Supreme Court dismisses appeal on excessive price sale, ruling abstract debt promise valid without proof of cause.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision rejecting her complaint regarding an excessive price sale. The appellant argued that the abstract promise of debt and banknotes lacked a valid cause, claiming the money was merely a down payment rather than compensation for construction work. The court rejected this, finding sufficient evidence that the banknotes represented payment for additional construction services and that the partial deposit did not offset the total debt, thereby validating the contract terms.
Legislator headnote
AI generatedArticles 513, 1033, 873, 904 of the Civil Code; Article 17 of Law 5325/1932: A contract for the sale of immovable property with an excessive price is voidable only if the buyer proves the cause for the excess; an abstract promise of debt does not require the creditor to prove the cause of issuance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 843 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Άρθρα 513, 1033, 873, 904 ΑΚ 1, 17 ν. 5325/1932. Πώληση ακινήτου και τίμημα υπέρτερο του αναγραφόμενου σε συμβολαιογραφικό έγγραφο. Είναι άκυρη η σύμβαση κατά το υπερβάλλον. Προϋποθέσεις αναζήτησής του από τον αγοραστή με 904 επ. ΑΚ. Αφηρημένη υπόσχεση χρέους και παράλληλη έκδοση συναλλαγματικών. Ο ανακόπτων ή εναγόμενος μπορεί να αμφισβητήσει την αιτία του χρέους (με ένσταση από 904 ΑΚ) οπότε πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει τα περιστατικά που καθιστούν αδικαιολόγητα πλουσιότερο τον δικαιούχο. Λόγοι αναίρεσης από 559 αρ.1, 19 Κ.Πολ.Δικ. αβάσιμοι .
Αριθμός 843/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Ν. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Νάστο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Φ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Χρυσαφίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Μαρτίου 2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 566/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την 21.10.2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ λόγου αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με την παρούσα έκθεση και την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ενοχή από συναλλαγματική είναι αναιτιώδης, διότι μεταξύ των κατά το άρθρο 1 του ν. 5325/1932 αναφερόμενων στοιχείων δεν συναριθμείται και η αιτία εκδόσεώς της, ο δε εκδότης ή κομιστής αυτής ασκώντας την αξίωσή του δεν έχει υποχρέωση να επικαλεσθεί και να αποδείξει την αιτία εκδόσεως και αποδοχής της συναλλαγματικής.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 17 του ν.5325/ 1932, 873, 904 επ. ΑΚ, 632 παρ.1, 633 παρ. 2 και 583 επ. του Κ.Πολ.Δικ προκύπτει ότι ο ενεχόμενος από συναλλαγματική κατά του οποίου έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, μπορεί να προτείνει με ανακοπή ενστάσεις κατά του υπαρκτού της απαιτήσεως (Ολ.Α.Π. 10/1997), δηλαδή να επικαλεσθεί τη βασική αιτιώδη σχέση που συνδέει αυτόν με τον ενάγοντα-δέκτη της υποσχέσεως και να αντιτάξει κατ' ένσταση το παράνομο ή το ανύπαρκτο της αιτίας, όπως και τα ελαττώματα αυτής (ΑΠ 351/1998), θεμελιώνοντας, κατόπιν παραθέσεως των αναγκαίων περιστατικών, ισχυρισμό περί του ότι ο ενάγων απέκτησε σε βάρος του περιουσιακό στοιχείο με το οποίο επλούτισε αδικαιολόγητα (ΑΠ 1566/ 2001, 417/2000).
Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 873 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εναγόμενος από αφηρημένη αναγνώριση χρέους για ανύπαρκτη αιτία προστατεύεται από τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, δικαιούμενος να αντιτάξει κατ' ένσταση το ανύπαρκτο της αιτίας και να ελευθερωθεί έτσι, ως έχοντας αναγνωρίσει χρέος χωρίς νόμιμο λόγο (Α.Π. 377/2003).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 861/1984). Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, κατόπιν παραδοχής σχετικού λόγου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, εξαφανίσθηκε η τελευταία και απορρίφθηκε η ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά διαταγής πληρωμής, που είχε εκδοθεί με βάση τρεις συναλλαγματικές αποδοχής της αναιρεσείουσας, συνολικού ποσού 24.000 ευρώ, το Εφετείο ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το .../19.11.2004 προσύμφωνο-εργολαβικό του Συμβολαιογράφου Λάρισας Α.
Παπαστεργίου, η κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ Λ. Σ. και Π. Φ.", της οποίας μέλος είναι ο καθού, ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής σε οικόπεδο συνιδιοκτησίας της ανακόπτουσας και των Α., Π. και Ι. Τ., το οποίο βρίσκεται στη Λάρισα στη συνοικία ..., στο 227Β Ο.Τ.
μεταξύ των οδών ... . Με το ίδιο εν λόγω προσύμφωνο η ως άνω κοινοπραξία ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στην ανακόπτουσα το Α1 διαμέρισμα συνολικού εμβαδού 97,01 τ.μ., την ΑΠ - 5 αποθήκη και τον Ρ4 χώρο στάθμευσης, παραδοτέα μέχρι την 19-11-2006. Ακολούθως, δυνάμει του .../16-9-2005 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Λάρισας Σ.
Χρυσοπούλου η παραπάνω κοινοπραξία επώλησε στην θυγατέρα της ανακόπτουσας Ι. Τ. το Α2 διαμέρισμα της ίδιας οικοδομής συνολικού εμβαδού 115,84 τ.μ., την Α4 αποθήκη και τον Ρ6 χώρο στάθμευσης, παραδοτέα επίσης μέχρι την 19-11-2006. Η συνολική αντικειμενική αξία των εν λόγω οριζοντίων ιδιοκτησιών, η οποία αναγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο είναι αυτή των 51.012,77 ευρώ, ενώ το πραγματικά συμφωνηθέν τίμημα ανέρχεται σε 68.000 ευρώ που δεν αναγράφεται στο συμβόλαιο για φορολογικούς λόγους της αγοράστριας (βλ.
και την κατάθεση της μάρτυρα του καθού η ανακοπή που είπε: "Η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 68.000 ευρώ και η αντικειμενική 51.000 ευρώ"). Το τίμημα αυτό ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην πωλήτρια κοινοπραξία για λογαριασμό της αγοράστριας κόρης της η ανακόπτουσα με τραπεζικό δάνειο που θα έπαιρνε στο όνομά της.
Όπως δε αναγράφηκε ρητώς στο άνω συμβόλαιο, το αναγραφόμενο σε αυτό τίμημα (των 51.012,77 ευρώ) έπρεπε να καταβληθεί στην πωλήτρια σε διάστημα τεσσάρων μηνών από την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου. Το επιπλέον όμως του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο ως άνω ποσό των 17.000 ευρώ του τιμήματος, καταβλήθηκε στην πωλήτρια την ίδια ημέρα της υπογραφής του συμβολαίου (16-9-2005) με την παράδοση στον καθού από την ανακόπτουσα της ...
ισόποσης επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς που εξέδωσε η ανακόπτουσα σε διαταγή του καθού η ανακοπή (βλ. το προσκομιζόμενο αντίγραφο της εν λόγω επιταγής). Επίσης σε εξόφληση του τιμήματος του ως άνω πωληθέντος διαμερίσματος καταβλήθηκε στη συνέχεια και μάλιστα την 30-9-2005 και 31-3-2006 αντίστοιχα, από την ανακόπτουσα στην πωλήτρια το ποσό των 49.000 ευρώ με τις ...
και ... επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς που εξέδωσε η ανακόπτουσα σε διαταγή της πωλήτριας, ποσού 40.000 ευρώ και 9.000 ευρώ αντίστοιχα (βλ. τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των εν λόγω επιταγών). Περαιτέρω, την ίδια ως άνω ημέρα υπογραφής του εν λόγω πωλητηρίου συμβολαίου (16-9-2005) υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αναγνώρισης χρέους, στην οποία η ανακόπτουσα δηλώνει ότι αναγνωρίζει ρητά και χωρίς όρους και επιφυλάξεις ότι οφείλει στον καθού το ποσό των 24.000 ευρώ το οποίο υπόσχεται να καταβάλει τμηματικά ως εξής: 1) ποσό 9.000 ευρώ μέχρι την 30-3-2006, 2) ποσό 15.000 ευρώ μέχρι και την 31-12-2006.
Όπως αναφέρεται επίσης στην εν λόγω σύμβαση ο καθού εξέδωσε στην Λάρισα την ίδια ημέρα τρεις συναλλαγματικές τις οποίες αποδέχθηκε η ανακόπτουσα, της πρώτης ποσού 4.000 ευρώ με ημερομηνία πληρωμής 30-3-2006, της δεύτερης ποσού 5.000 ευρώ με ημερομηνία πληρωμής επίσης 30-3-2006 και της τρίτης ποσού 15.000 ευρώ με ημερομηνία πληρωμής 30-12-2006.
Οι συναλλαγματικές αυτές είναι οι ένδικες για τις οποίες εκδόθηκε με αίτηση του καθού σε βάρος της ανακόπτουσας η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, λόγω μη πληρωμής τους από την ανακόπτουσα. Στην εν λόγω σύμβαση αναγνώρισης χρέους δεν αναγράφεται η αιτία για την οποία έγινε αυτή, συνομολογείται όμως από τους διαδίκους ότι τα ποσά τα οποία αναγνώρισε με αυτήν ότι οφείλει στον καθού η ανακόπτουσα και για τα οποία κατά τα προεκτεθέντα εκδόθηκαν οι ένδικες συναλλαγματικές, αφορούν σε πρόσθετες εργασίες που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να γίνουν στα δύο ως άνω διαμερίσματα (της ανακόπτουσας και της κόρης της).
Ισχυρίζεται περαιτέρω η ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της ότι εξόφλησε τα εν λόγω ποσά, ενώ με τον δεύτερο λόγο ανακοπής ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω πρόσθετες εργασίες δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ από τον καθού και επομένως δεν του οφείλει τα αντίστοιχα ένδικα ποσά. Οι ισχυρισμοί αυτοί - λόγοι της ανακοπής - πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι για τους εξής λόγους:
Το ποσό των 17.000 ευρώ που δόθηκε κατά τα προεκτεθέντα από την ανακόπτουσα στον καθού με την ως άνω επιταγή, καταβλήθηκε σε αυτόν όχι για τις πρόσθετες εργασίες στις οποίες αφορούν οι ένδικες συναλλαγματικές αλλά, όπως προαναφέρθηκε, ως μέρος του τιμήματος του πωληθέντος Α2 διαμερίσματος. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι το εν λόγω ποσό των 17.000 ευρώ που αποτελεί μέρος δανείου που χορηγήθηκε στην ανακόπτουσα από την Τράπεζα Πειραιώς (βλ.
σχετικά και την κατάθεση της μάρτυρα κόρης της) δόθηκε στην ανακόπτουσα την ίδια ημέρα που υπογράφηκε το πωλητήριο συμβόλαιο και συμφωνήθηκε η εκτέλεση προσθέτων εργασιών (16.9.2005). Δεν είναι λοιπόν πειστικός ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι έδωσε το ως άνω ποσό για τις πρόσθετες εργασίες που θα εκτελούνταν μελλοντικά και που όφειλε κατά τα συμφωνηθέντα με την ως άνω σύμβαση αναγνώρισης χρέους να αρχίσει να πληρώνει η ανακόπτουσα την 30.3.2006, δηλαδή πεντέμιση μήνες αργότερα.
Επιπλέον, η ανακόπτουσα δεν έλαβε σχετική απόδειξη για το ποσό αυτό που κατέβαλε κατά τους ισχυρισμούς της έναντι των ενδίκων συναλλαγματικών, ούτε και τα σώματα των συναλλαγματικών που αντιστοιχούσαν στο καταβληθέν ποσό, ενώ στο από 27.11.2006 εξώδικό της που απηύθυνε στον καθού, παραπονούμενη για αντισυμβατική συμπεριφορά του τελευταίου ως προς την κατασκευή του διαμερίσματός της, του ζητεί να της επιστρέψει τις συναλλαγματικές ποσού 9.000 ευρώ που του έχει καταβάλλει, χωρίς να κάνει κανένα λόγο για την τρίτη συναλλαγματική, ή για οποιοδήποτε ποσό που του είχε δώσει έναντι αυτής.
Περαιτέρω, η ανακόπτουσα με το από 19.12.2006 εξώδικό της που κοινοποίησε στον καθού την ίδια ημέρα, κάλεσε αυτόν να προσέλθει για να του καταβάλει το ποσό των 7.000 ευρώ (που κατά τους ισχυρισμούς της αποτελούσε το υπόλοιπο της οφειλής της από τις ένδικες συναλλαγματικές), ζητώντας του παράλληλα να της επιστρέψει τις συναλλαγματικές αυτές.
Επειδή δε ο καθού δεν προσήλθε προς τούτο, η ανακόπτουσα παρακατέθεσε το εν λόγω ποσό για λογαριασμό του καθού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, καταθέτοντας στη συνέχεια το σχετικό γραμμάτιο στη Συμβολαιογράφο Λάρισας Μ. Ραχωβίτου. Η εν λόγω δημόσια κατάθεση όμως δεν επέφερε απόσβεση της ενοχής της ανακόπτουσας αφού η τελευταία δεν προέβη στην προσήκουσα καταβολή προς τον καθού.
Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, η ανακόπτουσα προσέφερε στον καθού το άνω ποσό των 7.000 ευρώ ως υπόλοιπο της οφειλής της από τις ένδικες συναλλαγματικές, παρότι αυτή δεν του είχε καταβάλει κατά τα προεκτεθέντα κανένα ποσό προς εξόφληση αυτών, ενώ παράλληλα του ζητούσε την επιστροφή των σωμάτων αυτών. Επομένως, ο λόγος της ανακοπής που αναφέρεται στην εξόφληση του ενδίκου χρέους είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Αλλά και ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, κατά τον οποίο οι συμφωνηθείσες μεταξύ των διαδίκων πρόσθετες εργασίες που έπρεπε να γίνουν από τον καθού στα ως άνω διαμερίσματα, δεν έγιναν από αυτόν, οπότε δεν οφείλεται από την ανακόπτουσα στον καθού το ποσό των ενδίκων συναλλαγματικών, πρέπει απορριφθεί ως αβάσιμος.
Και τούτο διότι, όπως προέκυψε, οι εν λόγω πρόσθετες εργασίες έγιναν (βλ. και την κατάθεση της μάρτυρα του καθού που είπε: "Οι πρόσθετες εργασίες ήταν: πλακάκια δαπέδου, καλύτερα κουφώματα εσωτερικά, καλύτερα εξωτερικά κουφώματα, καλύτερες ντουλάπες, καλύτερα ντουλάπια, καλύτερα πλακάκια, επίστρωση. Αυτά βάρυναν τον ιδιοκτήτη.
Έγιναν αυτές οι εργασίες"). Άλλωστε, η ίδια η ανακόπτουσα, στο προαναφερθέν από 18-12-2006 εξώδικό της προς τον καθού, του προσέφερε το παραπάνω ποσό των 7,000 ευρώ αναφέροντας επί λέξει ότι το εν λόγω ποσό το προσφέρει: "ως οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο αφορά επιπροσθέτως κατασκευασθείσες από μέρους σας εργασίες στις δικές μου και της θυγατέρας μου οριζόντιες ιδιοκτησίες".
Σύμφωνα λοιπόν με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την ανακοπή, εσφαλμένα ερμήνευσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις γι' αυτό και πρέπει κατά παραδοχή της έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμης να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της 155/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εξαφανίζοντας την Πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την ανακοπή, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 513, 1033, 873, 904 επ.
του Α.Κ. 1, 17 του ν. 5325/1932, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρεται: 1) Ότι οι επίμαχες τρεις συναλλαγματικές (με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής), συνολικού ποσού 24.000 ευρώ, εκδόθηκαν από τον αναιρεσίβλητο, μέλος της κοινοπραξίας κατασκευής πολυόροφης οικοδομής, στην οποία απέκτησαν διαμερίσματα η θυγατέρα της αναιρεσείουσας από αγορά και η αναιρεσείουσα με αντιπαροχή (ως οικοπεδούχος) και έγιναν από την τελευταία αποδεκτές οι εν λόγω συναλλαγματικές κατά την ημέρα υπογραφής του πωλητηρίου συμβολαίου (16-9-2005), στα πλαίσια πρόσθετης, με ιδιωτικό έγγραφο μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας συμβάσεως (αφηρημένης) υποσχέσεως χρέους, αντιπροσώπευε δε, στην πραγματικότητα το εν λόγω χρηματικό ποσό στο σύνολό του αμοιβή του αναιρεσιβλήτου για συμφωνηθείσες και εκτελεσθείσες πρόσθετες εργασίες του στα δύο διαμερίσματα της αναιρεσείουσας και της θυγατέρας της.
β) Ότι το ποσό των 17.000 ευρώ που κατέβαλε η αναιρεσείουσα με τραπεζική επιταγή κατά την υπογραφή της συμβάσεως αφηρημένης υποσχέσεως χρέους αντιπροσώπευε μη αναγραφόμενο στο συμβόλαιο αγοράς του διαμερίσματος της θυγατέρας της αναιρεσείουσας μέρος του τιμήματος τούτου και όχι προκαταβολή για τις πρόσθετες εργασίες, όπως αντιθέτως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Και 3) Ότι η δημόσια κατάθεση από την αναιρεσείουσα μόνον ποσού 7.000 ευρώ (από συνολικώς οφειλόμενο ποσό 24.000 ευρώ) υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν συνιστούσε προσήκοντα τρόπο απόσβεσης της οφειλής της προς την αναιρεσίβλητο από τις επίμαχες συναλλαγματικές. Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 5559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.
λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.10.2010 αίτηση της Ε. Τ. για αναίρεση της 566/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ