Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive lack of proportionality regarding compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment awarding compensation for mental distress. The appellant argued the awarded sum was disproportionately low compared to similar traffic accident cases, while the opposing insurance company contested the claim. The court rejected the appeal because the lower court's assessment of the compensation amount did not violate the principle of proportionality and remained within the bounds of judicial discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 559, 932 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a first-instance court's award of compensation for mental distress does not violate the principle of proportionality or exceed the limits of judicial discretion if it aligns with common practice and judicial precedent in similar cases.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 842 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 842/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Καραμέρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., 2) Μ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεόντιο Σφαιρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8140/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1886/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ι. Ε. Μ., τις οποίες προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 06.04.2021, αίτησης αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 1886/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-11-2022) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ. 2, 126 παρ. 1α και 568 παρ. 4 ΚΠολΔ στις πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων αντιστοίχως.
Οι αναιρεσίβλητες όμως αυτές, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην, δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ. ΑΠ 15/2001), ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής από τον ερημοδικασθέντα διάδικο ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, που λήγει είτε διότι παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 1163/2017), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.
ΑΠ 11/1998, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 33/2019), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση της σχετικής εκθέσεως επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με τη βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.
Αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ` αυτής, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση με αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση, αντίστοιχα.
Συνεπώς, η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 2102/2017). Το έννομο συμφέρον, εξάλλου, του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ. ΑΠ 15/2001). Στερείται, επίσης, σημασίας, για το χαρακτηρισμό της απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας, το ότι το δικαστήριο παρέλειψε, τυχόν, να ορίσει παράβολο ερημοδικίας (ΑΠ 239/2020, ΑΠ 1422/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 673 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στις διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) και στην κατ` έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 ΚΠολΔ), ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Τέλος, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1β' με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 602/2021, ΑΠ 965/2017, ΑΠ 367/2014, ΑΠ 658/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή εκδόθηκε από το Εφετείο ερήμην της πρώτης και δεύτερης των εφεσιβλήτων - εναγομένων και ήδη πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, Α. Π. και Μ. Μ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και δημοσιεύθηκε στις 13-10-2020.
Όμως, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης αυτής εφετειακής απόφασης στις ερημοδικασθείσες πρώτη και δεύτερη των εφεσιβλήτων και ήδη πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, Α. Π. και Μ. Μ. ούτε από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι τους έχει κοινοποιηθεί η εν λόγω απόφαση, ώστε να αρχίσει να τρέχει γι' αυτές, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας.
Επομένως, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης δεν άρχισε να τρέχει για την πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα, ως προς αυτές η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον στην αναιρετική διαδικασία ισχύει η αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων και δεν έχει καταστεί ως προς αυτόν τελεσίδικη, σε αντίθεση με την τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας, ως προς την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη.
Συνεπώς, κατόπιν αυτών, η κρινόμενη από 6-4-2021 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 54/7-4-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 188/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ) : α) ως προς τις πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ως δικόγραφο) κατ' άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ και β) ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, κατά της οποίας έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι επί της από 25-5-2018 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ιστορούσε ότι στον τόπο, χρόνο και υπό τις εκτιθέμενες συνθήκες έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα, οφειλόμενο αποκλειστικά στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης Α.
Π. οδηγού του υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης Μ. Μ., που την είχε προστήσει στην οδήγηση αυτού, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους προκαλούμενες από την κυκλοφορία του ζημίες στην τρίτη εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΕΘΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", με αποτέλεσμα να προκληθεί ο θανάσιμος τραυματισμός του Ι.
Γ. αδελφού αυτού. Ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εις ολόκληρον εκάστη να του καταβάλλουν το αναφερόμενο ποσό ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8140/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αφού κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος και του επελθόντος θανάτου του αδελφού του ενάγοντος ήταν η πρώτη εναγόμενη οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η κύρια αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες να καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εκάστη εις ολόκληρον το ποσό των 9.000 ευρώ.
Κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης α) η υπ' αριθμ 18390/2014/27-9-2019 έφεση του ενάγοντος κατά των εναγομένων και β) η υπ' αριθμ 20463/2272/25-10-2019 έφεση της τρίτης εναγόμενης (ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΘΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ") κατά του ενάγοντος.
Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1886/2020 απόφασή του, με την οποία συνεκδίκασε τις εφέσεις και απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι και πρωτοδίκως. Ειδικότερα, το Εφετείο, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος και του επελθόντος θανάτου του ως άνω Ι. Γ., αδελφού του ενάγοντος, ήταν η πρώτη εναγόμενη και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 9.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, για τον θάνατος αδελφό του.
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά [βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου επί θανατώσεως το βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος)], με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (άρθρο 932 ΑΚ).
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.
ΑΠ 9/2015). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Ολ. ΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό ενιαίως εκτιμώμενο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου και δη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του ΑΚ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατά παράβαση ευθέως της Συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, τους επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά σε καθένα από αυτούς, τα οποία υπολείπονται κατά πολύ των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1886/2020 /2019 απόφασης, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Το ένδικο τροχαίο ατύχημα έλαβε χώρα στις 13-6-2016, ημέρα Τετάρτη και ώρα 08.10' , στο 1°χλμ της δημοτικής οδού ...
του Νομού ... Ο Ι. Γ. του Α. (γεννηθείς στις ...) (ήδη αναιρεσείων) οδηγούσε το άνευ αριθμού κυκλοφορίας ποδήλατό του, μάρκας ..., και εκινείτο με αυτό επί της προαναφερόμενης δημοτικής οδού, με κατεύθυνση από ... προς ... Η εν λόγω δημοτική οδός, η οποία είναι ασφαλτοστρωμένη, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,7 μέτρων, δεν διαθέτει πλάτος πεζοδρομίου ή ερείσματος και τα δύο ρεύματα πορείας χωρίζονται με μονή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή.
Στο σημείο εκείνο της οδού (1°χλμ) υπάρχει αριστερή στροφή ως προς τα αντιθέτως κινούμενα της πορείας του ποδηλάτου οχήματα. Κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν ημέρα και επικρατούσε συννεφιά, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και των πεζών ανύπαρκτη, ενώ η οδός ήταν υγρή. Σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α.
Μ., Μηχανολόγου-Μηχανικού, που συντάχθηκε στο πλαίσιο της προανάκρισης, κατόπιν της με αριθμ. πρωτ. ...-2016 εντολής των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του Τμήματος Τροχαίας ..., το οδόστρωμα ήταν σε κατάσταση που στέγνωνε από τα νερά της βροχής που είχε προηγηθεί και υπήρχε περαιτέρω μείωση της πρόσφυσης. Την ίδια χρονική στιγμή στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από ...
προς ..., εκινείτο η πρώτη εναγομένη, Α. Π. (γεννηθείσα την ...), (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, Μ. Μ., (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) που την είχε προστήσει στην οδήγηση αυτού, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη Τρίτη αναιρεσίβλητη).
Το όριο ταχύτητας ανερχόταν για το ποδήλατο σε 50 χλμ/ώρα βάσει ρυθμιστικής πινακίδας, ενώ το όριο ταχύτητας για τα λοιπά οχήματα ως λοιπό οδικό δίκτυο σε 90 χλμ/ώρα (βλ. έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας ...). Φτάνοντας στο ανωτέρω χιλιομετρικό σημείο της οδού η πρώτη εναγομένη δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του ως άνω οχήματος της, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός της, μειώνοντάς την έτσι ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός της μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο μπορούσε να προβλεφθεί και το οποίο βρισκόταν στο ορατό από αυτή μπροστινό τμήμα της οδού.
Αντιθέτως, αυτή οδηγούσε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και δη με τουλάχιστον 83 χλμ/ώρα, μολονότι η οδός κατά τον ως άνω χρόνο ήταν υγρή και στο ρεύμα πορείας της υπήρχε αριστερή στροφή, όπως προαναφέρθηκε, με συνέπεια να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός της, το οποίο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με πλάγια ολίσθηση, παρότι ο οδηγός οχήματός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα, που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία (άρθρ. 16 παρ. 4 του ΚΟΚ) και να συγκρουστεί με το ποδήλατο, που οδηγούσε ο Ι.
Γ., το οποίο εκινείτο κανονικά (με ταχύτητα πολύ χαμηλότερη του ορίου των 50χλμ/ώρα) στην ίδια δημοτική οδό, με αντίθετη κατεύθυνση, η δε σύγκρουση να λάβει χώρα στο ρεύμα πορείας του οδηγού του δικύκλου ποδηλάτου και στο άκρο δεξιό τμήμα αυτού. Κατά την κίνηση και την είσοδο του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας το αυτοκίνητο που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη άφησε 4 ίχνη πλάγιας ολίσθησης μήκους 3,5, 20, 5,6 και 20 μέτρων (βλ.
έκθεση αυτοψίας και συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα της Τροχαίας). Το αυτοκίνητο προσέκρουσε αρχικά στο ποδήλατο με τον αναβάτη του και συγκεκριμένα ήλθε σε επαφή ο εμπρόσθιος προφυλακτήρας με τον εμπρόσθιο τροχό του ποδηλάτου, ο οποίος υπέστη στρέβλωση, καθώς και το τιμόνι του δικύκλου και το εμπρόσθιο σύστημα ανάρτησης και από την επαφή με το δεξιό φτερό και το δεξιό φανό του αυτοκινήτου προκλήθηκε στρέβλωση στο σκελετό του δικύκλου στη βάση στήριξης και στρέψης του τιμονιού (βλ.
την άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α. Μ.) και στη συνέχεια σε δύο δέντρα που υπήρχαν σε παρακείμενο αγρό εκτός της οδού, παρασύροντας το δίκυκλο ποδήλατο με το εμπρόσθιο μέρος του στη δεξιά του πλευρά, το οποίο (ποδήλατο) μετά την παράσυρσή του βρέθηκε πάνω στο καπό του οχήματος της πρώτης εναγομένης, ενώ ίχνη από τα ελαστικά του βρέθηκαν ακόμη στην πόρτα του συνοδηγού του ως άνω οχήματος.
Στη συνέχεια το δίκυκλο ποδήλατο κατέληξε εντός του παρακείμενου αγρού σε απόσταση 20 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων και σε απόσταση 3 μέτρων από την τελική θέση του Ι.Χ.Ε. (ήτοι σε απόσταση 17 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης και εντός του παρακείμενου αγρού), στην οποία (θέση) κατέληξε το αυτοκίνητο, αφού ανατράπηκε και τελικά προσγειώθηκε με τον ουρανό του.
Σημειωτέον ότι εντός του παρακείμενου αγρού και σε απόσταση 6,2 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης βρέθηκε αίμα, προερχόμενο προφανώς από τον οδηγό του ποδηλάτου, ο οποίος μετά τη σύγκρουση βρέθηκε μέσα στο χωράφι (σε απόσταση 7 μέτρων περίπου από το σημείο σύγκρουσης), ενώ σε απόσταση 6,5 μέτρων από το ίδιο σημείο (σύγκρουσης) βρέθηκαν θραύσματα γυαλιού και πλαστικών εξαρτημάτων, προερχόμενα προφανώς από το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο [βλ. για όλα τα παραπάνω την από 13-6- 2016 έκθεση αυτοψίας της τροχαίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα, καθώς και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α. Μ.]. Η εκκαλούσα- τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίζεται ότι η πρώτη εναγομένη- ασφαλισμένη της οδηγός του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου είδε τον ποδηλάτη και θανόντα να οδηγεί το δίκυκλο ποδήλατο με μια "αστάθεια", ότι βρισκόταν στο μέσο του δικού του ρεύματος πορείας και ότι η ίδια (πρώτη εναγομένη) αντιλήφθηκε "μια ροπή" του δίκυκλου ποδηλάτου προς το ρεύμα πορείας της και για το λόγο αυτό προέβη ενστικτωδώς σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, με συνέπεια να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, ήτοι αυτό του ποδηλάτη.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός της αυτός δεν κρίνεται πειστικός, διότι αν πράγματι ο οδηγός του ποδηλάτου είχε εισέλθει στο ρεύμα πορείας της πρώτης εναγομένης οδηγού του αυτοκινήτου ή είχε "ροπή" προς το δικό της ρεύμα, τότε λογικά η τελευταία δεν θα προέβαινε σε αριστερό σε σχέση με την πορεία της αποφευκτικό ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση με τον ποδηλάτη, αλλά σε δεξιό σε σχέση με την πορεία της αποφευκτικό ελιγμό.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός αυτός της τρίτης εναγομένης δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, ούτε και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ν. Β., ο οποίος τυγχάνει μηχανολόγος -μηχανικός και ο οποίος συνέταξε την με αριθμό ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης με πρωτοβουλία της δεύτερης εναγομένης. Και τούτο, διότι όσα διέλαβε στην ως άνω πραγματογνωμοσύνη και όσα περαιτέρω κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με βάση τις ειδικές του γνώσεις για τις συνθήκες του ατυχήματος, δεν προέρχονται από ιδία αντίληψη, αλλά στηρίζονται στην περιγραφή του ατυχήματος από την ίδια την πρώτη εναγομένη.
Να σημειωθεί μάλιστα ότι και ο μάρτυρας αυτός, αν και εξεταζόμενος από την πλευρά των εναγομένων, κατέθεσε ότι ο ελιγμός της πρώτης εναγομένης δεν ήταν ο ενδεδειγμένος. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η πρώτη εναγομένη-οδηγός του ασφαλισμένου σ'αυτήν αυτοκινήτου έβαινε με ταχύτητα πολύ χαμηλότερη του επιτρεπομένου ορίου (των 90χλμ/ώρα), ήτοι με ταχύτητα 60χλμ/ώρα κρίνεται αβάσιμος και αναιρείται, τόσο από την σφοδρότητα της πρόσκρουσης, όσο και από την εκτίναξη του ποδηλάτου και την ανατροπή του ΙΧΕ σε απόσταση πολλών μέτρων από το σημείο σύγκρουσης.
Σε κάθε δε περίπτωση οι συνθήκες που επικρατούσαν στο τόπο του ατυχήματος παρείχαν στον μέσο συνετό οδηγό απρόσκοπτη εποπτεία του χώρου, γεγονός, που καταδεικνύει ότι μόνον ένας απρόσεκτος οδηγός μπορούσε να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα. Από το παραπάνω ατύχημα ο ποδηλάτης, Ι. Γ., ο οποίος εκτινάχθηκε λόγω της πρόσκρουσης και επέπεσε μέσα στο παρακείμενο χωράφι, τραυματίστηκε και συγκεκριμένα υπέστη πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα των πλευρών του αριστερού ημιθωράκιου, κατάγματα του αριστερού άνω και κάτω άκρου, βαριά κοιλιακή/πυελική κάκωση με αιματώματα του υποδορίου και των ημιδιαφραγμάτων, ρήξεις ήπατος και σπληνός, συντριπτικά κατάγματα της ηβικής σύμφυσης, αιμάτωμα μεσεντερίου στο εγκάρσιο και οπισθοπεριτοναϊκά αιματώματα (βλ.
σχετικά την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2016 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής που συντάχθηκε από της ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης Ε. Ζ.), εξ αιτίας δε των ως άνω τραυμάτων, ως μόνης ενεργούς αιτίας, επήλθε ο θάνατος αυτού λίγες ώρες αργότερα από το ένδικο ατύχημα (13-6-2016), στο Γενικό Νοσοκομείο ..., όπου διακομίστηκε αμέσως μετά το ατύχημα, δεδομένου ότι σύμφωνα με το συμπέρασμα της παραπάνω ιατροδικαστικής έκθεσης ως αιτία θανάτου του προαναφερόμενου (I.
Γ.) αναφέρεται "Πολυτραυματίας / Πολυκαταγματίας. Ολιγαιμική καταπληξία. Βαριά κοιλιακή/πυελική κάκωση. Θωρακική κάκωση. Κατάγματα άκρων. Θλαστικές κακώσεις σώματος μηχανικής αιτιολογίας συμβατές με τροχαίο ατύχημα". Υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες, το ένδικο τροχαίο ατύχημα και οι εντεύθεν τραγικές συνέπειές του, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια)της πρώτης εναγομένης οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Α.
Π., και ειδικότερα σε έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να επιδείξει ως μέση συνετή οδηγός με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες οδικές, και κυκλοφοριακές συνθήκες, την οποία, τέλος (επιμέλεια) αν επιδείκνυε, θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει, απορριπτόμενης, ως αβάσιμης στην ουσία της, της νόμιμης ένστασης συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος (άρθρ. 300 ΑΚ), που προέβαλε πρωτοδίκως η τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και επαναφέρει στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τον σχετικό πρώτο λόγο της υπ'αριθμ..
κατάθεσης 20463/2272/25-10-2010 έφεσής της. Ειδικότερα, η αμέλεια της πρώτης εναγομένης οδηγού του ασφαλισμένου στην εκκαλούσα - τρίτη εναγομένη αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι, ενεργώντας αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι ουσιώδεις κανόνες ασφαλούς οδήγησης, που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 4, 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ) [διαπράττοντας τις αντίστοιχες παραβάσεις που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ως άνω επελθόν αποτέλεσμα της σύγκρουσης και των εξ αυτής συνεπειών της], δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, αν και μπορούσε να το κάνει, όπως θα έκανε, υπό τις ίδιες περιστάσεις, κάθε άλλος συνετός οδηγός και δεν ρύθμισε την αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα του οχήματός της, ενόψει του γεγονότος ότι εκινείτο σε οδό, η οποία κατά τον ως άνω χρόνο ήταν υγρή και σε σημείο όπου υπήρχε αριστερή στροφή, με συνέπεια να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με το κανονικά κινούμενο ποδήλατο του Ι.
Γ. Ας σημειωθεί ότι στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ..., το οποίο με την υπ' αριθμ. 185, 212/2018 οριστική απόφασή του έκρινε ένοχη την πρώτη εναγομένη για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε βάρος του Ι. Γ. και επέβαλε σε βάρος της ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) έτη (βλ.
την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα σχετική απόφαση). Περιστατικά που να οδηγούν σε συντρέχον πταίσμα του θανόντος οδηγού του δικύκλου ποδηλάτου στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν, καθόσον αυτός οδηγούσε κανονικά πλησίον του άκρου δεξιού του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του (ενόψει της μη ύπαρξης βατού ερείσματος της οδού) [άρθρ, 16 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ.], ενώ το γεγονός ότι το ποδήλατό του δεν έφερε ανακλαστικά φώτα μπροστά και πίσω, παρά μόνο ανακλαστικά φώτα στους ποδομοχλούς (βλ.
έκθεση πραγματογνωμοσύνης Α. Μ.), ουδεμία επιρροή είχε στην πρόκληση του ατυχήματος, καθόσον επικρατούσε φως ημέρας και το ποδήλατο ήταν ορατό στο οδόστρωμα, ούτε άλλωστε ισχυρίστηκε ποτέ η πρώτη εναγομένη ότι εξαιτίας των ελλείψεων αυτών δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον ποδηλάτη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια ως άνω κρίση, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού (πρώτου) λόγου της έφεσης της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος, "άλλως συνυπαίτιος κατά ποσοστό 95%.
στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, είναι ο θανών ποδηλάτης.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και τα εξής: "η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στην έκταση του τραυματισμού του κατά ποσοστό 80%, λόγω μη χρήσης κράνους, ανακλαστήρων και επιγονατίδων, την οποία προέβαλε η τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
Ειδικότερα, ο ισχυρισμός ότι ο θανών οδηγός του ποδηλάτου δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και αν υποτεθεί αληθινός, δεν είναι νόμιμος, καθόσον σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ. υποχρέωση να φέρουν- κράνος έχουν μόνο οι οδηγοί μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων χωρίς κουβούκλιο και όχι ποδηλάτων, όπως εν προκειμένω ο θανών, σε κάθε δε περίπτωση (ακόμη δηλαδή και εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι είχε υποχρέωση, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ., να φέρει προστατευτικό κράνος) η παράλειψή του αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον θανάσιμο τραυματισμό του, καθόσον η χρήση προστατευτικού κράνους δεν θα απέτρεπε το θανάσιμο τραυματισμό του, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο θάνατος δεν επήλθε λόγω κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων, αλλά λόγω ολιγαρκής καταπληξίας, βαριάς κοιλιακής/πυελικής κάκωσης, θωρακικής κάκωσης, καταγμάτων άκρων και θλαστικών κακώσεων σώματος μηχανικής αιτιολογίας συμβατών με το τροχαίο ατύχημα.
Εξάλλου η μη ύπαρξη ανακλαστήρων στο ποδήλατο δεν αφορά στην έκταση του τραυματισμού του θανόντος οδηγού του, αλλά σε ενδεχόμενη συνυπαιτιότητά του στην πρόσκληση του ατυχήματος, που κρίθηκε παραπάνω ότι δεν υπήρξε, ενώ δεν προβλέπεται από το νόμο η χρήση επιγονατίδων για οδηγούς ποδηλάτων.
Επίσης, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, δέχθηκε τα εξής: "..ο θανών, Ι. Γ., κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν ... ετών (γεννηθείς στις ...), έγγαμος με την Π. Μ., με την οποία είχαν αποκτήσει ένα τέκνο τον Α. - Τ. και κατοικούσε με την οικογένειά του στους ... ...
Ο ενάγων, που γεννήθηκε στις ..., είναι ο μοναδικός αδελφός του θανόντος, ο οποίος την τελευταία 20ετία περίπου και κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου κατοικεί στην Αυστραλία, όπου έχει μεταναστεύσει, δραστηριοποιούμενος εκεί επαγγελματικά. Όμως αυτός κάθε χρόνο επιστρέφει στην πατρίδα του και για αρκετό χρονικό διάστημα διαμένει στο χωριό του τους ... ...
Τα δύο αδέλφια, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μαζί στους ..., κατοικώντας κάτω από την ίδια στέγη μαζί με τους γονείς τους (ο πατέρας τους Α. απεβίωσε το έτος ... και η μητέρα τους Π. απεβίωσε το έτος ...) είχαν στο παρελθόν και επί μια 10ετία περίπου δικαστικές διαμάχες, λόγω κληρονομικών διαφορών, όμως οι σχέσεις τους το τελευταίο χρονικό διάστημα πριν από το θάνατο του Ι.
Γ., είχαν αποκατασταθεί, όπως κατέθεσε η μάρτυρας απόδειξης Α. Γ., πρώτη εξαδέλφη του ενάγοντος και του θανόντος, η οποία κατοικεί σε γειτονική με την πατρική οικία των δύο αδελφών κατοικία στους ... και είχε ιδία γνώση και αντίληψη για τις σχέσεις μεταξύ των δύο αδελφών. Η εκκαλούσα-τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι μεταξύ των δύο αδελφών δεν υπήρχε κανένας ψυχικός δεσμός, ενόψει της μακροχρόνιας δικαστικής τους διαμάχης.
Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της αυτού, τον οποίο επαναφέρει με την έφεσή της, επικαλείται και προσκομίζει τις υπ' αριθμ. 1204/2015, 154/2014, 500/2013 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ... και την υπ' αριθμ. 851/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., με εγκαλούντα τον ενάγοντα και κατηγορούμενο τον θανόντα, για τις πράξεις του άρθρου 232° ΠΚ, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, εξύβριση, απειλή, απλή σωματική βλάβη, κλοπή και υπεξαγωγή εγγράφου, που ανάγονται σε χρόνο από το έτος 2007 έως το καλοκαίρι του 2013.
Επιπροσθέτως, επικαλείται και προσκομίζει την από 23-11-2017 εξώδικη δήλωση της συζύγου του θανόντος και του υιού του, απευθυνόμενη προς στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, που επιδόθηκε στην τελευταία στις 12-12-2017, με την οποία ζήτησαν τη μη καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού στον ενάγοντα, επικαλούμενοι τη μη διατήρηση σχέσης με το θανόντα και το μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα με αυτόν που τον είχε εξουθενώσει.
Μόνη, όμως, η ύπαρξη της μακροχρόνιας δικαστικής διαμάχης μεταξύ των δύο αδελφών, εξαιτίας κληρονομικών διαφορών τους, γεγονός σύνηθες στην ελληνική, κοινωνία, δεν αναιρεί άνευ ετέρου τους ισχυρούς δεσμούς αίματος και τον οποιονδήποτε ψυχικό δεσμό μεταξύ τους, που εν προκειμένω, όπως αποδείχθηκε, εξακολουθούσε να υπάρχει, καθώς ο ενάγων αισθάνθηκε, παρά το δυσάρεστο παρελθόν τους, αίσθημα θλίψης για την ξαφνική απώλεια, με το προαναφερθέντα αδικοπρακτικό τρόπο, του μοναδικού μεγαλύτερου αδελφού του.
Στην κρίση του αυτή οδηγείται το Δικαστήριο από το γεγονός ότι αρχικά όλοι οι συγγενείς εξ αίματος του θανόντος, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, Θ. Γ., άσκησαν την με αριθμό κατάθεσης 9296/2016 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ενήγαγαν τους εδώ εναγόμενους, ζητώντας τη χρηματική ικανοποίησή τους λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του ως άνω συγγενούς τους, το δικόγραφο της οποίας μάλιστα υπέγραψε κοινός για όλους τους εκεί ενάγοντες πληρεξούσιος δικηγόρος.
Από το δικόγραφο της αγωγής αυτής παραιτήθηκε ο ενάγων με την ένδικη αγωγή, την οποία σημειωτέον άσκησε, επειδή οι περισσότεροι ενάγοντες της αγωγής εκείνης (σύζυγος, τέκνα, πεθερός και πεθερά) αποζημιώθηκαν από την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία εξωδικαστικά. Ας σημειωθεί ότι με την προρρηθείσα υπ' αριθμ. 185/212/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., με την οποία κρίθηκε ένοχη η πρώτη εναγομένη (εκεί κατηγορούμενη) για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, έγινε δεκτή η παράσταση πολιτικής αγωγής του εδώ ενάγοντος για το αιτηθέν ποσό των 44 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστη για το θάνατο του ως άνω αδελφού του, με την επιφύλαξη διεκδίκησης του υπολοίπου στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.
Συνεπώς ο ενάγων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, υπέστη ψυχική οδύνη από τον βίαιο και αιφνίδιο θάνατο του αδελφού του, ο οποίος επήλθε εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, το βαθμό υπαιτιότητας (αποκλειστική) της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, την ηλικία του θανόντος, το βαθμό συγγένειας αυτού με τον ενάγοντα, το βαθμό της θλίψης και του-·ψυχικού πόνου που δοκίμασε ο τελευταίος και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του ενάγοντος (η ευθύνη της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας είναι εγγυητική), κρίνει ότι δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη, το ποσό της οποίας πρέπει να ανέρχεται σε 9.000 ευρώ (χωρίς να υπολογίζεται το ποσό των 44 ευρώ, το οποίο έχει ήδη επιδικασθεί σ'αυτόν κατά τη νομιμοποίησή του ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική δίκη που διεξήχθη σε βάρος της υπαιτίου οδηγού).
Το ως άνω ποσό είναι και εύλογο ( άρθρ. 932 ΑΚ), δηλαδή ανάλογο και με όλες τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις, αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας σύμφωνα με όσα προεκτίθενται (άρθ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ). Συνακόλουθα, μετά τις ανωτέρω παραδοχές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, κρίνοντας ότι ο ενάγων δικαιούται το αυτό ως άνω ποσό, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του προρρηθέντος στενού συγγενικού του προσώπου, ορθά εφάρμοσε τις πιο πάνω νομικές διατάξεις και ορθά...εκτίμησε όλες τις αποδείξεις που τέθηκαν στην κρίση του και ως εκ τούτου οι συναφείς λόγοι των...εφέσεων...τυγχάνουν αβάσιμοι...".
Με αυτά που έκρινε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης του αναιρεσείοντος (αδελφού του θανόντος), στο ποσό των 9.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα πιο πάνω εκτιθέμενα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, ώστε η κρίση του Εφετείου για την επιδίκασή του ως άνω ποσού στον αναιρεσείοντα, να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ή να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.
Επομένως, ο ανωτέρω (μοναδικός) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως (αληθώς) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά ευθεία παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, καθώς και της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σε αυτόν, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της απόρριψης της αίτησης (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ όσον αφορά τις απολειπόμενες πρώτη και τρίτη των αναιρεσίβλητων δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα, διότι λόγω της απουσίας τους δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 6-4-2021 με αριθ. εκθ. καταθ. 54/7-4-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1886/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όσον αφορά την πρώτη και δεύτερη των αναιρεσίβλητων.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ