Supreme Court allows lawyer fee appeal, remands case and orders bank to pay costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's partial rejection of a lawyer's fee claim against a bank. The court found the lower court erred by requiring unnecessary documentation for reimbursement and failing to properly account for prior payments under the Civil Code. Consequently, the appeal was granted, the case was remanded for retrial, and the bank was ordered to pay the lawyer's costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 AC; Art. 422, 423 AC: The right to claim professional fees is not exercised abusively when the court fails to deduct prior payments or requires irrelevant documentation for reimbursement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 843 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 843/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", και το διακριτικό τίτλο ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ….. και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Κουτρούμπα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ο. Δ. του Θ., κατοίκου Κορίνθου, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητος και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν η 13/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 594/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-4-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Η αναιρεσίβλητη και ο πληρεξούσιος της ζήτησαν την απόρριψη της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Υπόκειται προς κρίση η από 1-4-2019 με αριθμ. εκθ. καταθέσεως 15/2-4-2019 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της 594/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, εκδοθείσας κατ' αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και κατ' ουσίαν οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων μερών, εξαφανίστηκε η εκεί εκκαλουμένη 13/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας δικηγόρου περί καταβολής των αμοιβών με βάση τα κατώτατα όρια του Κώδικα Δικηγόρων (νδ. 3026/1954) για παρασχεθείσες δικηγορικές υπηρεσίες κατ' εντολήν της εναγομένης και εξόδων κατά το χρονικό διάστημα 2007έως και Απρίλιου 2013, δικάστηκε εκ νέου η αγωγή, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή για τα στο διατακτικό αναφερόμενα χρηματικά ποσά, αφού απορρίφθηκαν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν οι ενστάσεις περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος και εξοφλήσεως.
Η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. 2. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Εξ` άλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελαχίστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1, 98, 100 επ.
του ΝΔ 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" (Ολ.ΑΠ 10/2012, ΑΠ 1453/2018, ΑΠ 229/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.
Έτσι, πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Αν η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, υποβαλλόμενα συγχρόνως για το παραδεκτό τους κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, επαναφερόμενα νομοτύπως στο δεύτερο και συνδεόμενα με το αίτημα του ενισταμένου, αποτελούν καθένα χωριστά, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 88/1980), η μη λήψη δε υπόψη από το Εφετείο ενός ή περισσοτέρων από αυτά, που προτάθηκαν παραδεκτώς, στοιχειοθετεί τον από την τελευταία αυτή διάταξη λόγο αναιρέσεως. (ΑΠ 528/2021, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 1451/2017). 3.
Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα παραδεκτώς επισκοπούμενα, η εναγομένη με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, επανέφερε την προταθείσα παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος με το ακόλουθο πραγματικό:
Ότι η ενάγουσα, παρότι γνώριζε από την έναρξη της κατά το έτος 2000 συνεργασίας τους ότι η νόμιμη αμοιβή της ορίζονταν με βάση τα ελάχιστα όρια του νδ. 3026/1954, συμφώνησε να αμείβεται με αμοιβή μικρότερη από την ελάχιστη προβλεπόμενη στον Κώδικα περί δικηγόρων. Ότι την ανωτέρω υφιστάμενη μεταξύ τους συμφωνία η ενάγουσα αποδέχθηκε και με βάση τον υπογραφέντα από την ίδια από 1-9-2010 πίνακα αμοιβών με την εκεί δήλωσή της περί ανεπιφύλακτης αποδοχής των σ' αυτόν μικρότερων αμοιβών της, αποβλέποντας στην απόκτηση σταθερής συνεργασίας, στην συγκέντρωση μεγάλου όγκου υποθέσεων και στην συνεπαγόμενη απόδοση ικανοποιητικού εισοδήματος με εργασία απλή, ομοιόμορφη και τυποποιημένη (κατά βάση έκδοση διαταγών πληρωμής, συναινετικές προσημειώσεις και ελέγχους τίτλων).
Ότι στα πλαίσια των ανατεθεισών σ' αυτήν εντολών κατά τη διάρκεια της δωδεκαετούς συνεργασίας τους έλαβε για την παροχή των νομικών υπηρεσιών της ως αμοιβή της ποσά με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία υπολειπόμενα των ανωτέρω νομίμων, χωρίς να διατυπώσει επιφύλαξη ή διαμαρτυρία ως προς το ύψος τους, ούτε αιτήθηκε τη δικηγορική της αμοιβή με βάση τα ελάχιστα όρια του Κώδικα περί Δικηγόρων, αποδεχόμενη τον τρόπο αυτό της αμοιβής.
Ότι η συμπεριφορά της τελευταίας να εισπράττει χωρίς καμία επιφύλαξη τα ανωτέρω συμφωνηθέντα ποσά επί μακρό χρόνο χωρίς να δηλώνει ότι η ίδια διατηρεί αξιώσεις για την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή της και η σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ αυτής και των οργάνων της εναγομένης δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση στα όργανα της τελευταίας ότι η εντολοδόχος δικηγόρος δεν θα υπαναχωρήσει από τα συμφωνηθέντα και έτσι η εναγομένη απώλεσε τη δυνατότητα να επιλέξει συμφερότερους όρους εκπροσώπησής της με την ανάθεση διεκπεραίωσης των υποθέσεων σε δικηγόρο με πάγια αντιμισθία και ακόμη να μην υποστηρίξει δικαστικά υποθέσεις για τις οποίες δεν θα είχε οικονομικό συμφέρον.
Ότι με την ανωτέρω συμπεριφορά της η ενάγουσα και τη διαμορφωθείσα κατάσταση επέτυχε να συγκεντρώνει κατ' έτος αυξανόμενο όγκο υποθέσεων και να εξασφαλίσει σεβαστό εισόδημα ενόψει του ότι κατά το διάστημα των ετών 2008 έως 2014 τιμολόγησε αμοιβές ποσού 637.628,52 ευρώ. Ότι η ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε εξαιτίας της προηγηθείσας της ασκήσεως της επιδίκου αξιώσεως συμπεριφοράς της ενάγουσας που επιδιώκεται με την άσκηση της ενδίκου αγωγής επάγεται για την εντολέα δυσμενείς συνέπειες και ότι η με τα περιστατικά αυτά αξίωση ασκείται καταχρηστικώς, ως υπερβαίνουσα τα υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφόμενα όρια.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον ανωτέρω με λόγο έφεσης επαναφερθέντα ισχυρισμό της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του ασκούμενου δικαιώματος, απέρριψε με τις ακόλουθες αιτιολογίες επί λέξει "Ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής δεν κρίνεται ότι υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, δεν δημιουργεί δυσανάλογη επιβάρυνση στην εναγόμενη εταιρεία και πρέπει να απορριφθεί".
Όμως, επί των προαναφερόμενων λοιπών ισχυρισμών της εναγομένης δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση του Εφετείου θετικές ή αρνητικές παραδοχές και συνακόλουθη σχετική κρίση, δηλαδή δεν λήφθηκαν καθόλου υπόψη από το Εφετείο, όπως από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αποφάσεώς του προκύπτει. Οι ανωτέρω προβληθέντες από την αναιρεσείουσα ως άνω ισχυρισμοί θα μπορούσαν συνολικώς εκτιμώμενοι με τους υπόλοιπους που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την εκ του άρθρου 281 ΑΚ προαναφερθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας, να θεμελιώσουν την ένσταση αυτή.
Επομένως ο λόγος της αιτήσεως, κατά το τρίτο μέρος αυτού, από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
4. Κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Ο οφειλέτης, εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους και ισχυριζόμενος απόσβεση αυτού με καταβολή, αρκεί να αποδείξει την καταβολή αυτή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η γενομένη καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού μόνο γι` αυτό είναι η διαφορά (ΑΠ 666/2020, ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 1927/2008).
Ο δανειστής, ωστόσο, δικαιούται, κατ` αντένσταση, να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η προβαλλόμενη καταβολή αφορά άλλο χρέος του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επιδίκου χρέους, είτε κατόπιν συμφωνίας, είτε με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου χρέους, από τα περισσότερα χρέη, με βάση το άρθρο 422 εδ.α` ΑΚ (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 1927/2008, ΑΠ 1988/2006, ΑΠ 1439/ 2005).
Ειδικότερα, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 422 ΑΚ, για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός έχει περισσότερα χρέη, η οποία είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή.
Και ναι μεν ο δανειστής δεν έχει ποτέ το δικαίωμα να ορίσει μονομερώς το χρέος που θα εξοφληθεί, ο οφειλέτης, όμως, μπορεί να συμφωνήσει, ρητά ή σιωπηρά, στον προσδιορισμό που προτείνει ο δανειστής, οπότε πλέον ο καταλογισμός δεν γίνεται με βάση το άρθρο 422 ΑΚ, αλλά κατά τη συμφωνία των μερών (άρθρο 361 του ιδίου Κώδικα).
Έτσι, υπάρχει, συμπερασματικά συναγόμενη, (σιωπηρή) αποδοχή της πρότασης καταλογισμού του δανειστή από τον οφειλέτη, όταν ο τελευταίος δεν όρισε κατά την καταβολή κάτι σχετικό, ενώ ο δανειστής προσδιόρισε που θα καταλογισθεί το καταβαλλόμενο και ο οφειλέτης, χωρίς να φέρει αντίρρηση, προέβη στην καταβολή (ΑΠ 370/2001).
Αν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών ως προς τον τρόπο του καταλογισμού, ούτε ο οφειλέτης άσκησε το κατά το εδάφιο α` του άρθρου 422 ΑΚ προσδιοριστικό του δικαίωμα, το οποίο είναι δεσμευτικό έναντι του δανειστή, η παροχή καταλογίζεται με βάση τα αναφερόμενα στο εδάφιο β` του ίδιου άρθρου κριτήρια (ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 250/2002, ΑΠ 543/1996).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 423 ΑΚ, αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής, αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό. Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 423 ΑΚ, οι οποίες θεσπίσθηκαν, κατά την αντίληψη του πρακτικού βίου και των συναλλακτικών ηθών και είναι ενδοτικού δικαίου, προκύπτει ότι α) μπορούν οι συμβαλλόμενοι να συμφωνήσουν, έστω και σιωπηρά, διαφορετικό καταλογισμό και β) αν δεν υπάρξει τέτοια σύμβαση, μόνο αν ο οφειλέτης ορίσει άλλη σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ.1 του άρθρου αυτού και ο δανειστής έλαβε και κράτησε την παροχή, όπως όρισε τον καταλογισμό της ο οφειλέτης, είναι υποχρεωμένος ο δανειστής να την καταλογίσει σύμφωνα με τη θέληση του οφειλέτη.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν υπάρξει συμφωνία και ο οφειλέτης καταβάλει χωρίς να ορίσει σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ.1, θα ισχύσει η τελευταία. Άρα, στον οφειλέτη εναπόκειται να ισχυρισθεί (και σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει) ότι συμφώνησε με το δανειστή ή ότι όρισε σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην §1, ώστε να μην ισχύσει η τελευταία (ΑΠ 237/2018, ΑΠ 150/2000, ΑΠ 535/1994).
Πάντως, σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχουν περισσότερα ομοειδή χρέη, καθένα από τα οποία αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ο καταλογισμός γίνεται, πρώτα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 422 ΑΚ και στη συνέχεια, ως προς το καθένα από τα χρέη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 423 ΑΚ. (ΑΠ 1653/2011). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.
α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). 5.
Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας σε σχέση με τον ισχυρισμό της εναγομένης περί εξόφλησης των υπό στοιχεία Β110 έως Β206 κονδυλίων, δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα: Ότι οι εμφαινόμενες καταβολές στην προς απόδειξη της ένστασης εξόφλησης προσκομιζόμενη από την εναγομένη κατάσταση πληρωμών, υπό τη μορφή πιστωχρεώσεων, υπογραφόμενη από τους υπαλλήλους της γενικής διεύθυνσης των νομικών υπηρεσιών της, είναι χωρίς καμία εξειδίκευση, με τρόπο συγκεντρωτικό χωρίς να προκύπτει από κανένα στοιχείο ο λόγος για τον οποίο γίνεται η κάθε καταβολή, αν αυτή αφορά σε προκαταβολή έναντι αμοιβής, έξοδα για συγκεκριμένη υπόθεση, αμοιβή της ενάγουσας για συγκεκριμένη υπόθεση και κατόπιν τούτων δεν αποδεικνύεται η εξόφληση των κονδυλίων που η εναγόμένη ισχυρίζεται.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο κατ'ουσίαν τον πέμπτο λόγο έφεσης της εναγομένης, εδώ αναιρεσείουσας, με τον οποίο είχε επαναφερθεί νομίμως ενώπιον του Εφετείου ο ισχυρισμός της περί εξόφλησης.. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο καταβολές της εναγόμενης προς την ενάγουσα και αξιώνοντας περαιτέρω και το λόγο της καταβολής κάθε επί μέρους ποσού παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις που αναφέρονται ανωτέρω στον αρ. 4 της παρούσας, καθόσον απαίτησε για την απόσβεση των ενδίκων αξιώσεων λόγω καταβολής στοιχεία που δεν απαιτούνται, αφού το δικαστήριο κατά την έρευνα της ένστασης εξόφλησης όφειλε να καταλογίσει τα χρέη κατά τη τάξη των άρθρων 422, 423 ΑΚ ενόψει και του ότι από την προσβαλλόμενη δεν προκύπτει ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας ότι οι εμφαινόμενες καταβολές αφορούν άλλα χρέη προς αυτήν της αναιρεσείουσας - εναγομένης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
6. Με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός εκείνον που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η έρευνα των λόγων της αιτήσεως ,του πρώτου κατά το πρώτο και δεύτερου μέρος του και του δεύτερου κατά το δεύτερο μέρος του, αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
Με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 450 ευρώ κατ'απόφασης του Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη της αναίρεσης ως απαράδεκτης από το Δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αρ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας αντίστοιχα) και 592 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ (γαμικές διαφορές και οικογενειακές διαφορές αντίστοιχα).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης από 1-4-2019 και μ' αριθμό κατάθεσης 15/2-4-2019 αίτησης αναίρεσης κατά της 594/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που αφορά διαφορά μεταξύ των διαδίκων από αμοιβές της ενάγουσας δικηγόρου κατά της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, η τελευταία, ως αναιρεσείουσα, προέβη στην επισύναψη του μ' αριθμό 267572771959 0531 0045 παραβόλου ύψους 450 ευρώ για το παραδεκτό της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 2/2015, ΑΕΔ 3, 4/2014)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΑΝΑΙΡΕΙ την 594/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ