Legislator Case Law & Legislation
844/2006 AI generated

Appeal dismissed as inadmissible due to vague grounds for appeal lacking specific factual basis under Criminal Procedure Code.

Case Number 844/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a Council of Appeal decision as inadmissible. The appellant argued the lower decision lacked specific and detailed reasoning, but failed to identify the exact procedural error. The court ruled that vague grounds for appeal are insufficient and cannot be supplemented by external documents, rendering the appeal procedurally invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 474, 476, 484 of the Code of Criminal Procedure; An appeal must state specific grounds for review; vague or general allegations without factual basis are inadmissible and cannot be supplemented by external documents.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds specific reasoning Criminal Procedure Code procedural defect supplementation of appeal detailed justification

Cited Legislation

AI generated
Article 474 paragraph 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 476 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 484 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 19/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 844 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Aριθμός 844/2006

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

Ε' Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη - Εισηγητή και Δημήτριο Κιτρίδη, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ.-Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1467/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 59/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μαγκλάρα, με αριθμό πρωτ. 596/2-12-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 17-11-2004 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Μ.-Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθμ. 1467/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: 1. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η υπ’ αριθμ. 13/2004 έφεση της αναιρεσείουσας κατά του υπ’ αριθμ. 5948/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθεί για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία. 2.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, στην έκθεση με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο, πρέπει, εκτός άλλων, να διατυπώνονται και οι λόγοι ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 473 παρ. 2 και 148-153 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, πρέπει αναγκαίως να διαλαμβάνει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, έστω και ένα λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ, διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Και ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 42 παρ. 3 του ν. 3160/2003, αν η αίτηση για αναίρεση κατά βουλεύματος είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως όλους τους λόγους αναιρέσεως, προϋπόθεση όμως της αυτεπάγγελτης αυτής εξετάσεως είναι η ύπαρξη στην έκθεση αναιρέσεως ενός σαφούς και ορισμένου λόγου αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 19/2001).

Εξάλλου, απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιές είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.

ΑΠ 2/2002, 19/2001).3. Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ζητείται η αναίρεση του αναφερόμενου στην αρχή υπ’ αριθμ. 1467/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως στις 17-11-2004 και νομοτύπως, με δήλωση της αναιρεσείουσας στο Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. 177/17-11-2004 σχετική έκθεση.

Όπως προκύπτει από την έκθεση αυτή, η αναιρεσείουσα δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του προαναφερόμενου βουλεύματος "για τους ακόλουθους λόγους: Λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης για τους οποίους θα καταθέσω υπόμνημα". Έτσι όμως διατυπούμενος ο αναιρετικός λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι, κατά τα εκτεθέντα, εντελώς αόριστος, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με το από 6-12-2004 υπόμνημα της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών στις 6-12-2004 και συνεπώς απαράδεκτος.

Σημειώνεται μάλιστα, ότι ούτε και στο υπόμνημα αυτό διαλαμβάνεται κάποιος λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ, αλλά πλήττεται απλώς η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και οι ουσιαστικές παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών. 4. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, καθώς και το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση προς παροχή διευκρινίσεων, αφού δεν ερευνάται η ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αναιρέσεως και η αναιρεσείουσα θα ειδοποιηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο, να προσέλθει ενώπιον του Συμβουλίου και εκθέσει τις απόψεις της σχετικά με το παραδεκτό ή όχι της κρινόμενης αιτήσεως, επιβληθούν δε σ’ αυτή τα δικαστικά έξοδα (άρθ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς -Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 17-11-2004 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Μ.-Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθμ. 1467/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και, Να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης"

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από τη σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, που περιέχεται στο φάκελλο της δικογραφίας ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, στην έκθεση, με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο, πρέπει, εκτός άλλων, να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 148 έως 153 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση της άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος, πρέπει αναγκαίως να διαλαμβάνει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, έστω και έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, διαφορετικά, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Εξάλλου η απλή αναφορά του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ενώ οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναίρεσης είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με άλλα έγγραφα ή με άλλα στοιχεία που βρίσκονται έξω από τη δήλωση για αναίρεση.

Έτσι για την πληρότητα του δικογράφου της αναίρεσης κατά βουλεύματος, στην οποία ως λόγος αναίρεσης περιέχεται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που προβλέπεται από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' (πρώην ε') του ΚΠΔ, πρέπει, όταν κατ' αρχήν υπάρχει αιτιολογία στο προσβαλλόμενο βούλευμα, να γίνεται ειδικότερος προσδιορισμός της έλλειψης αυτού, σε σχέση με τις παραδοχές του Συμβουλίου που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθ. 177/17-11-2004 έκθεση της Γραμματέας του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Μαρίας Θεοτοκά, που περιέχει την ασκηθείσα από την κατηγορουμένη Μ.-Ι. Κ. του Χ. αναίρεση κατά του με αριθ. 1467/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αναφέρεται κατά λέξη ως μοναδικός λόγος αναίρεσης ο εξής: "Λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας".

Με αυτή όμως τη διατύπωσή του ο περιεχόμενος στο αναιρετήριο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος, διότι ουδόλως προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος και ως εκ τούτου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Η αοριστία του άνω λόγου αναίρεσης δεν μπορεί, όπως προαναφέρθηκε, να συμπληρωθεί και το εξ αυτής κατά τα άνω απαράδεκτο της υπό κρίση αναίρεσης δεν μπορεί να αρθεί με το από 6-12-2004 έγγραφο υπόμνημα που υπέβαλε η αναιρεσείουσα προς το Συμβούλιο τούτο του Αρείου Πάγου, ανεξαρτήτως του ότι οι περιεχόμενες σ' αυτό αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αφορούν, επί το πλείστον, την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου Εφετών που περιέχεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού, όπως προκύπτει από την επί του φακέλλου της δικογραφίας σχετική σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ειδοποιήθηκε ο νομίμως διορισμένος αντίκλητος της αναιρεσείουσας για να προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το παραδεκτό ή μη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει αυτή (αναίρεση) να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθ. 177/17-11-2004 αίτηση της Μ.-Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση του με αριθ. 1467/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2006. Και,

Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ