Legislator Case Law & Legislation
844/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds failing to specify substantive law violations or factual errors.

Case Number 844/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant alleged procedural errors and violations of substantive law regarding property rights but failed to specify the exact legal provisions breached or the specific factual assumptions relied upon by the lower court. The court held that such vague grounds cannot be remedied by external evidence and violate the principle of a fair trial by preventing the Supreme Court from identifying the specific errors to review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338-341, 346, 559(11γ), 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; The appeal must specify the exact substantive law violated and the specific factual assumptions constituting the error, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds substantive law violation factual assumptions fair trial principle Code of Civil Procedure specific error identification

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338-341 of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Article 6(1) of the ECHR

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 844 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 844/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Παπαδημητρίου.

Της αναιρεσίβλητης: .........,η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Γεωργιάδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12436/2002 προδικαστική, 17235/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1111/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-6-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338-341 (όπως το τελευταίο ίσχυε μέχρι την ισχύ του ν.2915/2001 και εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση) και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδίκοι, μεταξύ των οποίων είναι τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια, χωρίς, πάντως, να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.11γ΄ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τους τρίτο (3ο) και κατ΄ εκτίμηση και με τον έκτο (6ο) λόγους της αίτησης διότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία προσκόμισε ενώπιόν του με επίκληση προς απόδειξη των ενστάσεων του ιδίας κυριότητας του επιδίκου και καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος (.........

τίτλο κυριότητας του Διοικητή της ΑΤΕ, 87/70 απόφαση της Επιτροπής Απαλ/σεων Γιαννιτσών, .......βεβαίωση της Δ/νσης Γεωργίας Γιαννιτσών, ........ απόσπασμα σχεδιαγράμματος του συνεταιρισμού ....., ...... άδεια οικοδομής Α.Τ. Κουφαλίων, ....... έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου Γιαννιτσών, από ...... έγγραφο Δημ. Διαμερίσματος ........).

Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι και γι΄ αυτό πρέπει ν' απορριφθούν, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται (βλ. προτάσεις των διαδίκων) και προσκομίζουν", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ (αποδεικτικά έγγραφα) με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει ν' αναφέρονται στο αναιρετήριο α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Αν ο λόγος αναίρεσης δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία είναι αόριστος και πρέπει ν' απορριφθεί. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο (2ο) λόγο της αίτησης καθώς και με το τρίτο μέρος του πρώτου (1ου) λόγου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του .........

τίτλου της Διεύθυνσης Γεωργίας Γιαννιτσών, χωρίς όμως να αναφέρονται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του τίτλου καθώς και η κρίσιμη παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έτσι ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση από τον Άρειο Πάγο και να διακριβωθεί αν υπάρχει ή όχι διαγνωστικό λάθος.

Συνεπώς πρέπει οι λόγοι αυτοί της αίτησης ν' απορριφθούν ως αόριστοι.

Επειδή ο αναφερόμενος στο εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όρος "ζητήματα", επί των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου.

Ως "πράγματα" ή "ζητήματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος και όχι εκείνοι που ανάγονται στη βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση ή τη στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, που διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς.

Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω έννοια, θεωρούνται και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, εφόσον είναι ορισμένοι και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη υπόθεση ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο τις ακόλουθες αιτιάσεις: Α) Με το δεύτερο μέρος του πρώτου (1ου) λόγου, το τελευταίο μέρος του τρίτου (3ου) λόγου και τον έβδομο (7ο) λόγο αναίρεσης από το εδάφιο 8 περ.

β΄ του άρθρου 559 <ΚΠολΔ διότι δεν έλαβε υπόψη 1)όπως νόμιμα ισχυρίστηκε, το 1958 ο αναιρεσείων και η αναιρεσίβλητη, όντες μοναδικοί κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατέρα τους και συγκύριοι του κλήρου, που είχε παραχωρηθεί σ΄ αυτόν διένειμαν άτυπα τα κληρονομιαία ακίνητα και την άτυπη αυτή διανομή περιήλθαν στη νομή του αναιρεσείοντος τα επίδικα, τα οποία έκτοτε νέμεται και κατέστη έτσι κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία και 2)τον ισχυρισμό που πρότεινε με την έφεσή του ότι η αξία του επίδικου ενιαίου οικοπέδου η οποία αποτέλεσε τη βάση για την εξίσωση των μερίδων, κατά τη διανομή που διατάχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ορίστηκε σε υψηλή τιμή, μολονότι, με ουσιαστικά επιχειρήματα αντικρούει την άποψη του πραγματογνώμονα για το θέμα αυτό και Β)με τον τέταρτο (40) λόγο της αίτησης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, σημειώνοντας σχετικά τα εξής: "Η προσβαλλομένη απόφασις εκθέτουσα εις την 4ην σελίδα "......ούτε μεταξύ των διαδίκων έγινε άτυπη διανομή των οικοπέδων αυτών.

Η οποία άτυπη διανομή, έγινε μεταξύ των διαδίκων, αφορούσε την πατρική κληρονομιαία περιουσία των, που αφορούσε 5 αγρούς εκτάσεως 45.475 τ.μ. ...." ουδόλως αιτιολογεί τα συμπεράσματα ότι δεν έγινε άτυπη διανομή των οικοπέδων αυτών (πρόκειται για τα επίδικα ακίνητα) και ότι οιαδήποτε άτυπη διανομή έγινε, αφεώρα μόνο τους κληρονομιαίους αγρούς ....".

Οι λόγοι Α΄ περ. 2 και Β΄ κατά την ανωτέρω κατάταξή τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι οι προσβαλλόμενοι με αυτούς ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" ή "ζητήματα", κατά την έννοια που πιο πάνω εκτέθηκε, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με το ύψος της αξίας του επίδικου ακινήτου και στο εάν έλαβε χώρα άτυπη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων κατά το έτος 1958 μεταξύ των διαδίκων.

Περαιτέρω ο λόγος Α΄ περ. 1 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αλλά και με βάση τα όσα εκθέτει ο αναιρεσείων, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του τελευταίου περί άτυπης διανομής του επιδίκου και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ΄ ουσίαν. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 559 αρ. 1α και 566 ΚΠολΔ προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές (559 αρ.1) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν΄ αναφέρονται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της και επί πλέον εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, ν' αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στις πλημμέλειες που συγκροτούν τον λόγο αυτό αναίρεσης, διότι, διαφορετικά, είναι τελείως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος.

Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 577 παρ.1 -2 ΚΠολΔ), δε μπορεί, όπως άλλωστε κάθε αοριστία, οιουδήποτε εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, ν' αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο 'Αρειος Πάγος δε μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές, που κατά τον αναιρεσείοντα συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλέγουν τέτοιες που να μη συνιστούν το σφάλμα και ν' απορριφθεί για το λόγο αυτό η αίτηση αναίρεσης, ενώ αν επιλεγόταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό.

Η θέση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβαση του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο (δικαίωμα) μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής, οιασδήποτε μορφής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο κρίση.

Γι΄ αυτό τ' απαιτούμενα από το νόμο, για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαιώματα, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν δυσχεραίνουν αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια, για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής. Στην προκείμενη με το πρώτο κυρίως μέρος του πρώτου (1ου) λόγου της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να προσδιορίζεται ποια διάταξη ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκε, ποιο το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο και ποιες είναι οι παραδοχές του Δικαστηρίου με τις οποίες αυτό υπέπεσε στην πλημμέλεια που συγκροτεί τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Συνεπώς πρέπει ο λόγος αυτός ν' απορριφθεί ως αόριστος.

Επειδή με τον πέμπτο (5ο) λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογία απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) που νόμιμα πρότεινε, τόσο ενώπιον του όσον και ενώπιον του. Ο λόγος αυτός, λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα στην προηγούμενη σκέψη σημειώνονται σχετικά με το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από τον αρ.1 του άρθρου 559 που ισχύουν και εν προκειμένω πρέπει ν' απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, για τη στήριξη της ένστασής του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28 Ιουνίου 2005, αίτηση του ........, για αναίρεση της 1111/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ