Legislator Case Law & Legislation
844/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on false premise regarding unproven employment history facts.

Case Number 844/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of First Instance's decision regarding the plaintiff's employment history. The appellant argued the lower court accepted unproven facts about the plaintiff's journalism qualifications without evidence. The court rejected this claim, ruling that the lower court's acceptance of such facts was legally reviewable and not arbitrary.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10) and 562(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the acceptance of unproven facts is inadmissible if the lower court's decision rests on uncontrollable assumptions rather than verified evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility unproven facts employment history journalist qualification lower court review legal presumption costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556(1), 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 562(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 104/2014
Case 31/2019
Case 1241/2019
Case 717/2016
Case 625/2018
Case 45/2014
Case 259/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 844 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 844/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Παναγιώτας Κατσιρούμπα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ρ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευσταθίας Κριεμάδη, η οποία ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 646/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3488/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21.11.2022 και με αριθμό εκθ. κατάθ. 9193/1031/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 3488/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 3.1.2022 και με αριθμό εκθ.

καταθ. 1096/101/2022 έφεση που άσκησε η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα, κατά της υπ' αριθμ. 646/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 1.7.2018 και με αριθμό εκθ. καταθ. 72557/2097/2018 αγωγή της αναιρεσίβλητης και μετά από εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως, δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη την πιο πάνω αγωγή.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 86/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117-118, του ίδιου κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού, με την οποία ζητούνται διαφορές μεταξύ των αποδοχών τις οποίες ο εργαζόμενος δικαιούται, κατ' εφαρμογή ΣΣΕ ή ΔΑ ή με βάση το νόμο και εκείνων που του καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή, πλην άλλων, οι αποδοχές που αυτός δικαιούται με χωριστή αναφορά στο βασικό μισθό και τα τυχόν επιδόματα που αυτός δικαιούται κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα και εκείνες τις οποίες αυτός έλαβε, ώστε να προκύπτει υπέρ αυτού η αιτούμενη διαφορά για το επίδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 818/2022, 276/2015, 2203/2014, 1133/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), για τον υπολογισμό των μισθολογικών διαφορών που διώκει η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, έναντι της ήδη αναιρεσείουσας ..., διαλαμβάνονται αναλυτικά ο χρόνος προϋπηρεσίας αυτής ως δημοσιογράφου, ο καταβαλλόμενος μισθός της ειδικότητας του Φροντιστή, ο προβλεπόμενος μισθός ως δημοσιογράφου και το επίδομα τέκνου και η προκύπτουσα διαφορά αποδοχών για το επίδικο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητείται η επιδίκαση των αξιωμένων από αυτήν διαφορών.

Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί αντιθέτου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας που έκρινε ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσης του αναιρεσείουσας ..., δεν υπέπεσε στην από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 893/2017, 319/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017). Επειδή, με το άρθρο 1 του ν. 1730/1987 (Α' 145) ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και με την επωνυμία " ..." ( ...), ως δημόσια επιχείρηση, ανήκουσα στον δημόσιο τομέα κατά τον ν. 1256/1982 (Α' 65), ορίσθηκε δε ότι η δημόσια αυτή επιχείρηση ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος, έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και τελεί υπό κοινωνικό έλεγχο.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου νόμου, σκοπός της ... ήταν "η οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της κρατικής ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης, καθώς και η συμβολή της, με τα μέσα αυτά: α) στην ενημέρωση, β) στη μόρφωση και γ) στη ψυχαγωγία του ελληνικού λαού" (Ολομ. ΣτΕ 1901/2014). Περαιτέρω, εκδόθηκε η οικ. 02/11.6.2013 Απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης ..." ( ...)" (Β' 1414).

Με το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής καταργήθηκαν η ... και οι θυγατρικές της εταιρείες (παρ. 1) και ορίσθηκε ότι: "Η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, η κυκλοφορία εκδόσεων, η λειτουργία διαδικτυακών ιστοτόπων, όπως και κάθε άλλη δραστηριότητα της ... και των θυγατρικών αυτής, διακόπτονται μετά το τέλος του κανονικού προγράμματος της 11ης Ιουνίου 2013 και έως τη σύσταση νέου φορέα ... ".

Κατά το άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως, το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ... και των θυγατρικών της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο Δημόσιο (παρ. 1), το οποίο καθίσταται διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτών (παρ. 2), σύμφωνα δε με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 "1.

Οι συμβάσεις εργασίας του απασχολούμενου με οποιονδήποτε τρόπο προσωπικού, όπως το τακτικό και έκτακτο προσωπικό ή άλλο προσωπικό, καθώς και κάθε είδους συμβάσεις έργου ή εργασίας με εξωτερικούς ή άλλους συνεργάτες προγράμματος της ..., και των θυγατρικών εταιρειών της λύονται από τη δημοσίευση της παρούσας.

Για τις περιπτώσεις τις οποίες αφορά, η παρούσα απόφαση συνιστά και καταγγελία της ατομικής συμβάσεως εργασίας. 2. Το προσωπικό της προηγούμενης παραγράφου δικαιούται τη νόμιμη κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αποζημίωση". Με την οικ. 03/12.6.2013 (Β' 1423) Κ.Υ.Α. τροποποιήθηκε η ανωτέρω οικ. 02/11.6.2013 απόφαση, προστέθηκε δε σε αυτήν άρθρο 4 Α, για τον ορισμό Ειδικού Διαχειριστή, ο οποίος διαχειρίζεται, μέχρι τη σύσταση νέου φορέα, το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της ...

και δύναται να συνάπτει, υπό προϋποθέσεις, συμβάσεις έργου ή εργασίας. Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ν. 4173/2013 (Α' 169) συνεστήθη νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας για την ελληνική τηλεόραση, καθώς και για τη δημόσια ραδιοφωνία και διαδικτυακή δραστηριότητά τους, υπό την επωνυμία "…" (..), ορίσθηκε δε ότι η ….

είναι δημόσια επιχείρηση που ανήκει στον δημόσιο τομέα και εποπτεύεται από το Κράτος. Στο άρθρο 15 του Νόμου αυτού ορίσθηκε ότι η …. προσλαμβάνει προσωπικό με σύμβαση εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου, με σύμβαση έμμισθης εντολής, καθώς και με συμβάσεις έργου, ύστερα από σχετική προκήρυξη (παρ. 1), δύναται δε, κατ' εξαίρεση, να αναθέτει απευθείας, με σύμβαση, την εκτέλεση ορισμένου έργου σε δημοσιογράφο ή σε επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό (παρ. 2).

Με τις διατάξεις του άρθρου 72 του επακολουθήσαντος ν. 4174/2013 (Α' 170) ρυθμίσθηκαν ζητήματα σχετικά με τη καταβολή αποζημιώσεων προς τους εργαζομένους της καταργηθείσης ..., συνεπεία της κατά τα ως άνω λύσεως των σχέσεων εργασίας τους δυνάμει της Κ.Υ.Α. οικ. 02/11.6.2013. Περαιτέρω, με τον ν. 4324/2015 (Α' 44), η συσταθείσα με τον Νόμο 4173/2013 …..

μετονομάσθηκε σε "….. ( ...)", αντικαταστάθηκαν δε και τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του ν. 4173/2013. Μεταξύ άλλων διατάξεων, αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 12 του ν. 4324/2015, το άρθρο 15 του ν. 4173/2013 ("Ρύθμιση θεμάτων προσωπικού"), ως εξής: "1. Η ... προσλαμβάνει το προσωπικό της με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, καθώς και ορισμένου χρόνου, λαμβάνοντας υπόψη αντίστοιχη εμπειρία σε δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα, μετά από δημοσίευση προκήρυξης ... 2.

Οι όροι και οι συνθήκες εργασίας του προσωπικού της εταιρείας καθορίζονται με συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία συνάπτεται μεταξύ της ... που εκπροσωπείται από το Διοικητικό Συμβούλιο και των αρμοδίων κατά τον εκπροσώπων των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων. ... 3. Η ... μπορεί να προσλάβει προσωπικό και με συμβάσεις έμμισθης εντολής μετά από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος ... 4 ....".

Εξάλλου, με το άρθρο 14 του ν. 4324/2015 προστέθηκε στον ν. 4173/2013 άρθρο 16Α, το οποίο ορίζει τα εξής: "1. Οι κάθε είδους συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου ή έμμισθης εντολής του προσωπικού, το οποίο την 11η Ιουνίου 2013 απασχολείτο στην ... και οι οποίες λύθηκαν, με το άρθρο 3 της 2/11.6.2013 Κοινής Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β' 1414), όπως ισχύει, αναβιώνουν από την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και θεωρούνται εφεξής συμβάσεις που έχουν συναφθεί με την εταιρεία του άρθρου 1 του παρόντος νόμου.

Οι μισθοί του προσωπικού του προηγούμενου εδαφίου ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β' του Νόμου 4024/2011 (Α' 226), προκειμένου δε, για δημοσιογράφους από την Κ.Υ.Α. 2/17805/0022 (Β' 662). Περαιτέρω, με τη με αριθμό 2/17805/0022/13.3.2013 ΚΥΑ, (όπως αυτή ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και πριν την κατάργησή της με το άρθρο 11 της ΥΑ 1177 ΦΕΚ Β 1447/24.4.2019, η οποία ισχύει από 1.1.2019) ορίζονται τα ακόλουθα:

Άρθρο 1: "Πεδίο εφαρμογής". Με τις διατάξεις της παρούσας ρυθμίζονται οι αποδοχές των δημοσιογράφων, που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 και της παρ. 1α του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 (Α 226), όπως ισχύει. Ως δημοσιογράφοι για την εφαρμογή της παρούσας νοούνται οι απασχολούμενοι με αυτήν την ιδιότητα στους φορείς του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και οι δημοσιογράφοι των φορέων της παρ. 1 του άρθρου 4 και της παρ. 1α του άρθρου 31 του ν.4024/2011 που απασχολούνται στην Ένωση Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΠΗΕΑ) και στην Ένωση Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Θεσσαλονίκης (ΕΠΗΕΘ).

Κατά το άρθρο 2 της ως άνω ΚΥΑ: "Οι μηνιαίες αποδοχές των δημοσιογράφων αποτελούνται από τον βασικό μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 3 της παρούσας, καθώς και τα επιδόματα και τις παροχές που προβλέπονται στο άρθρο 4 έως της παρούσας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγησή τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 της ως άνω ΚΥΑ: "1.

Ο βασικός μισθός των δημοσιογράφων καθορίζεται ανάλογα με τα έτη προϋπηρεσίας ως εξής ... για 13 έτη προϋπηρεσίας βασικός μισθός 1.494,00 ευρώ, για 14 έτη προϋπηρεσίας 1.521,00 ευρώ και για 15 έτη προϋπηρεσίας σε 1.521,00 ευρώ και για 16 χρόνια προϋπηρεσίας στο ποσό των 1.661,00 ευρώ. 2. Η μισθολογική εξέλιξη των δημοσιογράφων πραγματοποιείται σύμφωνα με τη διαβάθμιση που προβλέπεται στον πίνακα της παραγράφου 1 με βάση τα χρόνια προϋπηρεσίας.

Κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσας απόφασης οι δημοσιογράφοι θα καταταγούν μισθολογικά σύμφωνα με τον πίνακα της παραγράφου 1 με σχετικές πράξεις του αρμόδιου οργάνου της υπηρεσίας ή του φορέα, στον οποίο απασχολούνται. 3. Ως προϋπηρεσία για την κατάταξη στον ανωτέρω πίνακα, νοείται η παροχή υπηρεσιών ως δημοσιογράφων στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ., ΟΤΑ, φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή σε οποιονδήποτε άλλο εργοδότη. 4.

Προϋπηρεσία που τυχόν έχει αναγνωριστεί από τον φορέα στον οποίο απασχολούνται οι δημοσιογράφοι μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας, λαμβάνεται υπόψη για την κατάταξη τους κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσας. 5. Οι δημοσιογράφοι που απασχολούνται ως εσωτερικοί συντάκτες κατατάσσονται στο αμέσως επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο από εκείνο που αντιστοιχεί στην προϋπηρεσία τους με βάση τον πίνακα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. 6.

Για την απόδειξη της ύπαρξης προϋπηρεσίας προσκομίζονται σχετική βεβαίωση από τον εργοδότη και βεβαίωση των ασφαλιστικών ταμείων. Από τις βεβαιώσεις των ασφαλιστικών ταμείων θα πρέπει να προκύπτει η ασφαλιστική κάλυψη των δημοσιογράφων για τον αντίστοιχο χρόνο προϋπηρεσίας τους. Δεν αναγνωρίζεται προϋπηρεσία χωρίς αντίστοιχη ασφαλιστική κάλυψη, με την εξαίρεση των περιπτώσεων εφαρμογής της παραγράφου 4".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 της ως άνω ΚΥΑ: "Στους δημοσιογράφους καταβάλλεται οικογενειακή παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 4024/2011. Σύμφωνα δε με το άρθρο 17 του Νόμου 4024/2011 1. Για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής:

Για υπάλληλο με τέκνα ανήλικα ή ανίκανα σωματικά ή πνευματικά για άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος, με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, η παροχή ορίζεται σε πενήντα (50) ευρώ για ένα τέκνο, σε εβδομήντα (70,00) ευρώ συνολικά για δύο τέκνα, ..". Άρθρο 10: Η ισχύς της απόφασης αυτής (με αριθμό 2/17805/0022/ 13.3.2013 ΚΥΑ), αρχίζει από 1.1.2013 καταργούμενης κάθε άλλης διάταξης, απόφασης ή συλλογικής σύμβασης εργασίας μόνο ως προς το μέρος που ρυθμίζει μισθολογικά θέματα του ανωτέρω προσωπικού με διαφορετικό τρόπο ( ΑΠ ΣτΕ 750/2020).

Για τον υπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας του μισθωτού, ώστε να διαμορφωθούν με βάση αυτή οι αποδοχές του, πρέπει ο μισθωτός να γνωστοποιήσει την προϋπηρεσία του στον εργοδότη του με την προσκομιδή των σχετικών πιστοποιητικών. Πάντως ο μισθωτός, ο οποίος δεν γνωστοποίησε την προϋπηρεσία του κατά την πρόσληψή του, δεν στερείται το δικαίωμα να γνωστοποιήσει αυτήν αργότερα, πλην όμως στην περίπτωση αυτή η υποχρέωση για καταβολή των υψηλότερων αποδοχών, που διαμορφώνονται από την εν λόγω προϋπηρεσία αρχίζει από τη γνωστοποίηση, η οποία έτσι μπορεί να γίνει και μεταγενέστερα, αφού δεν υφίσταται κάποια ανατρεπτική προς τούτο προθεσμία.

Ο τρόπος αυτός αποδείξεως της προϋπηρεσίας αποσκοπεί να καθιερώσει ασφαλή τρόπο γνώσεως αυτής από τον εργοδότη και δεν αποκλείει την απόδειξη της γνώσεως με άλλο ασφαλή τρόπο (ΑΠ 1945/2006, 1168/2001). Επειδή, κατά το άρθρο 250 αριθ. 17 Α.Κ. σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερουμένων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής, που καταβάλλεται περιοδικά, ενώ κατά το άρθρο 254 Α.Κ., αν πρόκειται για περιοδικές παροχές, που οφείλονται αυτοτελώς και δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, η παραγραφή του καθολικού δικαιώματος αρχίζει από το χρονικό σημείο, που η πρώτη καθυστερούμενη περιοδική δόση έγινε απαιτητή.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, προκειμένου περί περιοδικών παροχών, που δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, αλλά απορρέουν αμέσως από νόμο ή δικαστική απόφαση ή δικαιοπραξία, υπάρχουν δύο αξιώσεις, ήτοι α) αξίωση από το Νόμο ή τη δικαστική απόφαση ή τη δικαιοπραξία προς λήψη περιοδικών παροχών και β) χωριστή και αυτοτελής αξίωση για λήψη συγκεκριμένης περιοδικής παροχής.

Για την πρώτη ισχύει η γενική εικοσαετής παραγραφή, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο (άρθρ. 249 Α.Κ.) και για τη δεύτερη ισχύει η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 Α.Κ.. Εάν παραγραφεί η κυρία αξίωση, δηλαδή το καθολικό δικαίωμα για λήψη περιοδικών παροχών, συμπαραγράφονται και οι παρεπόμενες αυτοτελείς αξιώσεις για λήψη των επί μέρους παροχών, έστω και αν γι' αυτές δεν έχει συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή (άρθρ. 274 Α.Κ.).

Ειδικότερα, επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας ο μισθωτός έχει κατά του εργοδότη δύο δικαιώματα, ήτοι α) το δικαίωμα για λήψη των περιοδικώς καταβαλλομένων μισθών και πάσης φύσεως επιδομάτων, που απορρέει από την ατομική σύμβαση εργασίας του, τις κανονιστικές διατάξεις των ΣΣΕ και το νόμο και β) το δικαίωμα για λήψη κατά ορισμένη χρονική περίοδο (εβδομάδα, δεκαπενθήμερο, μήνα κλπ) ορισμένου χρηματικού ποσού, ως μισθού, για την παρασχεθείσα εργασία του κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, το οποίο (δικαίωμα) πηγάζει από το προαναφερόμενο καθολικό δικαίωμά του προς λήψη περιοδικών μισθών.

Το πρώτο δικαίωμά του, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο κατέστη απαιτητός ο πρώτος μισθός, δηλαδή, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, από το τέλος του ορισμένου κατά η διάρκεια της συμβάσεως για τον υπολογισμό του μισθού χρονικού διαστήματος, που έπρεπε να καταβληθεί ο πρώτος μισθός (άρθρ. 655 Α.Κ.).

Το δεύτερο προς λήψη αυτοτελούς μισθού για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που παρείχε την εργασία του, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από τη λήξη του ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε και κατέστη απαιτητή η αξίωσή του προς καταβολή του συγκεκριμένου αυτοτελούς μισθού.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, και σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία τυγχάνει έγγαμη από 30.6.2006 και μητέρα διδύμων ανηλίκων τέκνων, προσλήφθηκε την 1.8.1998 από την εταιρία με την επωνυμία "…", (...), με σύμβαση έργου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού, και η συνεργασία αυτή συνεχίστηκε μέχρι και την 1.11.2006 με ανανεούμενες μηνιαίες, δίμηνες και τρίμηνες συμβάσεις έργου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως ....

Με τη με αριθμό 26959/26.10.2006 ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης - Οικονομίας και Οικονομικών - Επικρατείας συστήθηκαν οι οργανικές θέσεις του προσωπικού με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για την κάλυψη των διαπιστωθεισών παγίων και διαρκών αναγκών της ..., σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, 1 του Νόμου 3320/2005 και 24 του Νόμου 3491/2006.

Ακολούθως, και κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, με τη με αριθμό 1264/30.10.2006 Απόφαση του Προέδρου του ΔΣ της ... - έγινε η ένταξη σε κλάδους και ειδικότητες και η κατάταξη του ανωτέρω προσωπικού σε μισθολογικά κλιμάκια σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του Νόμου 3320/2005, 24 του Νόμου 3491/2006 και του Γενικού Κανονισμού της ....

Την 1.11.2006 η ..., προσέλαβε την ενάγουσα, δυνάμει της από 1.11.2006 έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της ως Φροντιστής (Ειδικότητα ΔΕΠ Φροντιστών Τ/O), τις οποίες παρείχε μέχρι την 11.6.2013, οπότε η ... καταργήθηκε. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα εργαζόταν στον Τομέα Ενημέρωσης της Διεύθυνσης Ειδήσεων της Γενικής Διεύθυνσης Ενημέρωσης της … - Τμήμα Παραγωγής Δελτίων Ειδήσεων, ως εσωτερική συντάκτρια στα δελτία ειδήσεων του σταθμού, κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.1999 έως και την κατάργησή της την 11.6.2013.

Στην κρίση αυτή περί της άσκησης καθηκόντων δημοσιογράφου της ενάγουσας - παρά την πρόσληψή της με την ειδικότητα του φροντιστή - οδηγείται το Δικαστήριο από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και δη της Ε. Τ., η οποία ασκούσε από το έτος 1998 καθήκοντα Αρχισυντάκτριας στα δελτία ειδήσεων της ...

και του Γ. Φ., στον οποίο ανατέθηκαν καθήκοντα Αρχισυντάκτη του Τμήματος Παραγωγής Δελτίων Ειδήσεων της Διεύθυνσης Ειδήσεων της ... από το έτος 1995 και μέχρι την 22.5.2011 και από 23.5.2011 έως 11.6.2013 καθήκοντα Προϊσταμένου του εν λόγω τμήματος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται μεταξύ άλλων και από τη με αριθμό ...

βεβαίωση του Προϊσταμένου του Τμήματος Παραγωγής Δελτίου Ειδήσεων της καταργηθείσας ..., Ι..Δ.. Π., στο οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι "Βεβαιώνεται ότι η εξωτερική συνεργάτης Σ. Ρ. ασκεί καθήκοντα δημοσιογράφου-παραγωγού από τον Δεκέμβριο του 2004 έως και 31 Οκτωβρίου 2006 στη Διεύθυνση Ειδήσεων της Γενικής Διεύθυνσης Ενημέρωσης", σε συνδυασμό και με την από 2.9.2014 συστατική επιστολή της Ν.

Τ. (μάρτυρα απόδειξης), στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: "... Γρήγορα κρίθηκε ικανή (εννοείται η ενάγουσα), και κατάλληλη να ενταχθεί στη δημοσιογραφική παραγωγή - οπτικοποίηση των τηλεοπτικών ρεπορτάζ όπου προσέφερε τις υπηρεσίες της ανελλιπώς μέχρι τις 11.6.2013, (ημέρα κατάργησης της ...). και από τα έντυπα της καταργηθείσας ...

με τίτλο "βάρδιες παραγωγών δημοσιογράφων", του Προϊσταμένου Παραγωγής Δελτίων Σ.. Μ., στα οποία (έντυπα) περιλαμβάνεται και η ενάγουσα. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ουδόλως αναιρείται από μόνη την περί του αντιθέτου κατάθεση του μάρτυρα της εναγόμενης, που περιέχεται στην υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση, Σ.

Ε., ο οποίος κατέθεσε ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε με συμβάσεις έργου ως φροντιστής, και ακολούθως με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην καταργηθείσα ήδη .... Την 11.6.2013 καταργήθηκε η "...", οπότε λύθηκε και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας, με την καταργηθείσα ως άνω ... .... Εξάλλου, δυνάμει του Νόμου 4173/2013, ιδρύθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο.

Στον ως άνω Νόμο ορίζεται ότι: "Οι κάθε είδους συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή έμμισθης εντολής του προσωπικού, το οποίο την 11.6.2013 το οποίο απασχολείτο στην ..., και οι οποίες λύθηκαν με το άρθρο 3 της 2/11.6.2013 Κοινής Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού παρά τον Πρωθυπουργό, όπως ισχύει, αναβιώνουν από την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και θεωρούνται εφεξής συμβάσεις που έχουν συναφθεί με την εταιρία του άρθρου 1 του παρόντος νόμου.

Οι μισθοί του προσωπικού του προηγούμενου εδαφίου ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β' του Νόμου 4024/2011 (Α' 226), προκειμένου δε για δημοσιογράφους από την Κ.Υ.Α. 2/170805/0022 (Β' 662). Αποδείχθηκε ακόμη ότι η ενάγουσα, μετά την κατάργηση της ... την 11.6.2013, έλαβε από την τελευταία αποζημίωση της τάξεως του ποσού 6.886,40 ευρώ και σχετικό επίδομα του ΟΑΕΔ/ΤΣΠΕΑΘ ποσού 5.762,88 ευρώ.

Ακολούθως, και το χρονικό διάστημα από 7/2014 έως 9/2014 η ενάγουσα εργάστηκε σε άλλη ιδιωτική επιχείρηση, όπως δεν αμφισβητήθηκε από την τελευταία. Σε μεταγενέστερο χρόνο, η ενάγουσα, αιτήθηκε από την εναγόμενη την αναβίωση της εργασιακής της σχέσης, η οποία και πράγματι έλαβε χώρα, οπότε και επανήλθε στην εναγόμενη, την 29.4.2015 με την ίδια ειδικότητα και δη αυτή του Φροντιστή Τ/O, ενώ, υπέβαλε την από 10.5.2017 αίτησή της για την υπαγωγή της στις ρυθμίσεις της ΚΥΑ 920/2017, με την οποία δήλωσε ανέκκλητη παραίτηση από τυχόν διαφορές αποδοχών κατά της καταργηθείσας ...".

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Σ. Κ., που περιέχεται στην ως άνω με αριθμό 11336/11.4.2022 ένορκη βεβαίωση, ο οποίος τυγχάνει δημοσιογράφος, Γενικός Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΣΗΕΑ και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΔΟΕΑΠ, μετά την νέα πρόσληψή της η ενάγουσα είχε κατ' επανάληψη απευθυνθεί προς τον ίδιο, με σκοπό να γίνει αλλαγή της ειδικότητας της, από φροντιστή ειδήσεων, σε δημοσιογράφο, εφόσον, εν τοις πράγμασι, ασκούσε τα καθήκοντα αυτά.

Η περί του αντιθέτου κατάθεση του ως άνω μάρτυρα της εναγόμενης Σ. Ε., ότι η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 4.6.2015 έως 1.6.2017 κατόπιν αναβίωσης της σύμβασης εργασίας της, απασχολήθηκε με την ειδικότητα του φροντιστή, αναιρείται από το λοιπό ως άνω αποδεικτικό υλικό. Παρά δε το γεγονός ότι η ενάγουσα, από 1.8.1999 έως 11.6.2013, εργάστηκε στην καταργηθείσα ήδη ..., ως εσωτερική συντάκτρια και από 29.4.2015 στην εναγόμενη, με την ίδια ειδικότητα, η τελευταία την κατέταξε μισθολογικά στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο, χωρίς να αναγνωρίσει την προϋπηρεσία της ως δημοσιογράφου, με αποτέλεσμα οι αποδοχές της να είναι μειωμένες σε σύγκριση με αυτές που μέχρι πρότινος ελάμβανε ως αμειβόμενη με την ειδικότητα του φροντιστή ειδήσεων επικαλούμενη ότι δεν ήταν αναγνωρισμένη η προϋπηρεσία της, σε καθήκοντα δημοσιογραφικά, αλλά φροντιστή, και για τον λόγο αυτόν δεν ήταν δυνατόν να συνυπολογιστεί αυτή μισθολογική κατάταξή της.

Η ενάγουσα πράγματι είχε προϋπηρεσία ως δημοσιογράφος εργαζόμενη αρχικώς στην ... από 1.8.1999 έως 11.6.2013, οπότε και καταργήθηκε η τελευταία και ακολούθως στην εναγόμενη, κατά το διάστημα από 29.4.2015 έως 31.5.2017, όπως προαναφέρθηκε. Ως εκ τούτου η προϋπηρεσία της αυτή έπρεπε να ληφθεί υπόψη από την εναγόμενη, για τη διαμόρφωση του ύψους των αποδοχών της.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η ενάγουσα δεν είχε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ΓΚΠ της ..., ούτε για την πρόσληψή της, ούτε για τη ένταξή της στην κατηγορία δημοσιογράφου, ούτε όμως για την αλλαγή της ειδικότητας της από την κατηγορία φροντιστή στην κατηγορία δημοσιογράφου, δεδομένου ότι για την αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας της προκειμένου να εξευρεθούν μισθολογικές διαφορές, δεν απαιτείται η ύπαρξη τυπικών και ουσιαστικών προσόντων προς τούτο.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με τη με αριθμό 10/27.4.2017 Απόφαση του Πρωτοβάθμιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της εναγόμενης, αποφασίστηκε η έγκριση αλλαγής της ειδικότητας της ενάγουσας από ΔΕΠ 13 ΦΡΟΝΤΙΣΤΩΝ στην ειδικότητα που αιτήθηκε και δη αυτή των ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ και εντάχθηκε στη νέα ειδικότητα με ημερομηνία ένταξης την 1.6.2017.

Στο με αριθμό πρωτοκόλλου 7807/10.5.2017 έγγραφο της εναγόμενης, που απευθύνεται προς την ενάγουσα με θέμα αλλαγής ειδικότητας, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Σας γνωρίζουμε ότι με τη με αριθμό 10/27.4.2017 Απόφαση του Πρωτοβάθμιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, εγκρίθηκε η αλλαγή της ειδικότητας σας από ΔΕΠ 13 Φροντιστών Τ/O σε ΔΕ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ, με ημερομηνία ένταξης την 1.6.2017. "Επιπλέον σας ενημερώνουμε ότι ο βασικός μισθός θα καθοριστεί ανάλογα με τα έτη προϋπηρεσίας που έχετε διανύσει με δημοσιογραφική απασχόληση, όπως προβλέπεται από τη με αριθμό 2/17805/0022/13.3.2013 ΚΥΑ (ΦΕΚ 662 Β'), η οποία καθορίζει τις αποδοχές Δημοσιογράφων".

Εξάλλου, ναι μεν με το άρθρο 3 παρ. 3, 4, 5 και 6 της προαναφερόμενης 2/17805/0022/ 13.3.2013 ΚΥΑ απαιτείται για την απόδειξη της προϋπηρεσίας του δημοσιογράφου, σχετική βεβαίωση από τον εργοδότη και βεβαίωση των ασφαλιστικών ταμείων, προκειμένου να προκύπτει η ασφαλιστική κάλυψη των δημοσιογράφων για τον αντίστοιχο χρόνο προϋπηρεσίας τους, πλην όμως με το άρθρο 16 Α' του Νόμου 4173/2013, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 14 του Νόμου 4324/2015 γίνεται παραπομπή στη 2/17805/0022/ 13.3.2013 ΚΥΑ μόνον όσον αφορά στη ρύθμιση των μισθών των δημοσιογράφων και όχι και σε λοιπές ρυθμίσεις που προβλέπει η εν λόγω ΚΥΑ.

Άλλωστε, η ενάγουσα δεν απαιτούνταν να προσκομίσει στην εναγόμενη, σχετικά πιστοποιητικά για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας της, καθόσον ο τρόπος αυτός δεν αποκλείει την απόδειξη της γνώσης αυτής με άλλο τρόπο. Εξάλλου η εναγόμενη δεν είναι καθολικός διάδοχος της καταργηθείσας ... καθώς καθολικός διάδοχος της τελευταίας τυγχάνει το Ελληνικό Δημόσιο.

Ωστόσο, δεν απαιτείται για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας η εργασία να έχει παρασχεθεί στον ίδιο εργοδότη. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη γνώριζε την προϋπηρεσία της ενάγουσας ως δημοσιογράφου για το χρονικό διάστημα, που παρείχε την εργασία της, αρχικώς στην καταργηθείσα ...

και ακολούθως στην ίδια. Επομένως, η ενάγουσα τυγχάνει δικαιούχος των αποδοχών δημοσιογράφου, όπως αυτές καθορίζονται από την ως άνω 2/17805/0022/13.3.2013 Κοινή Υπουργική Απόφαση και δη από τα άρθρα 2 και 3 αυτής, για τον βασικό μισθό και από τα άρθρα 4 της άνω ΚΥΑ και 17 του Νόμου 4024/2011 όσον αφορά στο επίδομα τέκνων, που ανέρχεται στο ποσό των 70,00 ευρώ (για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα), αφού εκτιμηθεί και η προϋπηρεσία της για τη διαμόρφωση των αποδοχών που δικαιούνταν και αυτών που της καταβάλλονταν από την εναγόμενη.

Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια έστω με ελλιπή αιτιολογία, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ως εκ τούτου οι περί του αντίθετου με στοιχεία (Α'), (Β'), (Γ') και (ΣΤ') λόγοι έφεσης κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επομένως, η ενάγουσα για τα επίδικα χρονικά διαστήματα από 1.8.1999 έως 11.6.2013 και από 29.4.2015 έως 31.12.2018 δικαιούται τις μισθολογικές διαφορές, μεταξύ των αποδοχών του δημοσιογράφου, και των αποδοχών που έλαβε ως φροντιστής.

Ειδικότερα: 1) Την 29.4.2015, οπότε και αναβίωσε η εργασιακή της σχέση με την εναγόμενη, η ενάγουσα είχε .ήδη συμπληρώσει 13 έτη προϋπηρεσία στην καταργηθείσα ήδη ... 1.8.1999 έως 11.6.2013 και ο βασικός μισθός, με 13 έτη προϋπηρεσία, σύμφωνα με την προαναφερόμενη ΚΥΑ, καθορίστηκε σε 1.494,00 ευρώ και το επίδομα τέκνων σε 70,00 ευρώ, ήτοι σύνολο 1.564,00 ευρώ.

Ωστόσο η ενάγουσα έλαβε από 1.5.2015 έως 29.4.2016: α) το χρονικό διάστημα από 1.5.2015 έως 31.7.2015 το ποσό των 1.291,20 ευρώ βασικό μισθό και επομένως της οφείλεται η διαφορά ποσού 818,40 ευρώ (Ήτοι 1.564,00 ευρώ - 1.291,20 ευρώ = 273,00 ευρώ x 3 μήνες = 819,00 ευρώ), β) το χρονικό διάστημα από 1.8.2015 έως 31.10.2015 το ποσό των 1.291,20 ευρώ βασικό μισθό και επομένως της οφείλεται η διαφορά ποσού 819,00 ευρώ (1.564,00 ευρώ - 1.291,20 ευρώ = 273,00 x 3 μήνες = 819,00 ευρώ) και γ) το χρονικό διάστημα από 1.11.2015 έως 29.4.2016 το ποσό των 1.310,20 ευρώ βασικό μισθό και επομένως της οφείλεται η διαφορά ποσού 1.522,80 ευρώ (Ήτοι 1.564,00 ευρώ - 1.310,20 ευρώ = 253,80 ευρώ x 6 μήνες = 1.522,80 ευρώ).

Ήτοι για το ως άνω χρονικό διάστημα από 1.5.2015 έως 29.4.2016 η ενάγουσα δικαιούται για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 3.160,80 ευρώ (819,00 ευρώ + 819,00 ευρώ + 1.522,80 ευρώ), 2) Την 1.5.2016 η ενάγουσα είχε συμπληρώσει 14 έτη προϋπηρεσία και ο βασικός μισθός με 14 έτη προϋπηρεσία, σύμφωνα με την ως άνω ΚΥΑ, καθορίστηκε σε 1.521,00 ευρώ και το επίδομα τέκνων στο ποσό των 70,00 ευρώ, ήτοι σύνολο 1.591,00 ευρώ.

Ωστόσο, το χρονικό διάστημα από 1.5.2016 έως 29.4.2017 η ενάγουσα έλαβε: α) το χρονικό διάστημα από 1.5.2016 έως 31.7.2016 το ποσό των 1.310,20 ευρώ βασικό μισθό και επομένως της οφείλεται η διαφορά ποσού 842,40 ευρώ (Ήτοι 1.591,00 ευρώ - 1.310,20 ευρώ = 280,80 ευρώ x 3 μήνες = 842,40 ευρώ), β) το χρονικό διάστημα από 1.8.2016 έως 29.4.2017 το ποσό των 1.310,20 ευρώ βασικό μισθό, και επομένως της οφείλεται η διαφορά ποσού 2.527,20 ευρώ (ήτοι 1.591,00 ευρώ - 1.310,20 ευρώ = 280.80 ευρώ x 9 μήνες = 2.527,20 ευρώ).

Ήτοι, για το ως άνω χρονικό διάστημα από 1.5.2016 έως 29.4.2017 η ενάγουσα δικαιούται για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 3.369,60 ευρώ (Ήτοι 842,40 ευρώ + 2.527,20 ευρώ = 3.369,60 ευρώ), 3) Την 1.5.2017 η ενάγουσα είχε συμπληρώσει 15 έτη προϋπηρεσία και ο βασικός μισθός με 15 έτη, προϋπηρεσία σύμφωνα με την προαναφερόμενη ΚΥΑ, καθορίστηκε σε 1.521,00 ευρώ και το επίδομα τέκνων στο ποσό των 70,00 ευρώ, ήτοι σύνολο 1.591,00 ευρώ.

Ωστόσο, για το χρονικό διάστημα από 1.5.2017 έως 29.4.2018 η ενάγουσα έλαβε: α) το χρονικό διάστημα από 1.5.2017 έως 31.5.2017 το ποσό των 1.310,20 ευρώ βασικό μισθό και επομένως της οφείλεται η διαφορά ποσού 280,20 ευρώ (Ήτοι 1.591,00 ευρώ - 1.310,80 ευρώ = 280,20 ευρώ για έναν μήνα), β) το χρονικό διάστημα από 1.6.2017 έως 31.7.2017 το ποσό των 944,00 ευρώ βασικό μισθό και επομένως της οφείλεται η διαφορά ποσού 1.240,00 ευρώ (Ήτοι 1.591,00 ευρώ - 944,00 ευρώ = 647,00 ευρώ x 2 μήνες = 1.294,00 ευρώ) και γ) το χρονικό διάστημα 1.8.2017 έως 2 9.4.2018 το ποσό των 944,00 ευρώ βασικό μισθό και επομένως της οφείλεται η διαφορά ποσού 5.580,00 ευρώ (Ήτοι 1.591,00 ευρώ - 944,00 ευρώ = 647,00 ευρώ x 9 μήνες = 5.823,00 ευρώ).

Ήτοι για το ως άνω χρονικό διάστημα από 1.5.2017 έως 29.4.2018 η ενάγουσα δικαιούται για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 7.100,20 ευρώ (Ήτοι 280,20 ευρώ + 1.240,00 ευρώ + 5.580,00 ευρώ = 7.100,20 ευρώ) και τέλος 4) Την 1.5.2018 η ενάγουσα είχε συμπληρώσει 16 έτη προϋπηρεσία και ο βασικός μισθός με 16 έτη προϋπηρεσία, σύμφωνα με την προαναφερόμενη ΚΥΑ, καθορίστηκε σε 1.661,00 ευρώ και το επίδομα τέκνων σε 70,00.

Ωστόσο, το χρονικό διάστημα από 1.5.2018 έως 31.12.2018 η ενάγουσα έλαβε: α) το χρονικό διάστημα από 1.5.2018 έως 31.7.2018 το ποσό των 944,00 ευρώ βασικό μισθό και επομένως της οφείλεται η διαφορά ποσού 787,00 ευρώ (Ήτοι 1.731,00 ευρώ - 944,00 ευρώ = 787,00 ευρώ x 3 μήνες = 2.361,00 ευρώ) και β) το χρονικό διάστημα από 1.8.2018 έως 31.12.2018 το ποσό των 944,00 ευρώ βασικό μισθό και επομένως της οφείλεται η διαφορά ποσού 3.935,00 ευρώ (Ήτοι 1.731,00 ευρώ - 944,00 ευρώ = 787,00 ευρώ x 5 μήνες = 3.935,00 ευρώ).

Ήτοι για το ως άνω χρονικό διάστημα από 1.5.2018 έως 31.12.2018 η ενάγουσα δικαιούται για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 4.722,00 ευρώ (787,00 ευρώ + 3.935,00 ευρώ = 4.722,00 ευρώ). Ήτοι η ενάγουσα δικαιούται για όλο το επίδικο ως άνω χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 18.352,60 ευρώ, (Ήτοι 3.160,80 ευρώ + 3.369,60 ευρώ + 7.100,20 ευρώ + 4.722,00 ευρώ = 18.352,60 ευρώ).

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ως ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή στο σύνολό της και επιδίκασε στην ενάγουσα το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 28.130,00 ευρώ, καθώς υπολόγισε για την εξεύρεση των ετών προϋπηρεσίας της ενάγουσας και τη συνακόλουθη διαμόρφωση των μισθολογικών διαφορών, και το χρονικό διάστημα από 11.6.2013 έως 29.4.2015, κατά το οποίο, όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα δεν εργάστηκε στην εναγόμενη, καθώς η σύμβαση εργασίας της με την τελευταία αναβίωσε την 29.4.2015, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το σημείο τούτο.

Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι (Δ') λόγος έφεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και (Ε') λόγος έφεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, αντίστοιχα. Εξάλλου, οι ως άνω ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 29.4.2015 έως 31.12.2018 δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, καθώς για τις αξιώσεις προερχόμενες από την παροχή εργασίας εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 250 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες παραγράφονται σε πέντε χρόνια οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, η δε παραγραφή αυτή κατ' άρθρο 253 ΑΚ, αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η κατ' άρθρο 251 ΑΚ, έναρξή της, ενώ εξάλλου, δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή ούτε το καθ' όλο δικαίωμά της, για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας της, και τις εντεύθεν μισθολογικές διαφορές, το οποίο υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή.

Και τούτο, διότι από τον χρόνο έναρξης της παραγραφής το έτος 1999 έως και τον χρόνο άσκησης της αγωγής, που επιδόθηκε στην εναγόμενη την 23.7.2018 (βλ. τη με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Γ.), δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Επομένως, η ένσταση περί παραγραφής, κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη.

Κατόπιν τούτων ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση περί παραγραφής των ενδίκων απαιτήσεων, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία. Ως εκ τούτου, πρέπει ο περί του αντιθέτου (Ζ') λόγος έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.". Υπό τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 3.1.2022 έφεση της αναιρεσείουσας Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 646/2021 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσία η από 1.7.2021 αγωγή της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως ουσία βάσιμη, επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη το ποσόν των 18.352,60 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 και 7 παρ. 3 Γ.Κ.Π. της ... και των άρθρων 15 και 16 της από 23.6.2006 Συμπληρωματικής Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΣΕΣΣΕ) καθώς και των διατάξεων της με αριθμό 2/17805/0022/13.3.2013 ΚΥΑ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.

Ειδικότερα πληρούν το πραγματικό της έννοιας της αναγνώρισης του χρόνου υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης ως δημοσιογράφου και δικαιολογούν τη βασιμότητα της αγωγής αυτής για επιδίκαση μισθολογικών διαφορών της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και τη διαμόρφωση του ύψους των αποδοχών της, καθ' όσον η αναγνώριση προϋπηρεσίας της αναιρεσίβλητης ως δημοσιογράφος, είναι ένα πραγματικό γεγονός, το οποίο αποτελεί διοικητικό ζήτημα της αναιρεσείουσας ...

και δεν αφορά την πρόσληψη αυτής ως δημοσιογράφου παρά τη μη ύπαρξη τυπικών προσόντων, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι: α) ότι η αναιρεσίβλητη, η οποία προσλήφθηκε την 1.8.1998 από την εταιρεία με την επωνυμία "..." με σύμβαση έργου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως ..., με ανανεούμενες συμβάσεις απασχολήθηκε έως την 1.11.2006, β) ότι η αναιρεσίβλητη την 1.11.2006 προσλήφθηκε από την ...

με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της ως Φροντιστής, οπότε και καταργήθηκε, γ) ότι η αναιρεσίβλητη από το έτος 1998 έως 11.6.2013 ασκούσε καθήκοντα Αρχισυντάκτριας στα δελτία ειδήσεων της ... σύμφωνα και με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση του Προϊσταμένου του Τμήματος Παραγωγής Δελτίου Ειδήσεων, δ) ότι η αναιρεσίβλητη επανήλθε στην ...

την 29.4.2015 και έως την 31.5.2017, οπότε εγκρίθηκε η αλλαγή της ειδικότητάς της από ΔΕΠ 13 ΦΡΟΝΤΙΣΤΩΝ σε αυτή των ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ, με ημερομηνία ένταξης την 1.6.2017, απασχολήθηκε ως Δημοσιογράφος, ε) ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε την προϋπηρεσία της αναιρεσίβλητης ως δημοσιογράφου για το χρονικό διάστημα που παρείχε την εργασία της αρχικά στην καταργηθείσα ...

και στη συνέχεια στην αναιρεσείουσα και στ) ότι για την αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας της αναιρεσίβλητης δεν απαιτείται η ύπαρξη τυπικών και ουσιαστικών προσόντων. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αναγνώρισης προϋπηρεσίας, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η προϋπηρεσία της αναιρεσίβλητης ως Δημοσιογράφου, παρ' ότι δεν είχε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τα προβλεπόμενα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ΓΚΠ της ...

για την πρόσληψη και την ένταξή της στην κατηγορία Δημοσιογράφου καθώς και για την αλλαγή της ειδικότητάς της από την κατηγορία του Φροντιστή στην κατηγορία Δημοσιογράφου, έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη για την αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας της προς εξεύρεση μισθολογικών διαφορών. Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί πρώτος και δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.

Επίσης, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατά το μέρος που αναγνώρισε τις άνω χρονικές περιόδους ως χρόνους προϋπηρεσίας της αναιρεσίβλητης στην αναιρεσείουσα, ως Δημοσιογράφου για τη διαμόρφωση του ύψους των αποδοχών της, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ και εκείνες του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ, που αναφέρονται στο χρόνο παραγραφής των εκ της παροχής της εργασίας των αξιώσεων των εργαζομένων.

Και τούτο γιατί αφ' ενός είναι υπαρκτό, κατά τα ανωτέρω, το έννομο συμφέρον της αναιρεσιβλήτου για αναγνώριση ως χρόνου προϋπηρεσίας της, την απασχόλησή της κατά τις άνω χρονικές περιόδους, για τη συγκεκριμένη συνέπεια, ανεξάρτητα από την παραγραφή των όποιων αξιώσεών της κατά της αναιρεσείουσας για τις περιόδους αυτές, το οποίο και δικαιολογεί την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής και αφ' ετέρου ότι τόσο οι αξιώσεις της αναιρεσιβλήτου που προέρχονται από την παροχή εργασίας για το χρονικό διάστημα από 29.4.2015 έως 31.12.2018 όσο και το καθ' όλο δικαίωμά της για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας της δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή.

Επομένως ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, εξαιτίας της παραβάσεως των ορισμών του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τη δικαστική ομολογία της αναιρεσιβλήτου - ενάγουσας με την περιεχομένη στο δικόγραφο της αγωγής της αναφορά ότι είναι απόφοιτη του Δημοσίου ΙΕΚ Χαλανδρίου στην ειδικότητα "Δημοσιογραφίας:

Συντάκτες και Ρεπόρτερς" από το 2002 και όχι από 1.8.1998, που αναγνώρισε την προϋπηρεσία της ως Δημοσιογράφου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως καθ' όσον σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης συνυπολογίστηκε η πραγματική προϋπηρεσία της αναιρεσίβλητης ως δημοσιογράφου ανεξαρτήτως των τυπικών προσόντων αυτής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για αυτά (ΑΠ104/2014).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 31/2019, 1241/2019, 717/2016) ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 625/2018, 45/2014, 259/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια αληθώς από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ( και όχι από τους αριθμ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), επικαλούμενη ότι, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο από την αναιρεσίβλητη, το Εφετείο δέχθηκε τη βασιμότητα της αγωγής και συγκεκριμένα ότι είχε τα τυπικά προσόντα να είναι δημοσιογράφος.

Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθ' όσον σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε την απασχόληση αυτής ως Δημοσιογράφου και την προσμέτρηση της προϋπηρεσίας της αυτής, παρά το ότι δεν είχε τα τυπικά προσόντα πρόσληψης ως Δημοσιογράφος.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.11.2022 και με αριθμό εκθ. κατάθ. 9193/1031/2022 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (...) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3488/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ