Legislator Case Law & Legislation
844/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment due to procedural default and lack of evidence. The court rejects the appeal against the first-instance judgment regarding labor disputes. The appellant failed to appear in court, and the court found the evidence submitted by the appellant insufficient to prove the payment of holiday and leave allowances to the respondents. Consequently, the appeal is dismissed, and the lower court's decision stands. The court ruled that the appellant's failure to appear constituted a procedural default, and the evidence submitted was not sufficient to overturn the lower court's findings. The appeal is dismissed, and the lower court's decision stands. The court ruled that the appellant's failure to appear constituted a procedural default, and the evidence submitted was not sufficient to overturn the lower court's findings. The appeal is dismissed, and the lower court's decision stands. The court ruled that the appellant's failure to appear constituted a procedural default, and the evidence submitted was not sufficient to overturn the lower court's findings.

Case Number 844/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first-instance judgment due to procedural default and insufficient evidence. The appellant failed to appear in court, while the respondents also did not participate, leading the court to examine the case ex officio. The court found that the lower court had properly considered all evidence, including the appellant's own submitted documents, and rejected the claim that the holiday and leave allowances were not paid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) and 568(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine an appeal ex officio if the respondent fails to appear, and the appeal is dismissed if the lower court's assessment of evidence is not arbitrary.

Keywords

AI generated
appeal dismissal procedural default labor dispute evidence assessment holiday allowances

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339 and 340 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 844 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 844/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8η Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "..." σύμφωνα με την 127/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, που διορθώνει την 64/2019 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, ως προς το εσφαλμένο στοιχείο της επωνυμίας "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Σταματόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) Ν. Λ. του Π., 2) V. S. (Β. Σ.) του Ν. και 3) Ν. Τ. του Η., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν η 17/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 64/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-12-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως 15559/2-6-2020,15563/3-6-2020 και 15560/2-6-2020 της Ζ. Σ.-Θ., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτούς. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία των αναιρεσίβλητων (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).Η υποκείμενη προς κρίση αίτηση αναίρεσης της 64/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία διορθώθηκε με την 127/2020 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου ως προς την επωνυμία της αναιρεσείουσας, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2019, 8/2018, 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, τα οποία προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή, για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 601/2011).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 19 ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να δεχθεί εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή των εναγόντων, εδώ αναιρεσιβλήτων, και να επιδικάσει στον καθένα από αυτούς τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά για επιδόματα αδείας και εορτών των ετών 2011 έως 2014 και επί πλέον στον τρίτο αναιρεσίβλητο το εκεί χρηματικό ποσό για δεδουλευμένες αποδοχές, τα οποία εξήγαγε κατ' εφαρμογή των ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων Μετάλλου όλων των Μεταλλουργικών Επιχειρήσεων καθώς και Τμημάτων Παραγωγής, Επεξεργασίας, Συναρμολόγησης, Συσκευασίας, Επισκευής κ.λπ.

Μετάλλου άλλων Επιχειρήσεων όλης της Χώρας, παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ΣΣΕ με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι δεν αιτιολογεί την εφαρμογή τους στους αναιρεσίβλητους και διότι, κατά τις αιτιάσεις της, εξήγαγε τα επιδικασθέντα ποσά με βάση το ημερομίσθιο του εργατοτεχνίτη των ανωτέρω ΣΣΕ και όχι με βάση τις ΕΣΣΕ των ετών 2010 και 2012 για τον ελάχιστο προβλεπόμενο μισθό του ανειδίκευτου εργάτη.

Στην αίτηση αναιρέσεως, όμως, διαλαμβάνονται μόνο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης περί του ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου ως εργάτες, ότι αυτοί χωρίς να έχουν κάποια εξειδίκευση μετέφεραν υλικά, φόρτωναν και ξεφόρτωναν φορτηγά και επέβλεπαν τη λειτουργία αυτομάτων μηχανημάτων φούρνου πρέσσας και λόγω του είδους της εργασίας τους και της δραστηριότητας της εναγομένης επιχείρησης υπήγονταν στο μισθολογικό καθεστώς των ανειδίκευτων εργατών χωρίς αναφορά των συγκεκριμένων διατάξεων των ΣΣΕ που φέρεται ότι έχουν παραβιαστεί με την εσφαλμένη εφαρμογή τους και το περιεχόμενο αυτών και χωρίς να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες λοιπές παραδοχές περί του είδους της ασκούμενης από την εναγομένη εμπορικής δραστηριότητας και περί του ύψους του ημερομισθίου με βάση το οποίο εξήχθησαν τα επί μέρους χρηματικά ποσά, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του, ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτου λόγου αναίρεσης.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος.

3..Στο άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τις εκ μέρους αυτής (αναιρεσείουσας) επικληθείσες και προσκομισθείσες αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις για τα έτη 2011, 2012, 2013 και 2014, τις οποίες αυτή ως εργοδότρια κατέθεσε στο ΙΚΑ και από τις οποίες, κατά τον ισχυρισμό της, αποδεικνύεται η καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας στους αναιρεσίβλητους.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως έγγραφα.

Άλλωστε, τα ανωτέρω έγγραφα η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύει ρητώς και ειδικότερα, αιτιολογώντας την κρίση της περί απόρριψης του αιτήματος της αναιρεσείουσας περί διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης επί αυτών, δέχεται ότι οι στις ανωτέρω καταστάσεις δηλωθείσες εισφορές από την εργοδότρια στο ΙΚΑ δεν αποδεικνύουν την καταβολή (των ένδικων επιδομάτων)στους μισθωτούς αναιρεσίβλητους.

Υπό τα διαλαμβανόμενα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αγνόησε τα ανωτέρω έγγραφα, όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα, αφού περιέχει αξιολογική κρίση γι' αυτά, ενώ υπό την επίφαση της επίκλησης της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται απαραδέκτως η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.(ΚΠολΔ561 αρ.1)..Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Με τις σκέψεις αυτές, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Δικαστικά έξοδα λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος, ως εκ της απουσίας των αναιρεσιβλήτων, δεν επιδικάζονται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-12-2019 αίτηση περί αναιρέσεως της 64/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία διορθώθηκε με την 127/2020 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ