Supreme Court refers case to Full Bench regarding interpretation of Article 940 of Civil Procedure Code on damages for enforcement of non-final judgments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece referred a case to its Full Bench for a ruling on the interpretation of Article 940 of the Civil Procedure Code. The appellant argued that the lower court incorrectly applied paragraph 2, requiring intent, when paragraph 1 should have sufficed given the debtor's gross negligence. The court determined that the legal question regarding the applicability of the specific tort provisions was of general interest and required uniformity in jurisprudence.
Legislator headnote
AI generatedArticle 940 of the Civil Procedure Code; The Supreme Court must refer a case to the Full Bench when a legal question of general interest arises regarding the correct interpretation of provisions governing damages for the enforcement of non-final judgments that are subsequently annulled.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 844 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 844/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Εισηγήτρια και Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Δ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Πλιάτσικα. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Λάμπρου, ο οποίος στο σημείο αυτό δήλωσε στο ακροατήριο ότι η εταιρία τελεί υπό εκκαθάριση, όπως προκύπτει και από τις από 11-4-2019 προτάσεις της ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3116/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 320/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-2-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την διάταξη του άρθρου 940ΚΠολΔ,ορίζονται τα εξής:" Αν εξαφανιστεί ή μεταρρυθμιστεί απόφαση που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, και εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση, έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προξενήθηκαν από την εκτέλεση, μόνον αν αυτός ήξερε ή αγνοούσε από βαριά του αμέλεια ότι το δικαίωμα δεν υπήρχε. (§1).
Αν εξαφανιστεί, ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου, τελεσίδικη απόφαση που εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση, έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός είχε δόλο ως προς τη μη ύπαρξη του δικαιώματος. (§2).
Αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Αστικού Κώδικα. (§3)". Περαιτέρω,κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου,στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται,αν δεν εφαρμοστεί,ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του,ή αν εφαρμοστεί,ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές,καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα,η δε παραβίαση εκδηλώνεται,είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ10/2011,7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης,αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση(ΑΠ24/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση,το Εφετείο δέχθηκε ,με την προσβαλλόμενη απόφασή του,τα ακόλουθα ,κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία,μέρος:"Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε." (ήδη αναιρεσίβλητη) και τελούσα υπό εκκαθάριση) είχε ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία ηλεκτρικών οικιακών συσκευών.
Εξάλλου, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ",της οποίας υπήρξε Πρόεδρος του ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος,κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) είχε ως αντικείμενο την εμπορία ηλεκτρικών οικιακών συσκευών. Την 24-5-1989, μεταξύ της εναγομένης εταιρίας "... ΑΒΕΕ" και της εταιρίας "...
ΑΒΕΕ",συμφωνήθηκε αφενός η αγοραπωλησία ηλεκτρικών συσκευών με την επωνυμία ... και αφετέρου η παραγωγή και πώληση από την εναγομένη προς την εταιρία ... ηλεκτρικών συσκευών που παράγονταν στο εργοστάσιο της πρώτης με το σήμα ..., την διάθεση των οποίων ανέλαβε αποκλειστικά η δεύτερη. Με το από 24- 5-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό διακανονισμού χρέους η εταιρία "...
ΑΒΕΕ" ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει τη συνολική μέχρι τότε οφειλή της, ποσού 112.500.000 δρχ., στην οποία συμπεριλαμβανόταν το έως τότε χρεωστικό υπόλοιπο 82.000.000 δρχ., με τη διαδοχική καταβολή 211 δόσεων. Χάριν δε καταβολής του ως άνω ποσού η εταιρία "... ΑΒΕΕ" αποδέχθηκε ισάριθμες, ισόποσες συναλλαγματικές, τις οποίες υπέγραψε ως τριτεγγυητής ο ενάγων.
Με το από 25-8-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό προστέθηκε στην αρχική σύμβαση διακανονισμού χρέους μεταξύ άλλων και ο γ' όρος αυτού, σύμφωνα με τον οποίο συνδέθηκε και εξαρτήθηκε η πληρωμή των δόσεων με την παράλληλη παράδοση από την εναγόμενη εταιρία ηλεκτρικών συσκευών σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που καθορίστηκε και, ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι, εάν η εναγόμενη σταματούσε να παραδίδει ηλεκτρικές συσκευές για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του τριμήνου ή αν οι παραδοθείσες ηλεκτρικές συσκευές δεν ήταν οι συμφωνηθείσες, τότε η εταιρεία ...
θα είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την πληρωμή των δόσεων (συναλλαγματικών) και να επιδιώξει την καταβολή αποζημίωσης για την αποδεικνυόμενη ζημία της. Η εταιρία "... Α.Β.Ε.Ε.", κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.1989 έως 30-4-1990 παρέδωσε στην "... Α.Β.Ε.Ε" μικρότερες ποσότητες των συμφωνηθέντων εμπορευμάτων, ενώ από τον Μάιο του έτους 1990 δεν της παρέδωσε καθόλου εμπορεύματα, οπότε και διεκόπη η μεταξύ τους συνεργασία, λόγος για τον οποίο η εταιρία ..., ενεργοποιώντας τον σχετικό όρο του από 25-8-1989 ιδιωτικού συμφωνητικού, σταμάτησε από την 1-1-1990 να καταβάλλει τα ποσά των συναλλαγματικών...Παράλληλα, η εναγόμενη "...
Α.Β.Ε.", με βάση τις απλήρωτες συναλλαγματικές, που είχε αποδεχθεί η αντίδικος της "... Α.Β.Ε.Ε " και είχε τριτεγγυηθεί ο ενάγων, αιτήθηκε και εξέδωσε τις παρακάτω Διαταγές Πληρωμής α)... β)... ., γ) την υπ' αριθμ. …77/1991 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει 23 συναλλαγματικών ποσού 8.740.000 δρχ., δ)...., ε)...
Επίσης,ασκήθηκαν εκ μέρους του ενάγοντος και της ...ΑΒΕΕ, κατά της υπ' αριθμ. …77/1991 ΔιαταγήςΠληρωμής, η υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 13939/1991ανακοπή και οι υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 5825/1997πρόσθετοι λόγοι ανακοπής. Επί αυτών εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 32356/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και τελεσίδικα η υπ' αριθμ. 3019/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη πλέον αμετάκλητη, με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω ανακοπή και ακυρώθηκε η υπ' αριθμ.
…77/1991 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς, με την αιτιολογία ότι "κατισχύει ως νεώτερο δεδικασμένο αυτό που απορρέει από την υπ αριθμ 32885/2000απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη και άρα η ως άνω υπ' αριθμ. …77/1991 Διαταγή Πληρωμής, παρανόμως, είχε εκδοθεί, δεδομένου ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της, οι συναλλαγματικές, δυνάμει των οποίων είχε εκδοθεί, δεν ήταν απαιτητές, διότι η λήξη τους είχε ανασταλεί με σχετικό όρο του από 25.8.1989 ιδιωτικού συμφωνητικού"....Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, κατά τη διάρκεια της ως άνω δικαστικής διαμάχης, η εναγόμενη, έχοντας ως τίτλο εκτελεστό την ως άνω υπ' αριθμ.
…77/1991 διαταγή πληρωμής, προέβη σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος και, συγκεκριμένα, αφού κατέσχεσε αναγκαστικά, δυνάμει της υπ' αριθμ. 335/20/7.1993 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του αναφερόμενου σ' αυτή δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης διαμέρισμα ιδιοκτησίας του, το εξέθεσε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό στις 25-5-1994.
Το ως άνω ακίνητο αφού εκπλειστηριάστηκε, με την υπ' αριθμ. …12/30-5-1994 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Χ. Φ.-Π. κατακυρώθηκε στον αναφερόμενο σ' αυτή υπερθεματιστή έναντι ποσού 33.000.000 δρχ. Μετά δε, τον πλειστηριασμό συνετάγη ο υπ αριθμ. …29/1994 πίνακας κατάταξης, στον οποίο κατετάγη η εναγόμενη για το αναφερόμενο ποσό, μετά δε την άσκηση της υπ' αριθμ.
…86/1994 ανακοπής και την έκδοση της υπ' αριθμ. 9801/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μεταρρυθμίστηκε ο πίνακας αυτός ως προς την εναγόμενη, η οποία τελικά κατετάγη για απαίτηση της ποσού 38.580.000 δρχ., υπό τον όρο τελεσιδικίας της υπ' αριθμ. 1025/1994 διαταγής πληρωμής, η οποία όπως προαναφέρθηκε, ποτέ δεν επήλθε λόγω της αμετάκλητης ακύρωσης της.
Η επίσπευση δε του ως άνω πλειστηριασμού, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, δυνάμει της παραπάνω αναφερόμενης διαταγής πληρωμής, κατά της οποίας είχε ήδη ασκηθεί, η υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 13939/1991 ανακοπή, και υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να γίνει δεκτή, συντελέστηκε με μοναδικό σκοπό να προλάβει την ακύρωση του τίτλου και να του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη.
Ωστόσο, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο ως άνω ισχυρισμός. Συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι την 25.5.1994, χρόνο κατά τον οποίο εξετέθη σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό το ακίνητο ιδιοκτησίας του ενάγοντος, για την ικανοποίηση της υπ' αριθμ. ….77/1991 διαταγής πληρωμής, δυνάμει της υπ' αριθμ.
…94/1994 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Χ. - Φ. Π., η εναγόμενη ως επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό, γνώριζε θετικά, ότι δεν είχε απαίτηση εναντίον του, προερχόμενη από τις παραπάνω 23 συναλλαγματικές και ότι ενεργώντας δολίως προέβη στην διενέργεια του, με μοναδικό σκοπό να του προκαλέσει βλάβη.
Αντίθετα, κατά τον παραπάνω χρόνο, η εναγόμενη είχε κάθε δικαίωμα να θεωρεί υπαρκτή την ως άνω απαίτηση της και να προσπαθεί να ικανοποιηθεί δια της εκτελέσεως της ως άνω Διαταγής Πληρωμής, ενόψει των όσων είχαν κριθεί για την ίδια έννομη σχέση, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1091/1992 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε ως ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό του νυν ενάγοντος τότε ανακόπτοντος με την ιδιότητα του τριτεγγυητή, περί μη οφειλής του από την υποκείμενη αιτία, λόγω πληρώσεως της διαλυτικής αίρεσης.
Η υπ' αριθμ. 32885/2000 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε τα αντίθετα...., εκδόθηκε, σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από την διενέργεια του πλειστηριασμού. Για την εφαρμογή όμως, της ώς άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης (940 παρ. 2), επί της οποία υπήχθη κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό η ένδικη αγωγή, ο επισπεύσας την εκτέλεση τελεσιδίκου αποφάσεως, ή διαταγής πληρωμής, η οποία εν συνεχεία εξαφανίσθηκε συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου, υποχρεούται εις αποζημίωση του καθ' ου η εκτέλεση δια την ζημία που προήλθε από αυτή, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο επισπεύδων βρίσκεται σε προφανή, κατά την κρίσιν του δικαστηρίου, δόλο, περί την μη ύπαρξη του δικαιώματος του ή αποσιώπησε αυτό κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας...
Απαιτείται δηλαδή εκ μέρους του επισπεύδοντος την αναγκαστική εκτέλεση, γνώση θετική, ότι δεν είχε απαίτηση εναντίον του καθ ου από την ως άνω συνεργασία τους. Τέτοιου είδους γνώση, εκ μέρους της εναγόμενης, ουδόλως αποδείχθηκε από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό." Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές,το Εφετείο, ακολούθως, απέρριψε την από 30-3-2015 έφεση του ήδη αναίρεσείοντος κατά της 3116/2015 απόφασης του πρωτοβαθμίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) Δικαστηρίου, αφού αντικατέστησε, κατ' άρθρο 534ΚΠολΔ, τις αιτιολογίες της ,σύμφωνα με τις οποίες, αυτό, είχε απορρίψει λόγω παραγραφής την από 8-6-2010 αγωγή του τελευταίου, κρίνοντας ότι είχε ως νομική βάση την από τις διατάξεις των άρθρων 914,919 και 330ΑΚ, αδικοπρακτική ευθύνη της ήδη αναιρεσίβλητης και όχι και την προβλεπόμενη από το άρθρο 940ΚΠολΔ ειδική αδικοπρακτική ευθύνη αυτής.
Με την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ273/2008) διάταξη (του άρθρου 940 ΚΠολΔ), εισάγεται αξίωση αποζημίωσης του θιγέντος από την επίσπευση εναντίον του άδικης εκτέλεσης, ήτοι εκτέλεσης για ανύπαρκτη απαίτηση. Από τη φύση και τη τελεολογία της σχετικής ρύθμισης προκύπτει, ότι η προβλεπόμενη από τις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου, αποζημίωση, διαφοροποιείται από το βαθμό υπαιτιότητας του επισπεύδοντος την άδικη εκτέλεση.
Ο βαθμός δε υπαιτιότητας, κλιμακώνεται ανάλογα με την ωριμότητα του εκτελεστού τίτλου, με βάση τον οποίο επιχειρείται η εκτέλεση. Έτσι, όταν η εκτέλεση επισπεύδεται με οριστική απόφαση που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, αξιώνεται η συνδρομή γνώσης ή βαριάς αμέλειας (παρ. 1), ενώ όταν η εκτέλεση επισπεύδεται με τελεσίδικη απόφαση, αξιώνεται η συνδρομή μόνο δόλου (παρ.2).
Εξάλλου, η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου ,που ιδρύει την υποχρέωση αποζημίωσης υπό τους όρους του άρθρου 914ΑΚ,αρκούμενη και σε ελαφρά αμέλεια, δεν αφορά τη μεταγενέστερη εξαφάνιση του εκτελεστού τίτλου, αλλά προϋποθέτει την αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επιχειρείται με οποιοδήποτε εκτελεστό τίτλο.
Ο Άρειος Πάγος: 1) με την 1410/2002 απόφασή του, έκρινε ότι, "όμοια κατ' αναλογία ρύθμιση (με αυτή του άρθρου 940ΚΠολΔ δηλαδή) ισχύει, αν, αντί εξαφανίσεως τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως, που εκτελέστηκε, ακυρωθεί αμετάκλητα ύστερα από άσκηση ενδίκου βοηθήματος διαφορετικού της από το άρθρο 933ΚΠολΔ ανακοπής, εκτελεστός τίτλος, διαφορετικός της δικαστικής αποφάσεως που εκτελέστηκε και ειδικότερα ακυρωθεί αμετάκλητα ύστερα από άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της από το άρθρο 632 και 633ΚΠολΔ ανακοπής, διαταγή πληρωμής που εκτελέστηκε(παρ.2 κατ αναλογία του άρθρου 940ΚΠολΔ).Αν κατόπιν ασκήσεως της από το άρθρο 933 ανακοπής ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση που έγινε με εκτελεστή δικαστική απόφαση ή με διαταγή πληρωμής ή με άλλο εκτελεστό τίτλο, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προξενήθηκαν από την εκτέλεση, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919ΑΚ., ήτοι σε συνδυασμό με το άρθρο 330ΑΚ".Με την ανωτέρω απόφαση, με την παραδοχή ότι, είχε επισπευθεί αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του αναιρεσείοντος με βάση τελεσίδικη διαταγή πληρωμής, η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε αμετάκλητα, έγινε κατά πλειοψηφία δεκτό, ότι η αγωγή κατά την από το άρθρο 940 παρ.3 ΚΠολΔ βάση της, δεν ήταν νόμιμη, διότι, "δεν περιέχει γεγονός ότι κατόπιν ασκήσεως εκ μέρους του ενάγοντος της από το άρθρο 933ΚΠολΔ ανακοπής, η προαναφερόμενη αναγκαστική εκτέλεση ακυρώθηκε αμετάκλητα".2) με την 219/2003 απόφασή του ,αφού επανέλαβε στην μείζονα σκέψη του αυτό που είχε δεχθεί και η προαναφερθείσα 1410/2002 απόφαση, με τη παραδοχή, ότι κατά του αναιρεσείοντος είχε επισπευθεί αναγκαστική εκτέλεση με βάση διαταγή πληρωμής, που δεν είχε καταστεί τελεσίδικη και η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε αμετάκλητα, έγινε δεκτό ότι είναι νόμιμη η στηριζόμενη στη διάταξη του ανωτέρω άρθρου (940ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 297, 298 και 330ΑΚ αγωγή του ενάγοντος με την οποία εδίωκε καταβολή αποζημίωσης λόγω επίσπευσης άδικης σε βάρος του εκτέλεσης. 3) Μ ε την 1457/2006 απόφασή του, δέχθηκε του, ότι "Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 940 ΚΠολΔ - από τις οποίες, οι μεν δύο πρώτες παράγραφοι έχουν εφαρμογή μόνον επί εκτελέσεως δικαστικής αποφάσεως, η δε τρίτη έχει εφαρμογή επί εκτελέσεως οιουδήποτε εκτελεστού τίτλου - προκύπτει ότι όμοια κατ' αναλογία ρύθμιση ισχύει αν, αντί εξαφανίσεως τελεσίδικης απόφασης, ή εκείνης που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, ή ακυρώσεως αμετακλήτως αναγκαστικής εκτέλεσης, ακυρωθεί αμετάκλητα, ύστερα από άσκηση ένδικου βοηθήματος διαφορετικού της από το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής, εκτελεστός τίτλος-διαφορετικός της απόφασης-που εκτελέστηκε, και ειδικότερα αν ακυρωθεί αμετακλήτως διαταγή πληρωμής που εκτελέστηκε, ύστερα από άσκηση του ένδικου βοηθήματος της από τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ ανακοπής.
Έτσι, και στην περίπτωση αυτή, κατ' αναλογία, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση, με βάση τον υστέρως αμετακλήτως ακυρωθέντα εκτελεστό τίτλο, αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ, ήτοι σε συνδυασμό προς το άρθρο 330 ΑΚ, εφόσον η κατά τα ανωτέρω ζημιογόνος συμπεριφορά αυτού ήταν υπαίτια και ειδικότερα ήταν είτε από πρόθεση, πολύ δε περισσότερο από πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, είτε από αμέλεια".4) Με την 2044/2014 απόφαση, δέχθηκε ,ότι προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 940 παρ.3ΚΠολΔ,είναι η αμετάκλητη ακύρωση της εκτέλεσης αλλά και της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου και 5)Με την 475/2017 απόφαση, αφού επανέλαβε στην μείζονα σκέψη του, το ίδιο που είχε δεχθεί και η προαναφερθείσα 1457/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, έκρινε ότι η ασκούμενη με την αγωγή του αναιρεσείοντος αξίωση για καταβολή αποζημίωσης λόγω άδικης εκτέλεσης που πραγματοποιήθηκε με βάση διαταγή πληρωμής (όχι τελεσίδικη), η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε αμετάκλητα, ,στηρίζεται "κατ' ανάλογη εφαρμογή, στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 940ΚΠολΔ ειδική αδικοπραξία ,απαραίτητη προϋπόθεση της οποίας ήταν η προηγούμενη αμετάκλητη ακύρωση της διαταγής πληρωμής, που εκτελέστηκε.".
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναγκαστική εκτέλεση της ….77/1991 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε ως αποτέλεσμα να εκπλειστηριασθεί στις 30-5-1994 το διαμέρισμα ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, πραγματοποιήθηκε όχι υπό καθεστώς πλήρους, αλλά προσωρινής ισχύος του ανωτέρω εκτελεστού τίτλου,που στη συνέχεια, ακυρώθηκε αμετάκλητα, αλλά κατά το χρόνο της εκτέλεσης δεν ήταν τελεσίδικος. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης από το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΠολΔ., ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 940ΚΠολΔ,εφήρμοσε την παρ.2 αυτού, θεωρώντας ότι για τη γέννηση της αξίωσής του για αποζημίωση εξαιτίας της άδικης εκτέλεσης που υπέστη, απαιτείτο η διαπίστωση δόλου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ως προς την ύπαρξη της απαίτησης της και δεν εφήρμοσε την παρ.1 αυτού που αρκείται και στην ύπαρξη βαριάς αμέλειας της τελευταίας.
Με βάση τα ανωτέρω το Τμήμα τούτο κρίνει, ομόφωνα, ότι πέραν του ότι δημιουργείται ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος, είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας, να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο προαναφερόμενος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ και 23 παρ. 1 και 2 εδ.γ' περ. β' του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 "Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", όπως αυτός συμπληρώνεται, εν μέρει, αυτεπάγγελτα (αρθρ.562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ),με την έννοια της διερεύνησης, αν η ασκούμενη με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αξίωση αποζημίωσης από την εκτέλεση μη τελεσίδικης διαταγής πληρωμής, μετέπειτα ακυρωθείσας αμετακλήτως, (χωρίς ακύρωση και της αναγκαστικής εκτέλεσης), ορθώς υπήχθη στην παρ.2 του άρθρου 940ΚΠολΔ,ή έπρεπε να υπαχθεί στην παρ.1 ή, ένδεχομένως, στην παρ.3 αυτού. Το Δικαστήριο, εξάλλου, επιφυλάσσεται για την έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, τον πρώτο, από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό, αναιρετικό λόγο, της από 13 Φεβρουαρίου 2018 αίτησης του Π. Δ. για αναίρεση της 320/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ