως, δια της υπ' αριθ. ...αποφάσεως του, προκειμένου να υποβοηθηθή η Δημαρχιακή Επιτροπή εις το έργον της, συγκρότησεν Επιτροπήν Αξιολογήσεως με συμβουλευτικόν χαρακτήρα, αποτελουμένην από όλα τα μέλη της Δημαρχιακής Επιτροπής και τρία εισέτι μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου, ήτοι τον Πρόεδρον του Δημοτικού Συμβουλίου Π1, τον Αντιδήμαρχον Π2 και τον Π3.

Η Επιτροπή Αξιολογήσεως, εν όψει του όλως εξιδιασμένου αντικειμένου, επί του οποίου επέκειτο η λήψις αποφάσεως και η περί του οποίου κρίσις απαιτούσε εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρίαν, υπεστηρίζετο από τους τεχνικούς και υπαλλήλους της ΔΗΜ.ΕΠ.Α. Α.Ε. Σ1 και Σ2 ως τεχνικούς εμπειρογνώμονες (άνευ ψήφου) και χωρίς η Δημαρχιακή Επιτροπή να δεσμεύεται από τις απόψεις της Επιτροπής Αξιολογήσεως.

Με την από ... πρόσκλησιν της Δημαρχιακής Επιτροπής εκλήθησαν οι ενδιαφερόμενοι να παραλάβουν τα σχετικά με τον άνω διαγωνισμόν στοιχεία. Ως ημέρα διεξαγωγής του διαγωνισμού ωρίσθη η .... Εις τον διαγωνισμόν μετέσχον τέσσαρες διαγωνιζόμενοι: α) η παρεμβαίνουσα εταιρεία υπό την επωνυμίαν Lamda Development Corporation Α.

Ε., β) η κοινοπραξία υπό την επωνυμίαν "Ολυμπιακή Ανάπτυξη", η οποία απηρτίζετο από τις εταιρείες Ελληνική Τεχνοδομική Α.Ε. και ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε., γ) η ολλανδική εταιρεία υπό την επωνυμίαν Ε1 και δ) οι ενάγουσες εταιρείες ενεργούσες ως κοινοπραξία. Ούτε η κοινοπραξία των εναγουσών, ούτε άλλος τις εξ εκείνων οι οποίοι εξεδήλωσαν ενδιαφέρον συμμετοχής και παρέλαβαν τα τεύχη δημοπρατήσεως και εξ όσων εν τέλει έλαβον μέρος εις τον διαγωνισμόν την ..., υπέβαλεν ένστασιν ή οιασδήποτε άλλης μορφής επιφύλαξιν ή αιτίασιν εν σχέσει προς τον άνω διαγωνισμόν κατά το χρονικόν διάστημα, το οποίον εμεσολάβησεν από την δημοσίευσιν της προκηρύξεως εις τον Τύπον μέχρι και της διεξαγωγής του διαγωνισμού την ....

Οι ανωτέρω μετάσχουσες έλαβον ανεπιφυλάκτως μέρος εις τον διαγωνισμόν την ... και όλες, μεταξύ των οποίων και η κοινοπραξία των εναγουσών, υπέβαλον εμπροθέσμως και παραδεκτώς τις προσφορές των, οι οποίες περιελάμβαναν δύο επί μέρους εσφραγισμένους φακέλους: α) τον φάκελον της τεχνικής προσφοράς και β) τον φάκελον της οικονομικής προσφοράς.

Την ... συνήλθεν η άνω Επιτροπή Αξιολογήσεως, η οποία απηρτίζετο από τα μέλη της Δημαρχιακής Επιτροπής, συνεπικουρούμενα εις απολύτως συμβουλευτικόν ρόλον και από τους άνω δύο τεχνικούς συμβούλους (Σ1 και Σ2), η οποία προέβη εις την αξιολόγησιν των τεχνικών προσφορών των διαγωνιζομένων και συνέταξεν την από ...

Έκθεσιν Τεχνικής Αξιολογήσεως Προσφορών. Αυτή, αφού υπεγράφη από όλα τα μέλη, εσφραγίσθη και κατετέθη εις τον συμβολαιογράφον Χάρην Μαρίνην (Σόλωνος 107) προς φύλαξιν μέχρι και την έκδοσιν των τελικών κατακυρωτικών πράξεων του διαγωνισμού, συνετάγη δε η υπ αριθμ. ... πράξις καταθέσεως. Ουδεμία γραπτή ή προφορική ένστασις ή αντίρρησις, υπεβλήθη από διαγωνιζόμενον κατά την διεξαγωγήν του διαγωνισμού και ουδείς τούτων, περιλαμβανομένης και της ανωτέρω κοινοπραξίας των εναγουσών, κατέθεσεν προσφοράν η οποία να περιείχεν επιφύλαξιν ή αντιρρήσεις ως προς όρους της Διακηρύξεως ή της διαδικασίας.

Η ακολουθηθείσα διαδικασία αξιολογήσεως των τεχνικών προσφορών, συντάξεως, σφραγίσεως και καταθέσεως της σχετικής εκθέσεως εις τον άνω συμβολαιογράφον, διεξήχθη κατ' ακριβή τήρησιν των σχετικών προβλέψεων της Διακηρύξεως, η οποία, εις το άρθρον 5.4.1.(2) αυτής ορίζει τα ακόλουθα: "Για τους ενδιαφερόμενους αυτούς θα συνταχθεί έκθεση αξιολόγησης των Τεχνικών Προσφορών, η οποία θα σφραγιστεί και θα κατατεθεί σε συμβολαιογράφο.....".

Την ..., μετά την ολοκλήρωσιν της αξιολογήσεως των τεχνικών προσφορών και την κατάθεσιν του αποτελέσματος της αξιολογήσεως εις τον άνω συμβολαιογράφον, ηνοίχθησαν εν δημοσία συνεδριάσει της Δημαρχιακής Επιτροπής οι κατατεθείσες εσφραγισμένες οικονομικές προσφορές των διαγωνιζομένων. Οι οικονομικές προσφορές και των τεσσάρων διαγωνιζομένων (εταιρειών και κοινοπραξιών) ανεγνώσθησαν ολόκληρες, από τον Πρόεδρον της Δημαρχιακής Επιτροπής Π4 ενώπιον πάντων των παρευρισκομένων εκπροσώπων των διαγωνιζομένων.

Οι εκπρόσωποι όλων των διαγωνιζομένων ανέγνωσαν και οι ίδιοι τις προσφορές των λοιπών διαγωνιζομένων, εκράτησαν όσες σημειώσεις επεθύμουν και έκαστος εξ αυτών κατά βούλησιν εμονόγραφεν τις προσφορές των άλλων διαγωνιζομένων. Ουδεμία γραπτή ή προφορική ένστασις, αντίρρησις ή άλλου είδους παρατήρησις υπεβλήθη από διαγωνιζόμενον τινά κατά την άνω διαδικασίαν ανοίγματος και γνωστοποιήσεως του περιεχομένου των οικονομικών προσφορών.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενον από ... σχετικόν απόσπασμα του Βιβλίου Πρακτικών των Συνεδριάσεων της Δημαρχιακής Επιτροπής. Μετά την ολοκλήρωσιν της αξιολογήσεως των οικονομικών προσφορών συνήλθεν η Δημαρχιακή Επιτροπή και εξέδωσεν την υπ' αρ. ... απόφασίν της, δια της οποίας ανεκηρύχθη προσωρινός πλειοδότης η παρεμβάσα εταιρεία υπό την επωνυμίαν Lamda Development Α.Ε., η οποία εκλήθη δια της ιδίας αποφάσεως να προέλθη εις διαπραγματεύσεις μετά του Δήμου Αμαρουσίου, συμφώνως προς το άρθρον 5.5 της Διακηρύξεως, με σκοπόν την τελικήν διαμόρφωσιν των υποβληθέντων ως μέρος της τεχνικής της προσφοράς νομικών κειμένων δια την πώλησιν του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της άνω Εταιρείας.

Εις την άνω απόφασίν της Δημαρχιακής Επιτροπής επεσυνήφθησαν και οι δύο, ως άνω, εκθεσεως αξιολογήσεως των τεχνικών και οικονομικών προσφορών. Ειδικώς η έκθεση αξιολογήσεως των τεχνικών προσφορών ανελήφθη την ... και απεσφραγίσθη από τον άνω Συμβολαιογράφο εις τον οποίον είχεν κατατεθή, προς τον σκοπόν της επισυνάψεως αυτής εις την υπ' αριθ. ...

απόφασιν της Δημαρχιακής Επιτροπής και φέρει επ' αυτής την σχετικήν επισημείωσιν του άνω συμβολαιογράφου, ως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. ... πράξιν του άνω συμβολαιογράφου, εις την οποίαν ο ίδιος ο συμβολαιογράφος βεβαιοί ότι έπραξεν τούτο, ώστε να μην υπάρχη περίπτωσις υποβολής, ως δήθεν κατατεθείσης, ετέρας μη κατατεθείσης εις αυτόν.

Μετά την ολοκλήρωσιν των διαπραγματεύσεων, συνήλθεν εκ νέου η Δημαρχιακή Επιτροπή και εξέδωσεν την υπ' αρ. ... απόφασίν της, δια της οποίας ενεκρίθησαν τα τελικά νομικά κείμενα και ανεκηρύχθη και οριστικός πλειοδότης η παρεμβαίνουσα εταιρεία υπό την επωνυμίαν Lamda Development Α.Ε..

Συνεπώς, οι τα εναντία υποστηρίζοντες 4ος και 5ος λόγοι ακυρότητας δια των οποίων οι ενάγουσες ισχυρίζονται α) ότι οι εναγόμενοι δεν ηκολούθησαν την διαδικασίαν φανεράς αξιολογήσεως των τεχνικών προσφορών, η οποία τηρείται εις τους δημοσίους διαγωνισμούς, αλλ' απέκρυψαν το περιεχόμενον των τεχνικών προσφορών, τις οποίες φέρεται να έχουν καταθέσει εις συμβολαιογράφον Αθηνών και ούτως παρεβιάσθησαν οι κανόνες οι οποίοι διασφαλίζουν την αυθεντικότητα, την γνησιότητα και το αμετάβλητον των προσφορών μετά την υποβολήν τους, αφού κατέστη δυνατή η εκ των υστέρων αλλαγή τους και β) ότι κατά παράβασιν των διατάξεων του ΠΔ 410/1995 και του άρθρου 14 παρ. 10 Ν 2690/1999 συμμετέσχον εις την σύνθεσιν των επιτροπών "αξιολόγησης τεχνικών προσφορών" και "αξιολόγησης και κατάταξης των προσφορών" οι 9ος έως και 12ος εναγόμενοι, πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι.

Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα απεδείχθησαν, περαιτέρω και τα εξής: Εις τον όρον 5.2.2 του Υπομνήματος Διαδικασίας Προσφορών υπό τον τίτλον "Περιεχόμενα των Οικονομικών Προσφορών" ορίζονται τα εξής: "Κάθε Οικονομική Προσφορά για την αγορά μετοχών της Εταιρείας θα περιλαμβάνει μόνο τα ακόλουθα: (ι) Την επιστολή Οικονομικής Προσφοράς σύμφωνα με το υπόδειγμα που επισυνάπτεται στο Προσάρτημα 2 της Διαδικασίας Προσφοράς, η οποία θα εσωκλείεται σε φάκελο με την ένδειξη "Φάκελος Α".

Η επιστολή Οικονομικής Προσφοράς θα αναφέρει: (α) Το ποσό του προσφερομένου τιμήματος, τον τρόπο και τον χρόνο καταβολής του τιμήματος αυτού για την αγορά του ενενήντα πέντε τοις εκατό των μετοχών της Εταιρείας (95%). Τα ποσά αυτά θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αναφέρονται σε παρούσες αξίες (2002). Σε κάθε περίπτωση, ο Πλειοδότης θα υποχρεούται να καταβάλει στον Πωλητή κατά την υπογραφή των οριστικών συμβάσεων, ποσό ίσο τουλάχιστον με το 10% του προσφερόμενου τιμήματος, (β) Το ποσόν της ίδιας συμμετοχής του Ενδιαφερόμενου στο μετοχικό κεφάλαιο.

Η ανωτέρω συμμετοχή θα λάβει χώρα με την κάλυψη από τον Ενδιαφερόμενο αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας, η οποία θα λάβει χώρα σε τιμή διάθεσης υπέρ το άρτιο, (ιι) Μία Εγγυητική Επιστολή Συμμετοχής (η "Εγγυητική Επιστολή Συμμετοχής") ποσού έντεκα εκατομμυρίων οκτακοσίων χιλιάδων Ευρώ (11.800.000) από Τράπεζα Πρώτης Τάξεως που λειτουργεί νομίμως στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σύμφωνα με το υπόδειγμα που επισυνάπτεται στο Προσάρτημα 3 της Διαδικασίας Προσφοράς, η οποία θα εσωκλείεται σε φάκελο με την ένδειξη "Φάκελος Β".

Ειδικά για τις κοινοπραξίες ή τις ανώνυμες εταιρίες της ενότητας 2 παράγραφος (β) θα προσκομίζεται για κάθε μέλος ή μέτοχο χωριστή Εγγυητική Επιστολή ή, εναλλακτικά, θα προσκομίζεται ενιαία Εγγυητική Επιστολή που θα καλύπτει για κάθε μέλος το ποσό που αντιστοιχεί στην αναλογία συμμετοχής του μέλους ή του μετόχου στην κοινοπραξία ή την ανώνυμη Εταιρεία.

Τα, ως άνω, έγγραφα των Ενδιαφερομένων θα πρέπει να είναι σύμφωνα με τα υποδείγματα που επισυνάπτονται στην παρούσα, χωρίς αλλαγές ή διαφοροποιήσεις παρ' εκτός εκείνων που προβλέπονται στην παρούσα. Οικονομικές προσφορές που παραβιάζουν τον κανόνα αυτό μπορεί να οδηγήσουν σε αποκλεισμό από το Διαγωνισμό.

Απαγορεύεται ρητώς η κατάθεση εναλλακτικών προσφορών από τους Ενδιαφερόμενους, η υποβολή τέτοιων προσφορών θα οδηγήσει στην απόρριψη τους και τον αποκλεισμό του εν λόγω Ενδιαφερομένου". Εξ άλλου εις τον όρον 5.4.1 του Υπομνήματος Διαδικασίας Προσφορών ο οποίος αναφέρεται εις την αξιολόγησιν των Τεχνικών Προσφορών ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Για τους ενδιαφερόμενους αυτούς θα συνταχθεί έκθεση αξιολόγησης των Τεχνικών Προσφορών, η οποία θα σφραγιστεί και θα κατατεθεί σε συμβολαιογράφο και η οποία θα περιλαμβάνει την Τεχνική Βαθμολογία Τ (i), όπου με (ι) συμβολίζεται κάθε διαγωνιζόμενος.

Η Τεχνική Βαθμολογία θα διαμορφωθεί με βάση τον ακόλουθο μαθηματικό τύπο Τ (Ι) - 0,70 - 9,30 Α (i) όπου Α(ι)= Α1(ί) + Α2(ί) + Α3(i) το άθροισμα της βαθμολογίας που προκύπτει από τα παρακάτω κριτήρια. 1) Λόγω της κρισιμότητας του έργου και της αυστηρότητας των χρονοδιαγραμμάτων των Υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η Εταιρεία θα εκτιμηθεί θετικά και θα βαθμολογηθεί με Α 1(0=0.30) αν ο Ενδιαφερόμενος δεν συμμετέχει σε έργα τα οποία έχουν εξίσου υψηλή προτεραιότητα ή στενά χρονικά περιθώρια, αντίστοιχα με αυτά που αφορούν ης υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η εταιρεία. 2) θα εκτιμηθεί θετικά και θα βαθμολογηθεί με Α2(i) = 0.40 βαθμούς το γεγονός ότι ο Ενδιαφερόμενος δεν διαθέτει αντίστοιχου μεγέθους και ανάλογες με τις προτεινόμενες στο επιχειρηματικό σχέδιο αναπτύξεις στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής, και των οποίων την εκμετάλλευση έχει ή πρόκειται στο άμεσο μέλλον να αναλάβει, προς αποφυγή συγκρούσεως συμφερόντων Ενδιαφερόμενου- Εταιρείας ως προς τα εν λόγω ακίνητα και την ανάπτυξη τους, 3.

θα εκτιμηθεί θετικά και θα βαθμολογηθεί με Α3(ί) = 0.30 βαθμούς το γεγονός ότι ο Ενδιαφερόμενος ή τα στελέχη του διαθέτουν εμπειρία σε έργα αντίστοιχου μεγέθους και ανάλογες με ης προτεινόμενες στο επιχειρηματικό σχέδιο αναπτύξεις τόσο στην Ελλάδα αλλά κυρίως στο εξωτερικό". Βάσει των άνω όρων, οι 4 διαγωνισθείσες εταιρείες και κοινοπραξίες υπέβαλον τις εξής οικονομικές προσφορές, κατά την σειράν κατατάξεως αυτών από την Επιτροπήν Αξιολογήσεως:

Lamda Development Α.Ε.: 129.054.00 Ευρώ, Κοινοπραξία Ελληνική Τεχνοδομική Α.Ε. -ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ "Ολυμπιακή Ανάπτυξη": 120.793.287 Ευρώ, E1 90.500.000 Ευρώ, και η κοινοπραξία των εναγουσών 89.820.000 Ευρώ. Περαιτέρω, όμως, απεδείχθη η και πρωτοδίκως προβληθείσα, νόμιμος (εκ του αρθρ. 361 ΑΚ) ένστασις των εναγομένων ότι η οικονομική προσφορά της κοινοπραξίας των εναγουσών ήτο απαράδεκτος κατά τους όρους του εν θέματι διαγωνισμού εις τον οποίον η άνω κοινοπραξία των εναγουσών μετέσχεν και τους όρους του οποίου απεδέχθη.

Ειδικώτερον και συναφώς απεδείχθησαν τα εξής: Εις το άρθρον 5.2.2 (ί). (α) της Διακηρύξεως "Περιεχόμενα των Οικονομικών Προσφορών" ορίζεται ότι "Σε κάθε περίπτωση, ο Πλειοδότης θα υποχρεούται να καταβάλει στον Πωλητή κατά την υπογραφή των οριστικών συμβάσεων, ποσό ίσο τουλάχιστον με το 10% του προσφερόμενου τιμήματος".

Κατά συνέπειαν, το 10% του συνολικώς προσφερθέντος τιμήματος έπρεπε να καταβληθή παρά της κοινοπραξίας των εναγουσών εις μετρητά κατά την υπογραφήν των σχετικών συμβάσεων, αμέσως μετά την ολοκλήρωσιν του διαγωνισμού. Η οικονομική προσφορά της άνω κοινοπραξίας παρεβιασεν τον άνω όρον της Διακηρύξεως και κατέστησεν ούτως την προσφοράν της άνω κοινοπραξίας ασύμβατον.

Ειδικώτερον, η άνω κοινοπραξία προσέφερεν: α) ποσόν 3.000.000 Ευρώ, β) 43.000 μ2 ετοίμων κατοικιών προς 1.900 Ευρώ ανά τετραγωνικόν μέτρον, ήτοι 43.000 Χ 1.900 - 81.700.000 Ευρώ και γ) ποσόν 5.120.000 Ευρώ, τα οποία θα εισπραχθούν από την "Αθήνα 2004". Από τα εν λόγω ποσά, το κονδύλιον των 81.700.000 Ευρώ θα εισεπράττετο εις απώτερον χρόνον ήτοι εις τον χρόνον ολοκληρώσεως της κατασκευής των.

Επίσης, το ποσόν των 5.120.000 Ευρώ αφορά την αποζημίωσιν χρήσεως το οποίον θα εισεπράττετο εις το μέλλον από την "Αθήνα 2004", απομένοντας ως προσφερομένου προς άμεσον καταβολήν του ποσού των 3.000.000 Ευρώ, ποσόν το οποίον αναγόμενον εις ποσοστόν επί τοις εκατόν επί του συνόλου του προσφερθέντος από την κοινοπραξίαν τιμήματος (των 89.820.000 Ευρώ) αντιστοιχεί εις ποσοστόν 3,34%, επί πάσιν δε έτι και συνυπολογιζομένου του άνω ποσού των 5.120.000 Ευρώ εις το προκαταβλητέον ποσόν το ποσοστόν του προκαταβλητέου ποσού επί του συνολικού τιμήματος θα ανήρχετο εις 9,04%, δηλαδή και πάλιν το αμέσως καταβλητέον ποσόν υπελείπετο του ελαχίστου απαιτουμένου ποσοστού του 10%".

Περαιτέρω εδέχθη το Εφετείο ότι με βάση τους προδιαλαμβανομένους όρους της διακηρύξεως του διαγωνισμού, οι 4 διαγωνισθείσες εταιρείες και κοινοπραξίες υπέβαλον τις εξής οικονομικές προσφορές κατά την σειράν κατατάξεως αυτών από την Επιτροπή Αξιολογήσεως: 1) Η Lamda Denelopmenta Α.Ε.: 129.054,006, 2) Η Ελληνική Τεχνοδομική ΑΕ-Ακτωρ ΑΤΕ "Ολυμπιακή Ανάπτυξη 120.783.2876, 3) E1 90.500.0006 και 4) Η κοινοπραξία των εναγουσών 89.820.0006.

Ειδικότερα, εδέχθη, όσον αφορά την υπό της τελευταίας οικονομική προσφορά, ότι αυτή αναλύεται: α) στο ποσό των 3.000.0006 σε μετρητά, β) στο ποσό των 81.700.0006 που αντιστοιχεί στην αξία 43.000μ2 ετοίμων κατοικιών προς 1.9006 ανά τετραγωνικό μέτρο (43.000μ2χ 19006) σύμφωνα με τις προδιαγραφές του "Αθήνα 2004", γ) στο ποσό 5.120.0006 που θα εισπραχθούν από την Α.Ε. "Αθήνα 2004".

Το εν λόγω ποσό της εναγούσης κοινοπραξίας αποτελεί το, με βάση την άνω οικονομική προσφορά της, πράγματι προσφερθέν τίμημα για την αγορά του 95% των μετοχών της άνω εταιρείας, εδηλώθη δε η προσφορά αυτή με σαφή και αναμφίβολου περιεχομένου δήλωση της εναγούσης κοινοπραξίας με την έγγραφη οικονομική της προσφορά, εσφαλμένως δε υπολογίζεται στην εν λόγω οικονομική προσφορά και η συμμετοχή στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της άνω εταιρείας εκ 15.000.0006.

Επίσης, εδέχθη, ότι και η προσφορά αυτή έγινε κατά παράβαση σχετικού όρου της διακηρύξεως προς συμμετοχή στο διαγωνισμό, διότι, σύμφωνα με αυτόν, το καταβλητέο ποσό κατά την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως πωλήσεως των μετοχών έπρεπε να αντιστοιχεί, κατ' ελάχιστο όριο, στο 10% του τιμήματος, ενώ το υπό της εναγούσης κοινοπραξίας προσφερθέν σε μετρητά ποσό για την αγορά των μετοχών κατά τον ανωτέρω χρόνο, ανήλθε στο ποσό των 3.000.0006, αντιστοιχούν σε ποσοστό 9,04% επί του συνολικώς προσφερθέντος άνω τιμήματος.

Ως προς την οικονομική προσφορά της 12ης εκ των αναιρεσιβλήτων εδέχθη, ότι αυτή προσέφερε α) το ποσό των 70.340.0006 σε μετρητά β) 15.000μ2 ετοίμων κατοικιών, συνολικής αξίας 29.350.0006 και γ) εις είδος (συμμετοχή σε εταιρεία εκμεταλλεύσεως ακινήτων) 29.364.0006, ήτοι συνολικώς το ποσό των 129.054,006, το οποίο σε κάθε περίπτωση υπερβαίνει το ποσό της άνω προσφοράς της αναιρεσειούσης κοινοπραξίας ακόμη και αν στην οικονομική προσφορά της 12ης αναιρεσιβλήτου δεν υπολογιστεί το υπό στοιχ.

γ' ανωτέρω ποσό, σύμφωνα με τις σχετικές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, με το να κρίνει, ότι η επίμαχη σύμβαση φέρει τον χαρακτήρα αμιγούς συμβάσεως πωλήσεως κινητών πραγμάτων, ήτοι μετοχών που αντιστοιχούν στο 95% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "Δημοτική Επιχείρηση Αξιοποίησης Ακίνητης Περιουσίας Δήμου Αμαρουσίου Ανώνυμη Εταιρεία", και όχι εκείνο της εκτελέσεως δημοσίου έργου και ότι επομένως δεν έχουν εφαρμογή στην ένδικη διαφορά οι περί εκτελέσεως δημοσίων έργων ουσιαστικές διατάξεις και ειδικότερα του άρθρου 4§6 ν. 1418/1984, 10§3, 12§3, 18§1, 20 π.δ. 609/1985, 24§1, 14§10 ν. 2690/1999 και 8§1 του ν.2941/1999 και 8§1 του ν. 2941/1999, δεν τις παραβίασε, ούτε και κάποια άλλη διάταξη, ενώ διέλαβε στην απόφαση χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα, που καθιστούν εφικτό τον ακυρωτικό έλεγχο ως προς την ορθότητα του υπό του Εφετείου με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δοθέντος νομικού χαρακτηρισμού της επιμάχου συμβάσεως ως αμιγούς συμβάσεως πωλήσεως και όχι ως τοιαύτης εκτελέσεως δημοσίου έργου.

Ειδικότερα, η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο στα πλαίσια της γενομένης διακηρύξεως για την πώληση των μετοχών υφιστάμενος όρος προς υποβολή και τεχνικών προσφορών, δεν αναιρεί την καταφατική κρίση, περί του ότι η συναφθείσα σύμβαση φέρει τον χαρακτηρισμό της αμιγούς συμβάσεως πωλήσεως, αφού ο όρος αυτός, κατά τις ίδιες παραδοχές, απέβλεπε στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (αρθρ. 361 ΑΚ) στην εξυπηρέτηση των ιδιωτικοοικονομικών συμφερόντων του αναιρεσιβλήτου Δήμου δια της πωλήσεως των μετοχών σε επιχειρηματικό φορέα που εξασφάλιζε, λόγω της τεχνικής του εμπειρίας, την επίτευξη των οικονομικών σκοπών της άνω ανωνύμου εταιρείας.

Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για ευθεία παραβίαση του άρθρου 5 π.δ. 270/1981 που προβλέπει την υποβολή ενστάσεων στη διαδικασία πωλήσεως κινητών πραγμάτων από τους δήμους, ο λόγος αυτός αναιρέσεως στον οποίο δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο, όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγο διατάξεως είναι απαράδεκτος.

Με τον ίδιο, τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με το να δεχθεί α) ότι η αναιρεσείουσα κοινοπραξία εξαιτίας της μη τηρήσεως όρου συμμετοχής της στον πλειοδοτικό διαγωνισμό πωλήσεως των μετοχών (ανάληψη υποχρεώσεως προς καταβολή τουλάχιστον ποσοστού εκ 10% της αξίας των μετοχών κατά την σύναψη της οριστικής συμβάσεως πωλήσεως), απαραδέκτως έλαβε μέρος στον πλειοδοτικό διαγωνισμό και επομένως δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση του, β) ότι το ποσό των 15.0006 για την συμμετοχή της στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου δεν πρέπει να υπολογισθεί ως τμήμα της οικονομικής της προσφοράς, διέλαβε στην απόφαση αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, την περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος κρίση εξέφρασε στα πλαίσια επαλλήλου αιτιολογίας, η δε κύρια αιτιολογία ότι η συνολική αξία της οικονομικής προσφοράς της αναιρεσειούσης κοινοπραξίας ανήλθε στο συνολικό ποσό των 89.820.0006 επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως, ο δε τυχόν συνυπολογισμός και του ποσού των 15.000.000 δραχμών ως τμήματος της άνω οικονομικής προσφοράς δεν ασκεί καμιά επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως, αφού και με τον συνυπολογισμό του ποσού αυτού, εν όψει της ανελέγκτου υπό του Εφετείου ουσιαστικής κρίσεως ότι η συνολική προσφορά της αναιρεσιβλήτου ανήλθε στο ποσό των 129.054.0006, η αξία της οικονομικής προσφοράς της αναιρεσειούσης κοινοπραξίας υπολείπεται εκείνης της τελευταίας.

Κατά το μέρος που με τον ίδιο, ως άνω, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο εσφαλμένως υπελόγισε την οικονομική προσφορά της 12ης αναιρεσειούσης στο ανωτέρω ποσό, πλήττων, υπό το πρόσχημα της ελλειπτικής αιτιολογίας την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, είναι απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος, προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την έγγραφη προσφορά της αναιρεσειούσης κοινοπραξίας για την συμμετοχή της στον πλειοδοτικό διαγωνισμό, της οποίας έγινε νόμιμη επίκληση και προσαγωγή. Από την στην απόφαση, όμως, αυτή υπάρχουσα διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσαχθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών, στις οποίες ειδικώς μνημονεύεται το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο, καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο, ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, συνεξετίμησε και το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (τρίτος, κατά το τρίτος μέρος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που συνεπάγεται αναίρεση της αποφάσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν μετά από εκτίμηση του περιεχομένου της, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ, διαφορετική από εκείνη την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθή.

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος συντρέχει όταν έγινε λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένου σ' αυτό κρίσιμων περιστατικών καταδήλως διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την περαιτέρω συναγωγή του αποδεικτικού συμπεράσματος (ΑΠ 4/2003, ΑΠ 507/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλ' ανέγνωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου όπως αυτό είναι, όσον αφορά στην υπό της αναιρεσειούσης κοινοπραξίας γενομένη προσφορά των 15.000.000€, η οποία ειδικώς μνημονεύεται στην απόφαση αυτή, κατάληξαν, όμως, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό.

Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, παρεκτός του ότι και αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι, όπως ελέχθη, ο μη συνυπολογισμός του ανωτέρω ποσού στην οικονομική προσφορά της αναιρεσειούσης δεν ασκεί επιρροή στο διατακτικό της αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, που χάνει τη δίκη, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-6-2006 αίτηση των ΑΕΓΕΚ και ΕΚΤΕΡ ΑΕ για αναίρεση της 442/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Δήμου εκ τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ, και της αναιρεσίβλητης LAMDA DEVELOPMENT εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ