Legislator Case Law & Legislation
843/2025 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against insurance company's low compensation for child's disability.

Case Number 843/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal filed by a father against a final insurance company judgment awarding only 50,000 euros for his 2.5-year-old child's severe disability. The court found the lower amount violated the principle of proportionality and exceeded the limits of judicial discretion given the child's 84% disability and future social integration needs. Consequently, the case was remitted to a different judge at the Court of First Instance for a new determination of the compensation amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 931 of the Civil Code and Article 25(1) of the Constitution; The court must ensure that compensation for moral damage and statutory benefits is proportionate to the severity of the injury and the victim's circumstances, rejecting awards that are manifestly inadequate despite the victim's age and disability.

Keywords

AI generated
child disability compensation principle of proportionality judicial discretion limits moral damage assessment insurance liability remittal for retrial statutory benefits

Cited Legislation

AI generated
Article 931 of the Civil Code
Article 25(1) of the Constitution
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 843 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 843/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Χ. του Π., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες την γονική μέριμνα γονείς του, Π. Χ. και Φ. Χ., κατοίκους ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος (εκπροσωπούμενου από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του) και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 470/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2650/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-3-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (Α.Π. 224/2023, Α.Π. 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 534/2023, Α.Π. 474/2022). Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 175/2023, Α.Π. 474/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 22-3-2023 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 2650/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (21-2-2025), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η αναιρεσίβλητη, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτήν δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Π. Κ. του Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλειά του, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Συνακόλουθα, εφόσον η απολειπόμενη αναιρεσίβλητη κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

Η κρινόμενη από 22-3-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. 4417/460/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2650/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591, 614 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 31-5-2021 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στις 29-5-2023 (άρθρα 552,553 παρ.1β, 556,558,564 παρ. 3,566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2650/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Ο ενάγων Π. Χ., ηλικίας ... ετών, όπως νομίμως εκπροσωπείται, λόγω της ανηλικότητάς του, από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του, ήδη αναιρεσείων, και άλλα πρόσωπα, που δεν ενδιαφέρουν την προκειμένη αναιρετική δίκη, με την από 21-12-2018 (αριθμ. έκθ. κατ. 90/10/2-1-2019) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και κατά του Α.

Π. (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη), ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνόμενων εις ολόκληρον, να του καταβάλουν ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 Α.Κ. τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή χρηματικά ποσά, λόγω του τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα, το οποίο συνέβη κάτω από τις σ' αυτή περιγραφόμενες συνθήκες, οφειλόμενου σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του Α.

Π., κατά τη σύγκρουση του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου που οδηγούσε ο τελευταίος, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Π. Χ. του Χ. (μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), στο οποίο επέβαινε ο ίδιος (ενάγων-αναιρεσείων).Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 470/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος τον ως άνω οδηγό του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, ήδη αναιρεσίβλητη, κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς τον εναγόμενο οδηγό και δέχθηκε, ως προς τον ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα, εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, να καταβάλει σ' αυτόν τα χρηματικά ποσά που επιδίκασε, ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη, την αξίωση του ενάγοντος για καταβολή χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 Α.Κ.

Επί ασκηθεισών εκ μέρους των διαδίκων αντίθετων εφέσεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2650/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, ως προς το απορριφθέν πρωτοδίκως κονδύλιο του άρθρου 931 ΑΚ, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων υπέστη μερική ισόβια αναπηρία από το ατύχημα, για την οποία δικαιούται ως εύλογη αποζημίωση το ποσό των 50.000 ευρώ και ότι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του άρθρου 932 ΑΚ δικαιούται το ποσό των 60.000 ευρώ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής επιστήμης αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η Α.Κ. 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.

Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.

Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της ίδιας διάταξης, με αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν μπορεί να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ο προσδιορισμός του επιδικαζόμενου εύλογου κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματικού ποσού της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής εναπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί αυτού κρίση του τελευταίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Επιβάλλεται, όμως, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας (Α.Π. 1617/2024, Α.Π.1424/2022, Α.Π. 187/2021, Α.Π. 548/2020, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 1430/2018).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 9/2015, Α.Π. 1617/2024, Α.Π. 548/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 553/2019, Α.Π. 1207/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Η παραβίαση, δηλαδή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 6/2020, Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2006, Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 671/2020).

Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 2/2019, Α.Π. 736/2021).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 6/2020, Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1617/2024, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 1284/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον, σχετικά με τους λόγους αναίρεσης, τμήμα της, αναφορικά με τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος και της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, δέχθηκε τα εξής: " Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα και στοιχεία αποδείχθηκε επίσης ότι από την ένδικη σύγκρουση τραυματίσθηκε και ο τέταρτος ενάγων (ήδη αναιρεσείων), όπως νομίμως εκπροσωπείται από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του, ηλικίας τότε 2,5 ετών, ο οποίος διακομίσθηκε και αυτός, όπως όλοι οι προαναφερθέντες, με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ αρχικά στο Κέντρο Υγείας Αμυνταίου και ακολούθως στο Γενικό Νοσοκομείο Πτολεμαΐδας "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ-ΜΠΟΔΟΣΑΚΕΙΟ", όπου εκεί διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα άνω γνάθου (των ζυγωματικών και των οστών) και πάρεση βραχιονίου πλέγματος.

Υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία κάτω γνάθου και κατόπιν δυσχερούς κλινικής εξέτασης διαγνώσθηκε επίσης πάρεση άνω άκρου (αρ), εκχύμωση ωμοπλατιαίας δεξιάς χώρας, αισθητικότητα μειωμένη καθώς δεν μπορούσε να ελέγξει την κινητικότητα του άκρου του και κάμψη δακτύλου 4/5, για την αντιμετώπιση των οποίων εισήχθη στο άνω νοσοκομείο για 48ωρη παρακολούθηση.

Παρέμεινε νοσηλευόμενος στο άνω νοσοκομείο έως τις ....2017, οπότε έλαβε εξιτήριο με συστάσεις για παραπομπή προς εξέταση στη γναθοχειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Γ. Παπανικολάου", το οποίο επισκέφθηκε στις 07. 08.2017, όπου εκεί, στα εξωτερικά ιατρεία, με διάγνωση "κατάγματα άνω γνάθου και (αρ) γναθιαίου κόλπου" και κατόπιν κλινικής εξέτασης και ελέγχου της αξονικής τομογραφίας που προσκόμισε, έγινε αφαίρεση μικρής οστικής παρασχίδας, του δόθηκαν οδηγίες και φαρμακευτική αγωγή και συστήθηκε επανεκτίμηση για πρόληψη επιπλοκών (βλ.

την από 29.07.2017 συνταγή, το υπ' αριθμόν ....2017 πιστοποιητικό και το από ....2017 εξιτήριο του Γενικού Νοσοκομείου Πτολεμαΐδας, το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ... έγγραφο της Στοματικής και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Γ. Παπανικολάου" και την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ....2017 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του αυτού νοσοκομείου).

Προηγουμένως, στις ....2017, αλλά και στις 07.08.2017, εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία της Ορθοπαιδικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", όπου κατά τη μεν πρώτη εξέταση διαπιστώθηκε απροθυμία χρήσης αριστερού άνω άκρου (δυσχερής εξέταση), ενώ υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο χωρίς σαφή εικόνα κατάγματος ή εξαρθρήματος και τέθηκε γύψινος νάρθηκας-ανάρτηση, κατά δε τη δεύτερη εξέταση διαπιστώθηκε εικόνα πάρεσης ανώτερων ριζών βραχιονίου πλέγματος (Α5-Α6) με λειτουργούσες τις κατώτερες ρίζες, για την αντιμετώπιση της οποίας τοποθετήθηκε ανάρτηση και συστήθηκε επανέλεγχος σε δύο (2) εβδομάδες.

Κατά την επανεξέτασή του στις 23.08.2017 στο ίδιο νοσοκομείο ("ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ") διαπιστώθηκε κλινικά ότι πάσχει από πάρεση ανωτέρου βραχιονίου πλέγματος (Α5-Α6) αριστερού άνω άκρου χωρίς σημεία ανάκαμψης της νευρικής λειτουργίας, ενώ εκτιμήθηκε ότι χρήζει εκτίμησης από εξειδικευμένο κέντρο αντιμετώπισης παθήσεων βραχιονίου πλέγματος (βλ.

τις υπ' αριθμούς πρωτοκόλλου ....2017 και ....2017 ιατρικές βεβαιώσεις-γνωματεύσεις του άνω νοσοκομείου). Πράγματι, για το σκοπό αυτό μετέβη στα Ιωάννινα και εξετάσθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, όπου εκεί διαπιστώθηκε μετατραυματική παράλυση βραχιονίου πλέγματος (αρ) για την αντιμετώπιση της οποίας κρίθηκε ότι χρήζει παρακολούθησης προγράμματος κινησιοθεραπείας/φυσικοθεραπείας, δέκα (10) συνεδρίες το μήνα για τουλάχιστον έξι (6) μήνες και επανεκτίμηση για πιθανή χειρουργική αποκατάσταση (βλ.

την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ....2017 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του άνω νοσοκομείου). Στην αυτή εξάλλου διάγνωση, ήτοι πάρεση βραχιονίου πλέγματος (αρ) άνω άκρου" προέβησαν και οι ιατροί Χ. Κ., χειρουργός ορθοπαιδικός - αθλίατρος-τραυματολόγος, και Μ. Β., Αναπληρωτής Καθηγητής Ορθοπαιδικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, οι οποίοι εξέτασαν τον τέταρτο ενάγοντα στις 13.09.2017 και 19.12.2017 αντίστοιχα (βλ.

την ομόχρονη ιατρική γνωμάτευση του πρώτου και το ομόχρονο ιατρικό σημείωμα του δευτέρου), ενώ από την οικεία βεβαίωση του φυσιοθεραπευτή Χ. Μ. προκύπτει ότι ο τέταρτος ενάγων υποβλήθηκε σε ειδικό πρόγραμμα δέκα (10) συνεδριών φυσικοθεραπείας-κινησιοθεραπείας ανά μήνα επί έξι (6) μήνες, το οποίο περιλάμβανε ηλεκτροθεραπεία (τετράγωνο παλμικό ρεύμα), κινησιοθεραπεία και άσκηση μέσα από παιγνίδι, μετά το πέρας των οποίων, όπως βεβαιώνει ο πιο πάνω φυσιοθεραπευτής, η βλάβη δεν αποκαταστάθηκε.

Κατόπιν τούτου, στις 03.02.2018 ο τέταρτος ενάγων, ακολουθώντας και τις προηγούμενες ιατρικές συστάσεις, εισήχθη στην Παιδο-Ορθοπαιδική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, όπου με διάγνωση "μετατραυματική πάρεση βραχιονίου πλέγματος αριστερά, ανωτέρων ριζών" και αιτία εισαγωγής "διαταραχές των νευρικών ριζών και πλεγμάτων", υποβλήθηκε την επομένη (στις 04.02.2018) σε χειρουργική επέμβαση διερεύνησης βραχιονίου πλέγματος αριστερά και αποκατάσταση ωμικής ζώνης και αγκώνα με νευρομεταφορές και ειδικότερα με νευρομεταφορά παραπληρωματικού νεύρου το οποίο συρράφθηκε με το υπερπλάτιο και ακολούθως έγινε συρραφή του κλάδου προς τον ωλένιο καμπτήρα του καρπού από το ωλένιο με τους κλάδους προς τον δικέφαλο βραχιόνιο του μυοδερματικού.

Παρέμεινε νοσηλευόμενος στο πιο πάνω νοσοκομείο έως τις 07.02.2018, οπότε έλαβε εξιτήριο με οδηγίες για λήψη φαρμακευτικής αντιβιοτικής αγωγής για επτά ημέρες και παυσίπονης αγωγής επί πόνου, κινητοποίηση ως έχει διδαχθεί, αλλαγές τραύματος δύο φορές την εβδομάδα με spray pulvo, επανεξέταση σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό, παρακολούθηση προγράμματος κινησιοθεραπείας/φυσικοθεραπείας δέκα (10) συνεδριών το μήνα για τουλάχιστον έξι (6) μήνες και επανεκτίμηση, ενώ μετεγχειρητικά έφερε γύψινο επίδεσμο ακινητοποίησης κεφαλής και χειρουργηθέντος (αρ) άνω άκρου με τον κορμό για έξι (6) εβδομάδες (βλ.

το από 03.02.2018 εισιτήριο και το από 07.02.2018 εξιτήριο, καθώς και την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ....2018 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του Καθηγητή Ορθοπαιδικής του άνω νοσοκομείου Μ. Β. και την από 07.02.2018 ιατρική έκθεση του ιδίου). Στις 14.02.2019 ο τέταρτος ενάγων εξετάσθηκε από τον ιατρό Α. Κ., ορθοπαιδικό χειρουργό, ο οποίος διαπίστωσε, όπως καταγράφεται στην από 20.02.2019 ιατρική γνωμάτευσή του, την οποία παραδεκτώς στην προκειμένη -κατ' έφεση δίκη- προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο τέταρτος ενάγων κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ, ότι πρόκειται για άτομο αρτιμελές καλής όψης και θρέψης, επισκοπικά φέρει μετεγχειρητική ουλή στην πρόσθια επιφάνεια του αριστερού ώμου, στο θωρακοειδές διάστημα και μικρότερες στη μεσότητα του αριστερού βραχιονίου, ο αριστερός ώμος βρίσκεται κάτωθεν του δεξιού και παρουσιάζει σημαντικού βαθμού μυϊκές ατροφίες δελτοειδούς, στροφέων του ώμου και δικεφάλου και ότι μικρότερες ατροφίες παραμένουν και στο μυϊκό σύστημα του αριστερού αντιβραχίου, παρουσιάζει μικρή μόνο κινητικότητα του αριστερού άνω άκρου και συγκεκριμένα μικρή πρόσθια κάμψη του δεξιού ώμου (περίπου 30 μοίρες), όπως και απαγωγής (επίσης 30 μοίρες), ενώ αδυνατεί να φέρει τον ώμο ψηλότερα, ο αγκώνας βρίσκεται σε έκταση και είναι χαλαρός με πλήρη αδυναμία κάμψης και μικρή δυνατότητα πρηνισμού, η πηχεοκαρπική ευρίσκεται σε θέση κάμψης και ωλένιας απόκλισης με έκπτωση της συλληπτικής ικανότητας και της δύναμης δραγμού των δακτύλων, διαπιστώνοντας ήδη, κατά την κλινική εξέτασή του, ότι σήμερα το αριστερό άνω άκρο του είναι μη λειτουργικό και παρουσιάζει ελάχιστη μόνο βελτίωση παρά την επέμβαση στην οποία έχει υποβληθεί και τη φυσικοθεραπεία που και σήμερα συνεχίζει και εκτιμώντας ότι στο εγγύς μέλλον προγραμματίζεται να υποβληθεί σε επανεγχείρηση-τενοντομεταφορά για βελτίωση κατά το δυνατόν του πρηνισμού-υπτιασμού του αριστερού αντιβραχίου αλλά και της έκτασης του καρπού (στην οποία πράγματι υποβλήθηκε ο ενάγων στις 08.04.2019 σύμφωνα με την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ....2019 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων), ενώ εκτίμησε ότι η βλάβη είναι αδύνατον να αποκατασταθεί πλήρως και θα παραμείνει ισοβίως και για το λόγο αυτό θα πρέπει να συνεχίσει και τις συνεδρίες της φυσικοθεραπείας με κολύμβηση, ηλεκτροθεραπεία και κινησιοθεραπεία-μυϊκή ενδυνάμωση και μάλιστα σε κέντρο αποκατάστασης -ως ανοικτή νοσηλεία- αν υπάρχει φυσικά τέτοια δυνατότητα.

Ήδη, από την από 31.09.2019 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποιήσεως αναπηρίας της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του ΙΚΑ/ΕΤΑΜ και του Κέντρου Πιστοποιήσεως Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) της Νομαρχιακής Μονάδας Υγείας Κοζάνης, ο τέταρτος ενάγων κρίθηκε ανάπηρος με συνολικό ποσοστό αναπηρίας 67% για το χρονικό διάστημα από τις 11.07.2018 έως τις 31.12.2019, καθώς διαπιστώθηκαν οι παθήσεις "πάρεση μετατραυματικού βραχιονίου πλέγματος αριστερά, κυρίως ανωτέρου τύπου, με συμμετοχή του κατωτέρου, επέμβασης αποκατάστασης στις 02.02.1018", ενώ στη μεταγενέστερη -από 23.01.2020- γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Διεύθυνσης Ιατρικής Αξιολόγησης του ΕΦΚΑ και του Κέντρου Πιστοποιήσεως Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) του Υποκαταστήματος Μισθωτών Καστοριάς, την οποία παραδεκτώς προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο τέταρτος ενάγων στην προκειμένη κατ' έφεση δίκη (άρθρο 529 παρ. 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ), ο τελευταίος κρίθηκε ανάπηρος με συνολικό ποσοστό αναπηρίας 84% για το χρονικό διάστημα από την 01η.01.2020 έως τις 31.12.2021, καθώς διαπιστώθηκαν-κατά βαθμό και βαρύτητα- οι παθήσεις "του βραχιονίου πλέγματος, βλάβες νεύρων του άνω άκρου" με ποσοστό κινητικής αναπηρίας 67% για "παράλυση βραχιονίου πλέγματος (μετατραυματική)" και επιπλέον "μικτές ειδικές αναπτυξιακές διαταραχές-παιδοψυχιατρικές διαταραχές" με ποσοστό 50%, γεγονός που μαρτυρεί ότι οι χειρουργικές επεμβάσεις και οι φυσιοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε δεν βελτίωσαν την ήδη βεβαρυμμένη κατάσταση της υγείας του.(...).

Ο τέταρτος ενάγων μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο στις ....2017 και την υποβολή του στην προαναφερθείσα χειρουργική επέμβαση, ενόψει και του ότι επί έξι (6) εβδομάδες τουλάχιστον έφερε αδιαλείπτως γύψινο επίδεσμο ακινητοποίησης κεφαλής και χειρουργηθέντος αριστερού άνω άκρου με τον κορμό του και παρακολουθούσε πρόγραμμα εντατικών φυσικοθεραπειών, βρισκόταν μετεγχειρητικά, κατά την οίκοι παραμονή, νοσηλεία και ανάρρωσή του, σε πλήρη αδυναμία να αυτοεξυπηρετηθεί, λόγω της προπεριγραφείσας καταστάσεως της υγείας του, την εξ αυτής αδυναμία του να χρησιμοποιήσει το αριστερό άνω άκρο του λόγω της παραλυσίας του και της εν γένει καταστάσεως της υγείας του έχοντας έτσι την ανάγκη ιδιαίτερων φροντίδων και συνεχούς παροχής επιπλέον υπηρεσιών τρίτου προσώπου κοντά του να τον βοηθά και να τον περιποιείται.(...).

Κατά το χρόνο του ατυχήματος ο τέταρτος ενάγων ήταν ηλικίας ... ετών και συγκατοικούσε με τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του χωρίς να αντιμετωπίζει έως τότε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας. Λόγω της προαναφερθείσας βλάβης της υγείας του, παρά τις χειρουργικές επεμβάσεις και τις συνεχείς φυσιοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε, αλλά και την εν γένει θεραπευτική αγωγή που ακολούθησε στα πιο πάνω νοσοκομεία και ακολούθως στην οικία του, εμφανίζει σήμερα, ως απόρροια του ένδικου τραυματισμού του, μετατραυματική παράλυση βραχιονίου πλέγματος αριστερά, που συνιστά αναμφίβολα μερική σωματική-κινητική αναπηρία με αδυναμία κινήσεως του αριστερού άνω άκρου του, απώλεια της αισθητικότητας στο χέρι και στην παλάμη και έκπτωση της συλληπτικής ικανότητας και της δύναμης δραγμού των δακτύλων στο άκρο αυτό, το ποσοστό της οποίας ανέρχεται για την κινητική αυτή αναπηρία του σε 67% και ήδη σε 84% με ψυχολογικές εισέτι προεκτάσεις, όπως κρίθηκε αρμοδίως στις 23.01.2020 με βάση την πιο πάνω γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Διεύθυνσης Ιατρικής Αξιολόγησης του ΕφΚΑ και του Κέντρου Πιστοποιήσεως Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.), η δε βελτίωση της αναπηρίας του αυτής με διορθωτικές θεραπείες ή άλλες τεχνικές στο μέλλον δεν επηρεάζει την ήδη παρούσα κατάσταση της υγείας του και εκ τούτου κρίνεται ως διαρκής και μόνιμη.

Η παραλυσία του αριστερού άνω άκρου του τετάρτου ενάγοντος και η εξ αυτής μόνιμη εγκατεστημένη επίκτητη μερική σωματική ατέλεια και εντεύθεν η αναπηρία του με ουσιώδη αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του αριστερού άνω άκρου του, που υπάρχει ήδη από την ηλικία των 2,5 ετών, τον συνοδεύει ήδη και θα συνεχίσει να τον συνοδεύει στην ζωή του, ίσως σε μικρότερο βαθμό, αφού η προσπάθεια αποκαταστάσεως με βελτιωτικές/διορθωτικές θεραπείες και μεθόδους θα διαρκεί σε όλη τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας και επιδρά αρνητικά στην καθημερινότητα του, στην εξωτερική του εμφάνιση και στην ψυχολογία του, ενώ με βεβαιότητα τον επηρέασε ήδη δυσμενώς και είναι αρκούντως βέβαιο ότι θα τον επηρεάσει και στο μέλλον σημαντικά στον ψυχικό του κόσμο, αφού η διαφοροποίησή του από τα αρτιμελή-υγιή παιδιά της ηλικίας του είναι εμφανής προκαλώντας αισθήματα οίκτου και θα ασκήσει δυσμενή επίδραση όχι μόνο στην υγεία του (αφού η βλάβη της υγείας του, ως ηθική βλάβη, καλύπτεται από την χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 του ΑΚ), αλλά και στην ομαλή κοινωνικοποίησή του και στο σχολείο του, στην προσωπική ζωή του και στην κοινωνική του παράσταση διότι τον μειώνει κοινωνικά, ενώ η κατάσταση αυτή της υγείας του θα επηρεάσει στο μέλλον και την ομαλή επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη και θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στη δυνατότητα επίτευξης στο μέλλον προσωπικής και κοινωνικής εξελίξεως και κοινωνικής προόδου, ενώ θα εντείνει-ψυχολογικά- αισθήματα μειονεξίας δημιουργώντας σύμπλεγμα κατωτερότητας και αποξένωσης στις κοινωνικές διαπροσωπικές του σχέσεις, ενόψει και της τρυφερής του ηλικίας.

Επιπλέον, μειώνονται σημαντικά, σε σχέση με τους έχοντες αρτιμέλεια, οι δυνατότητες ανάπτυξης διαφόρων δεξιοτήτων που απαιτούν αμφιχειρία και έτσι θα επηρεάζονται δυσμενώς οι κοινωνικές, προσωπικές και επαγγελματικές του σχέσεις, με συνέπεια να υφίσταται αρνητικές συνέπειες στην εξέλιξη της προσωπικότητάς του.

Με βάση, επομένως, τις απορρέουσες, κατά τα άνω, δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες εξαιτίας της πιο πάνω αναπηρίας του και της άμεσης επίδρασης αυτής στο μέλλον, ο τέταρτος ενάγων δικαιούται πρόσθετης/αυτοτελούς παροχής κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, το επιβεβλημένο ύψος της οποίας πρέπει να καθορισθεί, συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω λόγους και περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) και την παντελή έλλειψη υπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) στην πρόκληση του ατυχήματος, το είδος, την έκταση και τις επιδράσεις της παραπάνω σωματικής αναπηρίας του στο προσωπικό, κοινωνικό-οικογενειακό και επαγγελματικό του μέλλον (...), στο ποσό των 50.000 ευρώ, το ύψος του οποίου κρίνεται εύλογο με βάση τις κατ' ιδίαν συνθήκες της εις βάρος του αδικοπραξίας και σύμφωνα με την συνταγματικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας, ως γενικής νομικής αρχής, και για τούτο πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το σχετικό κονδύλιο της αγωγής.

Οι αντίθετοι προς την προαναφερθείσα κρίση ισχυρισμοί της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (ήδη αναιρεσίβλητης), κατά τους οποίους, όπως εκτιμάται, η πιο πάνω σωματική αναπηρία του τετάρτου ενάγοντος δεν είναι βέβαιο ότι θα επιδράσει στο επαγγελματικό και οικονομικό του μέλλον κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στις προτάσεις της προς αντίκρουση της εφέσεως του τετάρτου ενάγοντος και εκ τούτου δεν δικαιούται ο τελευταίος αυτοτελούς παροχής, είναι χωρίς έννομη επιρροή, δοθέντος ότι η αξίωση του άρθρου 931 του ΑΚ δεν αποτελεί αποζημίωση, που συνδέεται -κατ' ανάγκη- με την απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας και, συνεπώς, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημιώσεως των άρθρων 914 και 929 του ΑΚ.

Αντιθέτως, το Δικαστήριο επιδικάζει ένα εύλογο ποσό κατά την διακριτική περί τούτου ευχέρειά του, με βάση το είδος και την έκταση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, η δυσμενής επίδραση της οποίας είναι δεδομένη στο κοινωνικό, προσωπικό και οικονομικό μέλλον του παθόντος, ανάλογα με την ηλικία του, το φύλο και την τυχόν συνυπαιτιότητά του και χωρίς σύνδεση πάντως με κάποια συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να προσδιορισθεί λόγω της παραμορφώσεως - αναπηρίας, ενώ και για την θεμελίωση της σχετικής αξιώσεως του άρθρου 931 του ΑΚ ο νόμος αρκείται και στην απλή ακόμη δυνατότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (...).

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι η παραπάνω αξίωση του τετάρτου ενάγοντος από το άρθρο 931 του ΑΚ εξαρτάται από μελλοντικούς αστάθμητους παράγοντες και με την παραδοχή αυτή έκρινε ότι ασκήθηκε πρόωρα το σχετικό κονδύλιο της αγωγής, το οποίο και απέρριψε για το λόγο αυτό, ενώ το κονδύλιο αυτό έπρεπε να γίνει δεκτό και ως κατ' ουσίαν βάσιμο κατά τα προεκτεθέντα, έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ο συναφής τρίτος λόγος της εφέσεως του τετάρτου ενάγοντος, με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το προαναφερόμενο ποσό.

Από την προαναφερθείσα εις βάρος του αδικοπραξία του ασφαλισμένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου ο τέταρτος ενάγων υπέστη ηθική βλάβη λόγω της ψυχικής και σωματικής ταλαιπωρίας που δοκίμασε εξ αιτίας του τραυματισμού του, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως.

Η έκταση αυτής, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση, η αποκλειστική υπαιτιότητα του πιο πάνω οδηγού και η παντελής έλλειψη υπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος στην πρόκλησή της, η φύση, η έκταση και η βαρύτητα του τραυματισμού του εξ αιτίας της οποίας νοσηλεύθηκε στα πιο πάνω νοσοκομεία και υποβλήθηκε στις πιο πάνω χειρουργικές επεμβάσεις και τις συνεχείς εντατικές φυσικοθεραπείες, η διάρκεια της νοσηλείας του και το χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε στη συνέχεια για την ανάρρωσή του με αντίστοιχη στέρηση των συνήθων για την ηλικία του προσωπικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων του κατά το διάστημα αυτό, οι σωματικοί πόνοι που δοκίμασε, το βαθύτατο ψυχικό του άλγος που θα είναι διαρκές και θα εντείνεται βαθμιαία στο μέλλον όσο ο πιο πάνω ανήλικος θα αντιλαμβάνεται την παραλυσία του αριστερού άνω άκρου του με ψυχολογικές εισέτι προεκτάσεις (με απουσία λειτουργικότητας/πλήρη ακινησία του αριστερού άνω άκρου του, αδυναμία της αισθητικότητας, απώλεια κίνησης από τον αριστερό ώμο έως την παλάμη του, έκπτωση της συλληπτικής ικανότητας και της δύναμης δραγμού των δακτύλων), η βλάβη που επήλθε και η έκτασή της, από την τρυφερή ηλικία μόλις των 2,5 ετών, που επηρεάζει ακόμη περισσότερο και θα συνεχίζει να επηρεάζει τον ψυχικό του κόσμο, η εξελικτική πορεία της καταστάσεως της υγείας του που έως σήμερα δεν έχει αποκατασταθεί, η ανάγκη του να υποβληθεί στο μέλλον και σε άλλες βελτιωτικές/διορθωτικές θεραπείες και φυσικοθεραπείες, οι συνέ-πειες του τραυματισμού του στην προσωπική, κοινωνική και οικογενειακή ζωή του και ο αντίκτυπος στο επαγγελματικό του μέλλον, ενόψει και της ηλικίας του κατά τον χρόνο του ατυχήματος, της έως τότε άριστης καταστάσεως της υγείας του και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως του ιδίου με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου (...) από τους διαδίκους, ενώ η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι μόνον εγγυητική (...), πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κτά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής που υπαγορεύουν την ύπαρξη κάποιας αναλογίας μεταξύ των πιο πάνω στοιχείων και της χρηματικής ικανοποιήσεως, στο ποσό των 60.000 ευρώ, το ύψος του οποίου κρίνεται εύλογο, κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, δηλαδή ανάλογο με τις κατ' ιδίαν περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, αλλά και σύμφωνα με την συνταγματικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας, ως γενικής νομικής αρχής, και τις καθιερούσες αυτήν συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ.

α', όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως και κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις (...).

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του καθόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία -ορθώς- δέχθηκε ότι υπέστη ο τέταρτος ενάγων εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα στο μικρότερο ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια το επιδίκασε σε αυτόν για την άνω αιτία, αντί του μεγαλύτερου ορθού ποσού των 60.000 ευρώ, έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, ιδία δε τα προσδιοριστικά της ηθικής βλάβης στοιχεία και ο συναφής τέταρτος λόγος της εφέσεως του τέταρτου ενάγοντος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το προαναφερόμενο ποσό, ενώ, αντιθέτως, ο αντίστοιχος με αυτόν έκτος λόγος της εφέσεως της εναγομένης, με την οποία αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος...".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 26-5-2020 (αριθμ. έκθ. κατ. 34363/2231/16-6-2020) έφεση του ανήλικου ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 470/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν την από 21-12-2018 (αριθμ.

έκθ. κατ. 90/10/2-1-2019) αγωγή, και κατά το ενδιαφέρον στην παρούσα δίκη μέρος της, αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσείοντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και για ιδιαίτερη αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 Α.Κ., τα προαναφερθέντα ποσά. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος στο προαναφερθέν ποσό των 60.000 ευρώ, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το επιδικασθέν ως άνω ποσό, δεν τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη, που δέχθηκε ότι υπέστη ο αναιρεσείων, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται δε και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσών.

Επομένως, ο σχετικός πρώτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς και των διατάξεων του άρθρου 25 του Συντάγματος, επιδίκασε στον αναιρεσείοντα το ποσό αυτό, το οποίο υπολείπεται καταφανώς των επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, καθορίζοντας το ύψος της εύλογης ιδιαίτερης χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. στο ποσό των 50.000 ευρώ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το προαναφερόμενο ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι κατώτερο και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, ενόψει και των ανέλεγκτων αναιρετικά παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι η μερική, διαρκής και μόνιμη αναπηρία του αναιρεσείοντος, το ποσοστό της οποίας ανέρχεται συνολικά σε 84%, στο βαθμό και έκταση που αναλυτικά εκτίθενται στις ως άνω παραδοχές της, σε συνδυασμό με την ηλικία του (2,5 ετών), οπωσδήποτε στο μέλλον θα επιδράσει δυσμενώς στην ομαλή κοινωνικοποίησή του και θα επηρεάσει την ομαλή επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος (ο οποίος λανθασμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο ως πέμπτος λόγος) αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 931 του ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, επιδίκασε σ' αυτόν, ως εύλογη χρηματική παροχή από τον τραυματισμό του, το ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτού, είναι βάσιμος.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον αναιρεσείοντα, κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαιά της, που αφορούν το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 ΑΚ και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2650/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς τον αναιρεσείοντα και μόνο κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ