Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling arguments lack independent factual basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the lower court's award of damages for mental suffering. The appellant argued that the relationship between the insured and the deceased victim was too close to justify the compensation amount, but the court found this merely an argument rather than an independent factual claim. Consequently, the appeal was rejected because the contested reasoning did not constitute a separate ground for review under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 577(1) of the Code of Civil Procedure; Arguments derived from evidence evaluation lack independent factual status and cannot serve as grounds for appeal unless they constitute a distinct claim challenging the judgment's substantive outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 843 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 843/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..", που εδρεύει στην …... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-2-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Α. του Α., 2) Χ. συζ. Κ. Α., το γένος Π. Π., 3) Α. Α. του Κ., 4) Π. Π. του Χ. και 5) Α.συζ. Π. Π., κατοίκων ….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τζούμα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 13-2-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με τις από 14-2-2012, 1-3-2012 αγωγές και από 8-3-2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 358/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 266/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-1-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 4-1-2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, υπ' αριθμ 266/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων κατά το μέρος που έκανε δεκτό το μοναδικό λόγο της έφεσης των νυν αναιρεσιβλήτων που αφορούσε την αύξηση του ύψους της χρηματικής ικανοποίησής τους λόγω ψυχικής οδύνης και απέρριψε την αντέφεση της αναιρεσείουσας.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα, πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει, τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, επί θανατώσεως το βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται κατ' αρχήν στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου.
Ωστόσο, όπως από το ανωτέρω άρθρο προκύπτει, σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά, ως προς το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1170/2019, ΑΠ 1399/2018, ΑΠ 1623/2017).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1299/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, τα ποσά των 130.000 ευρώ σε κάθε ένα από τους πρώτο και δεύτερη αναιρεσίβλητους, πατέρα και μητέρα της θανούσας, αντίστοιχα και το ποσό των 20.000 ευρώ σε κάθε ένα από τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, παπούδες και γιαγιά αντίστοιχα, της θανούσας, παραβίασε ευθέως κατά τον προσδιορισμό τους την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον τα επιδικασθέντα ποσά υπερβαίνουν αισθητώς τα όρια των συνήθως επιδικαζομένων ποσών σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμό 266/2018 απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι την 05.04.2009 και περί ώρα 19:05', το ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του υπ' αριθ. Κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτ/το, οδηγούμενο από τον Ε.
Ε. και κινούμενο επί της Επ.Ο. …., με κατεύθυνση προς Μ., εξετράπη της πορείας του και συγκρούσθηκε με το -αντιθέτως κινούμενο- υπ' αριθ. Κυκλοφ. ... Δ.Χ.Φ. αυτ/το, με συνέπεια, μεταξύ άλλων, τον θανάσιμο τραυματισμό του ανωτέρω οδηγού του, Ε. Ε., και της συνοδηγού του, Π. Α. Με την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλετο σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ως άνω ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα υπ' αριθ.
Κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτ/του, Ε. Ε.. Όσον αφορά τα προσβληθέντα με την ως άνω έφεση των αναιρεσιβλήτων κεφάλαια χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, επί της από 10-6-2011 αγωγής των εναγόντων, Κ. Α. κ.λπ., αποδείχθηκε ότι η ηλικίας 19 ετών, κατά το χρόνο του θανάτου της, Π.
Α., μοναδικό τέκνο του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων αυτής της αγωγής, Κ. Α., 42 ετών και Χ. Α., 41 ετών και εγγονή των λοιπών εναγόντων, διέμενε στο ... με τους γονείς της, με τους οποίους ζούσε αρμονικά. Αποτελούσαν δε μια πολύ αγαπημένη οικογένεια, έχοντας αναπτύξει μεταξύ τους ισχυρούς δεσμούς αγάπης, στοργής και αφοσίωσης.
Το ίδιο ισχυρούς δεσμούς διατηρούσε η αποβιώσασα και με τη γιαγιά της από την μητρική γραμμή, ηλικίας 67 ετών και με τον παππού της, τόσο της πατρικής όσο και της μητρικής γραμμής, 72 και 69 ετών αντίστοιχα, τους οποίους επισκεπτόταν συχνά. Μετά δε από τον αιφνίδιο θάνατό της με τον παραπάνω τρόπο, όλα τα ανωτέρω πρόσωπα υπέστησαν αβάσταχτο πόνο και ψυχική οδύνη, αποτιμώμενη σε εύλογη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, χρηματική ικανοποίηση.
Επομένως, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο θάνατος της επιβαίνουσας του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Π. Α., την αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου της εναγομένης εταιρείας, Ε. Ε., σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, το ιδιαίτερα νεαρό της ηλικίας στην οποία βρισκόταν η θανούσα, κατά τον χρόνο απώλειας της ζωής της, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των εναγόντων (όχι της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 1114/2000 ΕλΔνη 41,1591), το μέγεθος της θλίψης και τον ψυχικό πόνο, τον οποίο δοκίμασαν οι εν λόγω ενάγοντες από τον αιφνίδιο θάνατο ενός τόσο προσφιλούς τους προσώπου, κρίνει ότι η εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων πρέπει να ανέλθει, κατά παραδοχή της κρινομένης αγωγής, στα ακόλουθα ποσά: 1.
Για καθέναν από τους γονείς της (πρώτο και δεύτερη των εναγόντων) στο χρηματικό ποσόν των 130.040 ευρώ, 2. Για καθέναν από τους παππούδες και τη γιαγιά της (τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων) στο χρηματικό ποσόν των 20.000 ευρώ. Από το ανωτέρω ποσό των 130.040 ευρώ που επιδικάστηκαν σε καθέναν από τους γονείς της θανούσης, πρέπει να αφαιρεθεί το χρηματικό ποσό των 40 ευρώ, ως προς το οποίο, αυτοί επιφυλάχθηκαν να το διεκδικήσουν παριστάμενοι ως πολιτικώς ενάγοντες, ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου.
Συνεπεία των ανωτέρω, πρέπει, η από 10-6-2011 αγωγή να γίνει δεκτή και ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να καταβάλλει στους ενάγοντες, τα προαναφερθέντα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση...".
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την με αριθμό κατ. 163/5-5-2017 αντέφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την με αριθμό κατ. 27/11-4-2017 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης 358/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που είχε επιδικάσει, για την πιο πάνω αιτία, μικρότερου ύψους ποσά (σε ευρώ, 90.000 για καθένα από τους γονείς της θανούσας και 15.000 για καθένα από τους παππούδες και τη γιαγιά της θανούσας), την εξαφάνισε, κατά τούτο, και, δικάζοντας επί της κρινόμενης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, τη δέχθηκε, κατά ένα μέρος, και επιδίκασε τα παραπάνω ποσά.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων, λόγω ψυχικής οδύνης, στα πιο πάνω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε εν προκειμένω η προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχή της αναλογικότητας καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 932 παρ. 1 του ΑΚ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 677/2019, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015).
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη κατά το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, τον προταθέντα με τις προτάσεις της στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό της και τον οποίο πρότεινε εκ νέου με την αντέφεσή της, ότι ο υπαίτιος του θανάτου της θυγατέρας και εγγονής των αναιρεσιβλήτων δεν ήταν ένα τυχαίο τρίτο πρόσωπο ή ένας απλός γνωστός ή φίλος της, αλλά ο άνθρωπος με τον οποίο διατηρούσε σοβαρότατο προσωπικό και συναισθηματικό δεσμό και σχεδίαζε να έλθει "εις γάμου κοινωνία", ο οποίος στενός προσωπικός δεσμός αποτελούσε εξαιρετικά σημαντική παράμετρο την οποία όφειλε να σταθμίσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τον υπολογισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης ένεκα ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων.
Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως απαράδεκτος, διότι δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια, όπως εν προκειμένω ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ο οποίος δεν αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, δεν στηρίζει ένσταση ή αντένσταση της αναιρεσείουσας, αλλά πρόκειται για επιχείρημά της (νομικό και πραγματικό) που κατατείνει σε απόκρουση - άρνηση της αγωγής, αντλούμενο από τις αποδείξεις.
Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, που τείνει στην παρακώλυση ή κατάλυση δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων ως εναγόντων, το φερόμενο κατά την αναιρεσείουσα γεγονός της "στενής σχέσεως του ασφαλισμένου της -αποκλειστικά υπαιτίου της θανατώσεως της συγγενούς των αναιρεσιβλήτων Π.
Α. και αυτής-, αφού η σχέση υπαιτίου θύματος δεν αποτελεί κριτήριο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για τα μέλη της οικογενείας του θύματος, που δοκίμασαν τον ψυχικό πόνο από την απώλειά του, ούτε καν αφορά την αρχή της αναλογικότητος. Το άρθρο 932 ΑΚ παρέχει δυνητική ευχέρεια στον δικαστή της ουσίας να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τεθέντα πραγματικά περιστατικά, που όπως παγίως νομολογείται, είναι:
α) ο βαθμός πταίσματος του υπαιτίου, β) το τυχόν συντρέχον πταίσμα του θύματος, γ) το είδος της προσβολής, δ) η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, ε) οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και επί θανατώσεως προσώπου στ) ο βαθμός συγγενείας των εναγόντων με το θύμα και ο βαθμός συναισθηματικής σύνδεσής τους με το θύμα, ζ) η ηλικία του θύματος και η μέχρι τη θανάτωσή του κατάσταση της υγείας του, η) η ηλικία και ευαισθησία των εναγόντων, θ) ο πόνος και η οδύνη που δοκίμασαν τα μέλη της οικογένειας του θύματος - ενάγοντες, ι) η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών (ΑΠ 1170/2019, ΑΠ 777/2018).
Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 3 Κ.Πολ.Δ, και γ) να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους ηττήθηκε, οι οποίοι παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 266/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.