Legislator Case Law & Legislation
844/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of debt restructuring claim due to premature filing.

Case Number 844/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal filed by a debtor against the First Instance Court's dismissal of her debt restructuring request. The debtor argued the dismissal was premature, while the opposing party maintained the claim lacked merit. The Court ruled the appeal admissible because the First Instance Court failed to verify the debtor's permanent inability to pay by comparing her income against family needs and creditor demands.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 of Law 3869/2010; Art. 560 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure: A debt restructuring claim is admissible only if the debtor is proven to be in permanent and general inability to pay, requiring a comprehensive assessment of income versus family needs and creditor claims, not merely the existence of a salary deduction.

Keywords

AI generated
debt restructuring permanent inability to pay income vs expenses premature dismissal Code of Civil Procedure family needs assessment salary deduction

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 of Law 3869/2010
Art. 2 of Law 4336/2015
Art. 560 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 lit. e of the Code of Civil Procedure
Art. 8 para. 6 lit. b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 844 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 844/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελευθερία Τσίτα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-3-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 22-3-2019 και με αριθμό κατάθεσης 21/19 - 3/4/2019 αίτηση ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 11/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), το οποίο δίκασε την από 1-3-2018 (αριθμ. καταθ. 12/2018) έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της υπ' αριθμ. 23/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, και αφού εξαφάνισε την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την από 30-12-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 253/2015) αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας για ρύθμιση των χρεών της προς το αναιρεσίβλητο κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, και κράτησε και δίκασε την αίτηση, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω πρόωρης άσκησής της. Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρο 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρο 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015), φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράφει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από τον πιστωτή (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, η δε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 1208/2017).

Συνακόλουθα, η εξόφληση των πιστωτών όπως συμβαίνει στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του.

Και τούτο γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, "...οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας", σύμφωνα δε με τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου αυτού κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 189/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθμό 6 του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε με το τρίτο άρθρο του ν. 4335/2015 και άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των ως άνω αποφάσεων αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 11/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Η αιτούσα Π.Μ. που γεννήθηκε στις ...στο ..., νυμφεύθηκε στις 28-4-2003 στις ... τον Α. Κ. του Β., που γεννήθηκε στις ...στη ..., από δε το γάμο τους αυτόν απέκτησαν τρία τέκνα, τον Ε.

Κ., γεν. ... τη Σ. Κ., γεν. ...και τον Μ.Κ., γεν. ... Η αιτούσα εργάζεται στο ... ως προσωπικό καθαριότητας από το 2007. Τα εισοδήματα της αιτούσας από την ανωτέρω εργασία έχουν παραμείνει ουσιαστικά αναλοίωτα από το 2008 έως το 2016, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά Ε1 και τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος.

Ειδικότερα, η αιτούσα δήλωσε τα ακόλουθα εισοδήματα: για το έτος 2008, 12.662,43 ευρώ, για το έτος 2009, 12.027,97 ευρώ, για το έτος 2011, 10.675,08 ευρώ, για το έτος 2012, 11.232,25 ευρώ, για έτος 2013, 11.729,65 ευρώ, για το έτος 2014, 11.741,57 ευρώ, για το έτος 2015, 11.778,48 ευρώ και για το έτος 2016, 11.739,70 ευρώ. Την 8-2-2010 η αιτούσα συνήψε με το εκκαλούν - καθ' ου η αίτηση, σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ύψους 124.159,00 ευρώ, διάρκειας 30 ετών, με ύψος μηνιαίας δόσης το ποσό των 656,94 ευρώ.

Το δάνειο αυτό χρησιμοποιήθηκε για την απόκτηση κατοικίας από την αιτούσα, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. 17055/23-6-2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Σ. Τ., σύμφωνα με το οποίο η "...." πώλησε και μεταβίβασε στην αιτούσα και το σύζυγό της εξ ημισείας και εξ αδιαιρέτου αντί τιμήματος 124.159,00 ευρώ, μία αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία με στοιχείο Δ1 του α' ορόφου με καθαρή επιφάνεια 69,47 τ.μ....

Η ανωτέρω τοκοχρεωλυτική δόση, που αποτελεί και τη μοναδική οφειλή της αιτούσας, παρακρατείται από τον μηνιαίο μισθό της, λόγω εκχώρησης προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και δεν έχει καταστεί ως εκ τούτου ληξιπρόθεσμη. Κατά τα γενικώς κρατούντα, συνέπεια της έλλειψης έστω μιας ληξιπρόθεσμης οφειλής είναι η απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης λόγω πρόωρης άσκησης...

Κατά τη στιγμή της συζήτησης ενώπιον τόσο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου οι συνθήκες διαβίωσης της αιτούσης είναι ουσιωδώς όμοιες με τις συνθήκες διαβίωσής της κατά τη στιγμή της ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων. Τούτο οφείλεται στο ότι ο σύζυγος της αιτούσας προσλήφθηκε το 2016 σε θέση μονίμου υπαλλήλου καθαριότητας στο Δήμο Κομοτηνής.

Ως εκ τούτου, εκτός από το ότι, όπως προαναφέρθηκε, τα εισοδήματα της αιτούσας από την εργασία της δεν έχουν γνωρίσει ουσιώδη μεταβολή, και τα εισοδήματα του συζύγου της κυμαίνονται στο ίδιο ύψος με τα εισοδήματά του κατά το χρόνο ανάληψης της επίδικης δανειακής υποχρέωσης. Ειδικότερα, ο σύζυγος της αιτούσας είχε εισοδήματα κατά το ημερολογιακό έτος 2008 ύψους 8.040,40 ευρώ, κατά το ημερολογιακό έτος 2009, ύψους 9.138,05 ευρώ και κατά το ημερολογιακό έτος 2016, 7.701,28 ευρώ.

Με βάση τα προαναφερθέντα, αποδεικνύεται ότι τόσο κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, όσο και κατά το χρόνο της παρούσας συζήτησης, η αιτούσα αφενός εξυπηρετεί το επίδικο δάνειο προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αφετέρου είναι σε θέση να καλύπτει επαρκώς και με αξιοπρέπεια τις στοιχειώδεις βιοτικές της ανάγκες.

Διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος νοείται μόνο με την υιοθέτηση της θέσης ότι η αιτούσα δεν ήταν σε θέση να καλύπτει τις βιοτικές της ανάγκες και κατά την ανάληψη της δανειακής της υποχρέωσης, θέση που καταφάσκει με σαφήνεια την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπό της. Συνοψίζοντας, είτε δεχθεί κανείς την άποψη ότι, προκειμένου να υπαχθεί κανείς στον ν. 3869/2010, απαιτείται οπωσδήποτε τουλάχιστον μία ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά του αιτούντος, είτε δεχθεί κανείς την άποψη ότι, προκειμένου για την αυτή υπαγωγή, αρκεί αυτός που εξυπηρετεί όλες του τις δανειακές υποχρεώσεις να μην μπορεί να καλύψει με αξιοπρέπεια τις στοιχειώδεις βιοτικές του ανάγκες, ο κρινόμενος λόγος έφεσης είναι και κατ' ουσία βάσιμος...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 23/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, που είχε δεχθεί την από 30-12-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας την αίτηση, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω πρόωρης άσκησής της.

Κρίνοντας, όμως, έτσι το ανωτέρω Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι το προαναφερόμενο δάνειο της αιτούσας προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είναι ενήμερο και ότι, εφόσον η αιτούσα δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς το ως άνω πιστωτικό ίδρυμα, δεν μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογενείας του, δεν αρκεί δε να παρατίθενται στην απόφαση μόνο τα ετήσια εισοδήματα του αιτούντος τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη, αλλά και οι βιοτικές ανάγκες του ιδίου και τις οικογενείας του, προκειμένου να καταστεί δυνατός ο έλεγχος από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων του (ρευστότητα) με τις μηνιαίες δαπάνες του για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, ώστε να μην περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και, επομένως, να μην υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010.

Το γεγονός ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων παρακρατεί, δυνάμει καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη σύμβασης εκχώρησης ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό εκ του μισθού του, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογενείας του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν.

Συνεπώς, ο σχετικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων, από το άρθρο 560 αρ. 6 και 5 ΚΠολΔ, λόγων (πρώτου, κατά το δεύτερο σκέλος, και δεύτερου, αντίστοιχα), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός, στο σύνολο της πληττόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. ε' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδαφ. β' του Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 636/2017, ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 11/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Και Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ