Supreme Court allows appeal against appellate court ruling due to contradictory reasoning on guarantee liability scope.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a commercial partnership dispute. The appellant argued that the lower court's reasoning was contradictory, claiming the guarantor was liable for all debts while simultaneously limiting liability to a specific mortgage registration. The court found this inconsistency violated the principles of guarantee law and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A guarantee contract cannot contain contradictory reasoning regarding the scope of liability, and a remand is required when the appellate court's decision is overturned on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 843 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 843/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ("ΕΚΟ - ΑΒΕΕ"), πρώην με την επωνυμία "ΕΚΟ - ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" ("ΕΚΟ - ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζαραφέτα.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Λ. του Β. συζ. Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάνο Σοφούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιουλίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως και την από 27 Ιανουαρίου 2003 ιδία των "Κ. Μ. ΕΠΕ" και Κ. Μ. που κατατέθηκε στο αυτό δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1723/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και του 6750/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 14 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και την απόρριψη του πρώτου λόγου της 156/18.2.2010 αιτήσεως για αναίρεση της 6750/30.11.2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 156/18-2-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6750/30-11-2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με το 102064/6242/23-7-2002 δικόγραφο αγωγών, με ενάγουσα (ι) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ" και ήδη "ΕΚΟ-ΑΒΕΕ" και εναγομένους (α) την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Κ.
Μ. ΕΠΕ", (β)την Α. Β. Λ. και (γ) τον Κ. Μ., εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις της δι'αυτής ενάγουσας ποινικής ρήτρας και αποθετικής ζημίας, απορρέουσες από την άκαιρη και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελία από την πρώτη των εναγομένων της συνομολογηθείσης μεταξύ αυτής και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΔΑ-Ε", η οποία συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεώς της από την ενάγουσα, συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, ορισμένης, από 4-7-1995 έως 4-7-2005,διάρκειας, την τήρηση των οποίων εγγυήθηκαν οι συνεναγόμενοι της.
Επί των εν λόγω υποκειμενικώς, σε παθητική ομοδικία, σωρευομένων και με στοιχ.(ια), (ιβ) και (ιγ) χαρακτηριζομένων αγωγών εκδόθηκε η απορριπτική αυτών 1723/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 9008/6-10-2008 εφέσεως της ενάγουσας, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και μερική παραδοχή των με στοιχ. (ια) και (ιγ) αγωγών, η 6750/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Αντίθετα απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τη με στοιχ.(ιβ) αγωγή, κρίση την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, που εδρεύει στην Αθήνα, με την επωνυμία ΕΚΟ - ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ, είναι, από την 1-4-1998, καθολική διάδοχος, λόγου συγχώνευσης με απορρόφηση, της ανώνυμης εταιρείας που ήδρευε στην Αθήνα, με την επωνυμία "ΕΛΔΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" (βλ.
το με αριθμό 1835/8-4-1998 Φ.Ε.Κ. τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Η παραπάνω δικαιοπάροχος της ενάγουσας κατήρτισε με την πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Κ. Μ. ΕΠΕ", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής, την από 4-7-1995 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας. Αντικείμενο της σύμβασης αυτής ήταν η λειτουργία σταθμού ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης αυτοκινήτων (πρατηρίου υγρών καυσίμων) σε ακίνητο που διαθέτει η εναγομένη στη Λεωφόρο Παιανίας - Μαρκοπούλου με αριθμό …, στην Αττική.
Σύμφωνα με τους όρους της παραπάνω επίδικης σύμβασης: 1) Η διάρκεια της ορίστηκε για δέκα (10) χρόνια, δηλαδή μέχρι την 4-7-2005. Η επίδικη σύμβαση λειτούργησε ομαλά τα δύο πρώτα χρόνια περίπου. Ακολούθησε η από 5-4-1999 εξώδικη καταγγελία της επίδικης σύμβασης από την πρώτη εναγομένη, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 6-4-1999.
Η επίδικη σύμβαση δεν καταγγέλθηκε για σπουδαίο λόγο, αλλά λύθηκε μονομερώς και αντισυμβατικά από την πρώτη εναγομένη, η οποία παραβίασε, έτσι, την συμβατική της υποχρέωση να λειτουργεί το πρατήριο καθόλη τη συμφωνημένη διάρκεια των δέκα ετών, δηλαδή μέχρι την 4-7-2005. Δεν αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η δεύτερη εναγόμενη Α.
Λ., εγγυήθηκε συνολικά την καλή εκτέλεση των όρων της επίδικης, από 4-7-1995 σύμβασης. Όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της η παραπάνω εναγόμενη, τριτεγγυήθηκε τις με αριθμό ... και ... λευκές επιταγές της Τράπεζας Κρήτης, έκδοσης της πρώτης εναγομένης, για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της ενάγουσας από τις προϋπολογισμένες δαπάνες εξοπλισμού του πρατηρίου, ύψους 19.000.000 δραχμών, καθώς και από την εμπορευματική πίστωση ποσού 20.000.000 δραχμών, που χορηγήθηκε στην πρώτη εναγομένη.
Ακόμη, εγγυήθηκε για, κάθε άλλη, ληξιπρόθεσμη οφειλή της ενάγουσας, από σύμβαση ή από αδικοπραξία, με περιεχόμενο της εγγύησης, όμως, να συναίνεση σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο της και με την παροχή ανέκκλητης εντολής στην ενάγουσα να συμπληρώσει τις πιο πάνω λευκές επιταγές, ως προς την ημερομηνία και το ποσό και να τις εισπράξει για την ικανοποίηση των αξιώσεών της".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικότερα κατά του με στοιχ.(ιβ) κεφαλαίου αυτής που αναφέρεται στην κατ'ουσίαν απόρριψη της αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά την απεύθυνσή της κατά της ήδη αναιρεσίβλητης εναντιώνεται η αναιρεσείουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάσιμη και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκές αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 340, 345, 361, 374, 847, 851, 853 και 866 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με την παρεπόμενη και ετεροβαρή σύμβαση της εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή και αντισυμβαλλόμενο του την ευθύνη ότι η οφειλόμενη από τον πρωτοφειλέτη παροχή θα καταβληθεί σ' εκείνον από τον πρωτοφειλέτη ή από τον ίδιο.
Η κύρια παροχή μπορεί να είναι χρηματική ή και οποιουδήποτε άλλου είδους, καθώς επίσης και να αφορά μελλοντική απαίτηση ή απαίτηση υπό αίρεση αναβλητική ή διαλυτική, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η εγγύηση θα λειτουργήσει με την πλήρωση της αίρεσης. Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.
Η απαίτηση του δανειστή εις βάρος του εγγυητή, από τη μεταξύ τους σύμβαση εγγύησης, καθίσταται απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, από της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη, η οποία επέρχεται και με την παρέλευση της συμφωνηθείσας δήλης ημέρας για την εκπλήρωση της παροχής. Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 1265, 1274, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 56 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, 1276, 1277, 1278, 1291,1292, 1294, 1323 αριθ. 2 ΑΚ, 29 και 41 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, 993§1 εδ.β', 706 και 724 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) η προσημείωση υποθήκης αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, πληρουμένη με τη τελεσίδικη επεδίκαση της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως και της εμπροθέσμου τροπής της σε υποθήκη, που ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημειώσεως με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη (ΟλΑΠ 14/2006).
β) Τίτλος για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης είναι η δικαστική απόφαση, ή η διαταγή πληρωμής ως προς την ασφαλιζόμενη χρηματική απαίτηση, γ) Η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης αποτελεί ένα από τα ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία μπορεί να διαταχθούν από το δικαστήριο. Παρέχεται δε στον δανειστή, που δεν έχει τίτλο προς εγγραφή υποθήκης, προς ασφάλεια της χρηματικής απαιτήσεως του και εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής εκτελέσεως πάντοτε κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, που ορίζει και το ασφαλιστέο ποσό.
Στη σχετική για τη λήψη του άνω ασφαλιστικού μέτρου δίκη αιτών είναι ο δανειστής και καθού η αίτηση ο οφειλέτης, ο οποίος πρέπει να έχει και την κυριότητα επί του ακινήτου επί του οποίου θα εγγραφεί η προσημείωση. Πλην όμως υφίσταται η δυνατότητα παροχής αδείας εγγραφής προσημειώσεως σε ακίνητο τρίτου, μη οφειλέτου, αν αυτός στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων ρητώς συναινεί προς τούτο.
Στην περίπτωση αυτή ο τρίτος που παραχωρεί το δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης σε δικό του ακίνητο προς εξασφάλιση αλλότριου χρέους, στη σχετική δίκη των ασφαλιστικών μέτρων νομιμοποιείται παθητικώς ως μη υπόχρεος διάδικος, δ) Η συναίνεση του τρίτου, στην εγγραφή προσημειώσεως στο ακίνητο του, που δίδεται στα πλαίσια της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, δεν επάγεται και αυτοδίκαιη αλλοίωση των σχέσεων ιδιωτικού δικαίου, υπό την έννοια ότι ο παραχωρών το δικαίωμα προς εγγραφή προσημειώσεως τρίτος, με την παραχώρηση αυτή δεν μεταβάλλεται και σε οφειλέτη του δανειστού, ώστε να ευθύνεται όχι μόνο εμπραγμάτως, αλλά και ενοχικώς με το σύνολο της περιουσίας του για την καταβολή του χρέους, προς εξασφάλιση του οποίου παραχωρήθηκε η προσημείωση έστω μέχρι την αξία του ακινήτου, επί του οποίου αυτή ενεγράφη, εκτός και αν ο παραχωρών εγγυήθηκε, υπό τους προδιαληφθέντας όρους, την καταβολή του χρέους ή με σύμβαση με τον δανειστή αναδέχθηκε το αλλότριο χρέος, οπότε δεν έχει την ιδιότητα του "τρίτου", αφού είναι ο ίδιος οφειλέτης.
Η υπό του τρίτου παρεχομένη προσημείωση αναφέρεται, αποκλειστικώς, στην παροχή εξουσίας προς τον υπέρ ου η παραχώρηση δανειστή να επισπεύσει και εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση της απαιτήσεως του από την δια πλειστηριασμού αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου, χωρίς η άνω παραχώρηση να τον καθιστά, κατά νομική ή λογική αναγκαιότητα, και υποκείμενο της ενοχικής σχέσεως, ευθυνόμενος, προσωπικώς, για την καταβολή του δια της προσημειώσεως εξασφαλισθέντος χρέους.
Όπως και επί της παραχωρήσεως δικαιώματος εγγραφής υποθήκης από τρίτο, μη οφειλέτη, σε ακίνητο του επέρχεται διάσπαση της ενοχικής από την εμπράγματη ευθύνη, περιοριζομένη μόνο στην υποχρέωση του τρίτου να ανεχθεί την εις βάρος του αναγκαστική εκτέλεση επί του συγκεκριμένου ακινήτου επί του οποίου ενεγράφη η υποθήκη, έτσι και στη περίπτωση προσημειώσεως υποθήκης υφίσταται η εν λόγω διάσταση, με αποτέλεσμα η έκταση της υποχρεώσεως του τρίτου να περιορίζεται, αυστηρώς, στο όριο της εμπραγμάτου υποθήκης, μετά την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται ότι η αναιρεσίβλητη εγγυήθηκε μόνο για τις απαιτήσεις της αναιρεσείουσας από τις δαπάνες εξοπλισμού του πρατηρίου και την εμπορευματική πίστωση και παράλληλα, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι για κάθε άλλη ληξιπρόθεσμη αξίωσή της κατά της συνεναγομένης πρωτοφειλέτιδας πρατηριούχου εταιρείας εγγυήθηκε μόνο για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητο της δεχόμενη εντεύθεν και κατά τούτο ενοχική σύνδεση των διαδίκων με σύμβαση εγγυήσεως, και επιπρόσθετα, ιδία, με την παροχή ανέκκλητης εντολής στην αναιρεσείουσα να συμπληρώσει τις λευκές επιταγές κατά τον χρόνο εκδόσεώς τους και ποσό με είσπραξή τους προς ικανοποίηση των κατ' αυτής λοιπών αξιώσεών της, η οποία προϋποθέτει ευθύνη αυτής εγγυητική, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη με τον δεύτερο και τελευταίο κατά σειρά αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των περί εγγυήσεως διατάξεων με τη μορφή της αντιφατικότητας των αιτιολογιών της.
Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του ετέρου, πρώτου λόγου αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προσβαλλόμενο και χαρακτηριζόμενο με την παρούσα με στοιχ.(ιβ) κεφάλαιο αυτής και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 3000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6750/30-11-2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το χαρακτηριζόμενο στο σκεπτικό της παρούσης με στοιχ.(ιβ) κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ