Supreme Court dismisses appeal against bank loan contract due to lack of fraud and procedural inadmissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by borrowers against a final judgment ordering them to repay excessive bank loans. The borrowers argued the lower court erred in finding no fraud, but the court held that the evidence supported the finding that they knowingly accepted the debt despite foreseeing insolvency. Consequently, the court ruled that the appeal arguments were inadmissible as they merely challenged the court's evaluation of evidence rather than pointing to legal errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1(1) of Law 3869/2010 and 330 of the Civil Code; The Supreme Court rejects appeals challenging the factual assessment of evidence regarding fraud in loan contracts, ruling that such arguments constitute inadmissible attacks on the final judgment's substantive evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 843 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 843/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Δ. του Ν. και 2) Ε. Β. του Ε., κατοίκων Έ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σωτηρία Πανουσάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT ΑΕΠΠ", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ AΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, το 6ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 2η, 3η, 5η και 7η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Έ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 266/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έ.. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 4η και το 6ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 4ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 1-6-2021 (με αριθ. εκθ. καταθ. 4/1-6-2021), αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ` αριθμ. 266/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Έ., η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), επί εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθμ. 91/2019 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Έ., εκδοθείσης επί υποθέσεως του ν. 3869/2010, ερήμην των δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έβδομης των τότε εφεσίβλητων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών υπό τις επωνυμίες α) "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." (ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας υπό την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. "), β) "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", γ) "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", δ) "HELLENIC POST GREDIT E.Π.Π." και ε) "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ και ήδη δεύτερης, τρίτης, τέταρτης πέμπτης και έβδομης των αναιρεσιβλήτων αντιστοίχως, ως προς τις οποίες (εφεσίβλητες) χώρησε η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική ασκήσεως κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 991/2023, ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, εφόσον δε, περαιτέρω έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1 β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 991/2023, ΑΠ 1437/2019). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 991/2023, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 991/2023, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. .../30-9-2021, ..., ... και .../1-10-2021 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Α. Σ. και την υπ' αριθμ. .../20-10-2021 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ.
Κ., που επικαλούνται προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 1-6-2021 αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο αυτής με την στη συνέχεια αυτής από 25-8-2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος, περί ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (της 18-11-2022) και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια αυτών, στις δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας ως άνω δικάσιμο, οι ανωτέρω (δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων) δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση.
Επομένως, λαμβανομένου υπόψη ότι οι προαναφερθέντες αναιρεσίβλητοι κλητεύτηκαν νομίμως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων [...]"), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης της ενδίκου αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο Έ. στις 26-3-2015), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 991/2023, ΑΠ 1442/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Ειδικότερα, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 991/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (ΑΠ 604/2023, ΑΠ 1164/2022, ΑΠ 778/2022,ΑΠ 539/2022).
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 991/2023, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β` της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι` αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 991/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Τούτο διότι, ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμός 1 και 6 του ιδίου Κώδικα), (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021).
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από άμεσο δόλο ή και από ενδεχόμενο (δόλο), με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας των πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει και οφείλει, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, γνώριζε ή προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 991/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, περί αποφάσεως ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως (Ολ.
ΑΠ 16/2013, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίους, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ.
ΑΠ 8/2018). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 560 αριθμός 6 (ή 559 αριθμός 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΑΠ 991/2023, ΑΠ 1913/2022, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Έ., που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ, απέρριψε τον προταθέντα νομίμως εκ μέρους τους, με λόγο εφέσεως, ισχυρισμό, περί αοριστίας της προβληθείσας πρωτοδίκως, ενστάσεως δόλου και, στη συνέχεια, μετ' απόρριψη της εφέσεώς τους, επικύρωσε την υπ' αριθμ. 91/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Έ., το οποίο, κατά παραδοχή της προβληθείσας ένσταση δόλου, απέρριψε την αίτησή τους, για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, όσον αφορά την προβληθείσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων σε αδυναμία πληρωμών των οφειλών τους, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η δεύτερη των καθ'ων η αίτηση και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." (ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας υπό την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. "), με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατατεθείσες από 19-2-2019 έγγραφες προτάσεις της, προς θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως, προέβαλε, πλην άλλων, και τα εξής: "...
Εν προκειμένω η αντίδικος πλευρά έλαβε δάνεια που ουδέποτε φαίνεται να μπορούσε να ανταποκριθεί στις αυξημένες οικονομικές υποχρεώσεις που απέρρεαν εξ' αυτών. Ειδικότερα τα δάνεια που έλαβε ήταν και υψηλά και δυσανάλογα τελικά των πραγματικών δυνατοτήτων της με συνέπεια και με βάση τα διδάγματα κοινής πείρας κατά τη στιγμή της λήψης να προέβλεπε ότι θα ήτο αδύνατο να εξυπηρετήσει αυτήν την οφειλή και ότι θα οδηγούνταν σε αδυναμία πληρωμών.
Ποια ήταν λοιπόν αυτά τα έκτακτα, απρόβλεπτα και τόσο σημαντικά περιστατικά που έλαβαν χώρα που να κατέστησαν τελικά αδύνατη την εξυπηρέτηση του δανείου. Η αντίδικος πλευρά έλαβε υπόψη του όχι απλά το ενδεχόμενο της µη εξυπηρέτησης των χρεών του αλλά σχεδόν τη βεβαιότητα µη εξυπηρέτησης των χρεών του αφού δεν µας παρουσιάζει κάποια οικονομική ασφάλεια.
Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από το γεγονός ότι η αντίδικος πλευρά έχει οφειλές τουλάχιστον 170.000€ µε σωρεία καταναλωτικών προϊόντων-πιστωτικές κάρτες και καταναλωτικά δάνεια!! Με βάση ποιο εισόδημα θα αποπληρώνονταν όλα αυτά τα δάνεια ...". Επίσης, το έκτο των καθ'ων η αίτηση ήδη έκτο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία " ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατατεθείσες από 19-2-2019 έγγραφες προτάσεις του, προς θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως, προέβαλε, πλην άλλων, και τα εξής: "... Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούντες εκ δόλου περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής, διότι γνώριζαν κατά τη λήψη των επίδικων δανείων την κακή οικονομική τους κατάσταση και την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις, προσέφυγαν δε, σε μεγάλο - για τα οικονομικά τους δεδομένα - ύψους δανειοδότηση χωρίς να δικαιολογείται κάτι τέτοιο από την ικανοποίηση κάποιας έκτακτης σοβαρής βιοτικής ανάγκης.
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι αιτούντες προέβησαν σε δανειοδότηση δημιουργώντας χρέη υπέρμετρα σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καταβάλουν δόσεις ο μεν πρώτος από αυτούς για οκτώ (8) δάνεια (!!!), η δε δεύτερη για έντεκα (11) δάνεια, ενώ από κοινού για οκτώ (8) δάνεια, ΚΑΙ ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΔΗΛΑΔΗ ΓΙΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΠΤΑ (27) ΔΑΝΕΙΑ συνολικού ποσού άνω των 200.000,00 €, που ζήτησαν και έλαβαν από επτά (7) τραπεζικά ιδρύματα το τεράστιο και πέρα από κάθε λογική του μέσου συνετού καταναλωτή ποσό των τουλάχιστον 3.000,00 € μηνιαίως (ποσό που μπορεί να εξαχθεί κατά προσέγγιση από το συνολικό ύψος των οφειλών τους και από το είδος των δανείων, δηλ.
από καταναλωτικά και πιστωτικές κάρτες, που έχουν ιδιαίτερα αυξημένο επιτόκιο) και όντας επιφορτισμένοι τότε με τη συντήρηση της τετραμελούς οικογένειάς τους, αφού το εισόδημά τους κατά το χρονικό διάστημα του δανεισμού προερχόταν αποκλειστικώς και μόνο από τις εργασίες τους, χωρίς να υπήρχε καμία άλλη προοπτική αύξησης των εισοδημάτων τους.
Συνεπώς, όταν έλαβαν τα δάνεια γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν ήταν δυνατόν να ανταπεξέλθουν στο σύνολο των υποχρεώσεων που απέρρεαν από αυτά. Περαιτέρω, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι είχαν επαρκή εισοδήματα κατά τη δεκαετία 2000-2010 (που προφανώς έλαβαν τα δάνεια, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, από κανένα σημείο του δικογράφου δεν προκύπτουν οι χρόνοι της χρηματοδότησής τους), τότε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ... ότι κατά το έτος 2011, που η δεύτερη αιτούσα έλαβε το δάνειο από το ΤΠ&Δ, τα εισοδήματά τους είχαν πλέον συρρικνωθεί. Ειδικότερα, κατά τα διαλαμβανόμενα στο υπό κρίση δικόγραφο το ετήσιο εισόδημα του πρώτου των αιτούντων ανήλθε κατά το 2011 σε 5.897,04 € και της δεύτερης αυτών σε 17.792,23 € και συνολικά δηλαδή σε 23.689,27 €, ή σε 1.974,10€ μηνιαίως. Ακόμα και τότε δηλαδή, που οι δόσεις των ήδη αναληφθέντων δανείων ήταν περισσότερες από το οικογενειακό τους εισόδημα, η δεύτερη αιτούσα ανέλαβε νέα υποχρέωση προς το Ταμείο για μια ακόμα δανειοδότησή της.
Συνεπώς, όταν αυτή έλαβε το εν λόγω δάνειο από το Ταμείο, τα εισοδήματά τους δεν ήταν ικανά για να καλύψουν όχι μόνο τις δανειακές τους υποχρεώσεις, άλλα ούτε καν τις εύλογες οικογενειακές δαπάνες, διαβίωσης τους. 'Ετσι οι αντίδικοι δηµιούργησαν τα χρέη τους, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή µε τον αλόγιστο δανεισμό τους, µε τη λήψη δανείων, μολονότι γνώριζαν ότι στο μέλλον θα αδυνατούσαν να τα καλύψουν ή, τουλάχιστον, αποδεχόµενοι πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.
Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα των αιτούντων είχε τη µορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψαν το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους) ως πιθανό και αβίαστα το αποδέχθηκαν. Δηλαδή γνώριζαν ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών τους αποτελεί ένα σοβαρό ενδεχόμενο, που η πραγµάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, ένας τόσο δε υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί ν' αποφευχθεί, πράγμα που ερµηνεύεται ως αποδοχή του.
Συµπερασµατικά, από τον αριθμό των δανειακών συμβάσεων που ανέλαβαν (συνολικά 17) και το ύψος αυτών καταφαίνεται αναντίρρητα ότι όλη συμπεριφορά τους απέβλεπε στην επί σκοπού ανάληψη δανείων, ενώ γνώριζαν ότι δεν µπορούσαν να ανταπεξέλθουν στην αποπληρωµή τους, γεγονός που συνιστά δόλια αδυναμία πληρωμής.
Για το λόγο αυτό η ένδικη αίτησή τους πρέπει να απορριφθεί, δεδοµένου ότι δεν υφίστανται οι αντικειµενικές προϋποθέσεις υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010 ..." . Την ως άνω ένσταση επανέφερε το ήδη έκτο αναιρεσίβλητο ενώπιον του δευτεροβαθµίου Δικαστηρίου με τις κατατεθείσες από 2-7-2020 έγγραφες προτάσεις του, προβάλλοντας, πλην άλλων, και τα εξής: "...
από την επισκόπηση του δικογράφου της αιτήσεως των αντιδίκων, ...συνάγεται ότι προέβησαν (σ.σ. οι ήδη αναιρεσείοντες) σε δανειοδότησή τους δημιουργώντας χρέη υπέρμετρα σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση αναλαμβάνοντας υποχρεώσεις από μια πληθώρα συμβάσεων, που η λήψη τους δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον μέσο συνετό καταναλωτή, αφού με αυτά τα χρήματα δεν αποδείχθηκε ότι κάλυψαν καμία βασική επιτακτική ανάγκη (στεγαστική ή άλλη).
Το μεγαλύτερο ποσοστό των δανείων αυτών είναι καταναλωτικά και πιστωτικές κάρτες, γεγονός που σημαίνει ότι ο δανεισμός τους ήταν αλόγιστος και ότι ήταν περισσότερο από βέβαιο, λόγω των εξαιρετικά μεγάλων επιτοκίων του είδους των συμβάσεων αυτών, ότι θα οδηγούνταν σε οικονομικό αδιέξοδο, αλλά παρόλα αυτά συνέχιζαν σταθερά τη δανειοδότησή τους χωρίς να υπήρχε καμία άλλη προοπτική αύξησης των εισοδημάτων τους.
Συνεπώς, όταν έλαβαν τα δάνεια γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν ήταν δυνατόν να ανταπεξέλθουν στο σύνολο των υποχρεώσεων που απέρρεαν από αυτά. Κρίσιμο, τέλος, σημείο για την απόδειξη της δόλιας συμπεριφοράς τους είναι το γεγονός ότι ακόμα και αν θεωρηθεί ότι κατά τη δεκαετία 2000- 2010 είχαν επαρκή εισοδήματα, ωστόσο το έτος 2011, που τα εισοδήματά τους είχαν πλέον συρρικνωθεί, η δεύτερη αιτούσα αιτήθηκε εκ νέου δανειοδότησης και έλαβε δάνειο από το ΤΠ&Δ. Ειδικότερα, το 2011 το ετήσιο εισόδημα του πρώτου των αιτούντων ανήλθε σε 5.897,04 € και της δεύτερης αυτών σε 17.792,23 €, και συνολικά δηλαδή σε 23.689,27 €, ή σε 1.974,10 € μηνιαίως. Ακόμα και τότε δηλαδή, που οι δόσεις των ήδη αναληφθέντων δανείων ήταν περισσότερες από το οικογενειακό τους εισόδημα, η δεύτερη αιτούσα ανέλαβε ΝΕΑ υποχρέωση προς το Ταμείο.
Συνεπώς, όταν αυτή έλαβε το εν λόγω δάνειο από το Ταμείο, τα εισοδήματά τους δεν ήταν ικανά για να καλύψουν όχι μόνο τις δανειακές τους υποχρεώσεις, άλλα ούτε καν τις εύλογες οικογενειακές δαπάνες διαβίωσης τους. Έτσι, οι εκκαλούντες δημιούργησαν τα χρέη τους, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό τους, με τη λήψη δανείων, μολονότι γνώριζαν ότι στο μέλλον θα αδυνατούσαν να τα καλύψουν ή, τουλάχιστον, αποδεχόμενοι πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους.
Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα τους είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψαν το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους) ως πιθανό και αβίαστα το αποδέχθηκαν, αψηφώντας τις συνέπειες ...".Η ως άνω ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, προβληθείσα πρωτοδίκως από τους ως άνω δεύτερη και έκτο των καθ'ων η αίτηση και ήδη δεύτερη και έκτο των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" αντιστοίχως, και, επαναφερθείσα παραδεκτώς ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου εκ μέρους του τελευταίου (η δεύτερη των καθ'ων η αίτηση δεν παρέστη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου), είναι, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 ΑΚ στοιχεία (άρθρο 262 ΚΠολΔ), τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, προς θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως.
Ειδικότερα, αναφέρεται: α) το ύψος των τραπεζικών προϊόντων, τα οποία οι αιτούντες - αναιρεσίβλητοι έλαβαν από τα καθ'ων η αίτηση επτά (7) πιστωτικά ιδρύματα και οφείλουν από είκοσι επτά (27) δανειακές συμβάσεις ύψους άνω των 200.000 ευρώ συνολικώς, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση καταβολής δόσεων ύψους τουλάχιστον 3.000 ευρώ μηνιαίως, β) προσδιορίζεται (έστω και κατά προσέγγιση) ο χρόνος λήψης των δανείων (περίοδος των ετών 2000 έως 2010), γ) μνημονεύονται οι οικονομικές δυνατότητες των αιτούντων, ήτοι το ετήσιο εισόδημα αυτών κατά το χρόνο λήψης του δανείου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (το έτος 2011), ανερχόμενο στο ποσό των 5.897,04 ευρώ του πρώτου των αιτούντων και των 17.792,23 ευρώ της δεύτερης και συνολικώς στο ποσό των 23.689,27 ευρώ ή των 1.974,10 ευρώ μηνιαίως και δ) αναφέρεται ότι, με βάση τις οικονομικές δυνατότητες των αιτούντων προερχόμενες ειδικότερα από εμπορικές επιχειρήσεις (του πρώτου) και από τη μηνιαία σύνταξη από το ΙΚΑ (της δεύτερης), χωρίς προοπτική αύξησής τους κατά το χρόνο του δανεισμού, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα, έναντι των οποίων είχαν αναλάβει, όπως προελέχθη, την υποχρέωση καταβολής δόσεων ύψους τουλάχιστον 3.000 ευρώ μηνιαίως, γνώριζαν εξαρχής και σε κάθε περίπτωση προέβλεπαν ότι δεν θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στις αναληφθείσες δανειακές υποχρεώσεις και ότι ο υπερδανεισμός τους θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.
Σημειώνεται ότι, αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των αιτούντων - αναιρεσίβλητων κατά την ανάληψη των δανείων τους, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτών με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής τους κατάστασης και της πρόθεσής τους να μην αποπληρώσουν τα δάνεια, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής τους ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ενστάσεως περί δόλου.
Συνακόλουθα, κρίνοντας, το Μονομελές Πρωτοδικείο Έ., που δίκασε ως Εφετείο, ορισμένη και παραδεκτή την προβληθείσα ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, και απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεως των τελευταίων, περί αοριστίας αυτής (ενστάσεως), δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ, διότι δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις.
Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Έ., διέλαβε ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, όσον αφορά την παραδοχή κατ' ουσίαν της ενστάσεως, περί περιέλευσης αυτών σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους, οφειλόμενη σε ενδεχόμενο δόλο.
Στην προκείμενη περίπτωση το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Έ., δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:"... οι αιτούντες έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων που τους βαρύνουν, αφού έχουν ήδη παύσει τις πληρωμές προς τις πιστώτριές τους, οι οποίες έχουν καταγγείλει τις δανειακές συμβάσεις...δεν πρόκειται περί απλής δυσχέρειας στην αποπληρωμή των βαρυνουσών αυτούς οφειλών, αλλά για πλήρως αποδεδειγμένη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών, ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, κατάσταση στην οποία αυτοί περιήλθαν με δόλο, κατ' αποδοχή του προταθέντος από το έκτο εφεσίβλητο ΝΠΔΔ σχετικού ισχυρισμού του...
Ειδικότερα, οι αιτούντες κατά τα έτη 2005-2011, έλαβαν είκοσι επτά (27) συνολικά πιστωτικά προϊόντα (καταναλωτικά, επιχειρηµατικά, στεγαστικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες) από επτά (7) διαφορετικά πιστωτικά ιδρύµατα, προς τα οποία οφείλουν µέχρι σήμερα ποσό άνω των 300.000 ευρώ. Πλέον ειδικότερα, όταν ξεκίνησε η δανειοδότησή τους, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, κανείς εκ των αιτούντων δεν διέθετε εισοδήµατα τέτοιου ύψους ώστε αφενός µεν να καλύπτουν τις αναγκαίες δαπάνες διαβίωσής τους, οι οποίες, σύµφωνα µε τους ισχυρισμούς τους ανέρχονταν, το έτος 2015 τουλάχιστον, στο ποσό των 900,00 ευρώ μηνιαίως, αφετέρου δε να εξυπηρετούν τις δανειακές οφειλές τους.
Και ναι µεν αποδεικνύεται ότι κατά τα έτη 2006 έως και 2009 τα εισοδήµατα των αιτούντων ανέχονταν ετησίως στο ποσό των 40.000,00 ευρώ περίπου, υπήρξε δηλαδή σημαντική αύξηση των εισοδημάτων τους, έναντι αυτών που λάμβαναν τα προηγούμενα έτη, ωστόσο οι τελευταίοι, αντί να κάνουν συνετή διαχείριση, αποπληρώνοντας τις έως τότε δανειακές τους υποχρεώσεις, συνέχισαν να λαμβάνουν νέα πιστωτικά προϊόντα.
Αποτέλεσμα των ανωτέρω, ήταν ότι από το έτος 2010 και έπειτα, τα εισοδήματα των αιτούντων συρρικνώθηκαν στο μισό, καθώς η επιχείρηση του πρώτου αιτούντος άρχισε να αντιμετωπίζει δυσχέρειες λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα, οπότε απέμεινε προς διάθεση μόνο ο μισθός της δεύτερης απούσας, ο οποίος ωστόσο δεν επαρκούσε για την ταυτόχρονη κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων και των βιοτικών τους αναγκών, δεδομένου ότι είχαν να εξυπηρετήσουν και μηνιαία δόση περίπου 2.000,00 ευρώ, με αποτέλεσμα να μην απομένει προς διάθεση και για να καλύψουν τις συνολικές δαπάνες διαβίωσης κανένα ποσό.
Από τα ανωτέρω, συνεπώς, αποδεικνύεται ότι από ένα σημείο και μετά, και δη, κατά τα έτη 2010 και 2011, όταν οι αιτούντες κατάρτιζαν τις παραπάνω συμβάσεις, γνώριζαν ότι ενόψει των οικονομικών τους δυνάμεων και της εν γένει προσωπικής τους κατάστασης, η οποία δεν δικαιολογούσε την εκ μέρους τους προσδοκία περί σημαντικής αύξησης των εισοδημάτων τους, δεν θα είναι ενδεχομένως σε θέση να ανταποκριθούν στο μέλλον στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν και ότι θα ευρεθούν σε μόνιμη αδυναμία καταβολής τους και παρά τη γνώση αυτή προέβησαν στην κατάρτιση των οικείων συμβάσεων αποδεχόμενοι την ως άνω προοπτική.
Οι αιτούντες, συνεπώς, δεν επέδειξαν συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, διότι ενώ διέβλεπαν ως ενδεχόμενη την αδυναμία της αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους στο μέλλον, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα ανώτερο, ακόμη και από αυτό που τους επέτρεπαν τα εισοδήματά τους, επίπεδο διαβίωσης προέβαιναν σε συνεχή δανεισμό.
Χαρακτηριστικό είναι, μάλιστα, το γεγονός ότι τα περισσότερα από τα δανειακά προϊόντα που έλαβαν οι αιτούντες είναι καταναλωτικής πίστης, και δη, καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, τα οποία έχουν υψηλά επιτόκια, και σε κάθε περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι εξυπηρέτησαν κάποια επιτακτική τους ανάγκη.
Από τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδεικνύεται ότι οι αιτούντες ως οφειλέτες δημιούργησαν χρέη συνολικού ύψους, το έτος 2015, 321.986,20 ευρώ, και ήδη σήμερα παραπάνω, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, με τον αλόγιστο δανεισμό τους μέσα σε μόλις μια εξαετία, και δη με τη λήψη καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών από διαφορετικά πιστωτικά, ιδρύματα, των οποίων τα υψηλά επιτόκια μεγάλωναν τον κίνδυνο αφερεγγυότητάς τους.
Συνέχισαν δε, και όταν ήδη διαφαινόταν από την πορεία της επιχείρησης του πρώτου εξ αυτών το ενδεχόμενο της εμφάνισης ζημίας, να λαμβάνουν πιστώσεις, αποδεχόμενοι πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες. Είχαν, συνεπώς, οι αιτούντες ενδεχόμενο δόλο, καθόσον προέβλεψαν το εν λόγω αποτέλεσμα, ήτοι την περιέλευσή τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, ως πιθανό και το αποδέχθηκαν, ενώ, όπως ήδη ελέχθη, δεν αποδεικνύεται ότι ανέμεναν ή ήλπιζαν σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών τους, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής τους, ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε αναμενόμενη βελτίωση του οικογενειακού εισοδήματος τους, το οποίο, όπως με σαφήνεια καταδείχθηκε πιο πάνω, προερχόταν ουσιαστικά μόνο από τη μισθωτή εργασία της δεύτερης αιτούσας, χωρίς να διαθέτουν άλλους αξιόλογους οικονομικούς πόρους.
Σημειώνεται, μάλιστα, ότι κι αν ακόμη δεν είχε εμφανισθεί η ενσκήψασα στη χώρα το έτος 2010 οικονομική κρίση που εντάθηκε μετά το έτος 2012 και οδήγησε σε συρρίκνωση του εισοδήματος των αιτούντων, οι τελευταίοι θα είχαν και πάλι περιέλθει σε αδυναμία πληρωμών, αφού η συνολική καταβλητέα μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση των δανείων τους, ανήλθε μέχρι το ποσό των 2.000,00 ευρώ, ήτοι σε υπέρογκο σε σχέση με τα εισοδήματά τους ύψος, στο οποίο αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν...
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση που προβλήθηκε από τις παριστάμενες πρωτοδίκως πιστώτριες των αιτούντων, δεχόμενο ότι οι τελευταίοι εκ δόλου περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους και συνεπώς δεν δικαιούνται να υποβάλλουν την αίτηση που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ως άνω νόμου για ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή και συνακόλουθα απέρριψε την αίτησή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρµοσε και τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες - αιτούντες με το εκτιμώμενο ως δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου της έφεσής τους τυγχάνουν αβάσιμα κι εντεύθεν απορριπτέα...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Έ., με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την έφεση των αιτούντων ήδη αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 91/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Έ., που είχε κρίνει ομοίως. Το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν την επιβαλλόμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Τούτο διότι αναφέρονται στην απόφαση όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα, κατά την αναιρετικως ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι οι αναιρεσείοντες- σύζυγοι κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, γνώριζαν και σε κάθε περίπτωση είχαν προβλέψει την αδυναμία αποπληρωμής των ληφθέντων δανείων και αποδέχθηκαν τούτο.
Ειδικότερα το Δικαστήριο με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες προσδιορίζει αναλυτικά: (1) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβαν οι αιτούντες σύζυγοι και ήδη αναιρεσείοντες, είτε ως πρωτοφειλέτες, είτε ως εγγυητές, το οποίο κατά το έτος 2015 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 321.986,20 ευρώ, (2) Το οικογενειακό εισόδημα των αναιρεσειόντων συζύγων, κατά τα οικονομικά έτη 2003 έως 2014 και κατά τα φορολογικά έτη 2015 έως 2018. (3) Την ηλικία των αναιρεσειόντων (67 και 65 ετών αντίστοιχα), καθώς και ότι ο μεν 1ος αναιρεσείων διατηρούσε ατομική επιχείρηση (με κύριο αντικείμενο υδραυλικές εγκαταστάσεις και λιανικό εμπόριο επίπλων, φωτιστικών και άλλων ειδών οικιακής χρήσης, θερμοσιφώνων και φωτοβολταϊκών στοιχείων), έως τη διακοπή της δραστηριότητας αυτής την 1-11-2012, ότι έκτοτε είναι άνεργος και ότι υπέβαλε αίτηση συνταξιοδότησης στον ασφαλιστικό φορέα Ε.Φ.Κ.Α.
την 8-4-2020, η δε 2η αναιρεσείουσα ότι ήδη από το έτος 2014 είναι συνταξιούχος του ΙΚΑ. (4) Ότι κατά το χρόνο ανάληψης των ανωτέρω δανειακών υποχρεώσεων προέβησαν σε αλόγιστο δανεισμό αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο της αδυναμίας αποπληρωμής των χρεών τους προς τις πιστώτριες τράπεζες, ενόψει της επικείμενης διακοπής της δραστηριότητας του 1ου αναιρεσείοντος, της εντεύθεν ανεργίας του έως το χρόνο συνταξιοδότησης του και της επικείμενης συνταξιοδότησης της 2ης αναιρεσείουσας και την εξαιτίας αυτών μείωσης των εισοδημάτων τους και τέλος (5) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβαν έναντι των πιστωτικών ιδρυμάτων, υπερέβαιναν τις δυνατότητές τους, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν μετά την επικείμενη συνταξιοδότησή τους.
Τα περιστατικά αυτά, που το ως άνω Δικαστήριο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο οι αναιρεσείοντες, μπορούσαν να προβλέψουν ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές τους δυνατότητες, θα τους οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών τους και εντούτοις αποδέχτηκαν και επιδοκίμασαν την συμπεριφορά αυτή.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που περιλαμβάνονται στο αναιρετήριο, περί ευθείας παραβίασης των ως άνω διατάξεων, είναι απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως παραβιάσεις, ανάγονται σε ουσιαστικά επιχειρήματα των αναιρεσείοντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής, περί μη ύπαρξης από πλευράς τους, δόλου, ως προς την περιέλευσή τους σε αδυναμία πληρωμών, η οποία (εκδοχή) δεν έγινε δεκτή από το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Ομοίως, οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, περί ελλιπούς αιτιολογίας της πληττόμενης απόφασης, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο και πλήττουν της επί της ουσίας κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.
β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ. β' του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1683/2023, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 658/2022, ΑΠ 930/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 266/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Έ.. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ