Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict, upholding sole liability of car driver based on evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased's mother and siblings against the First Instance Court's finding of sole liability for a traffic fatality. The appellants argued the bus driver was also at fault, but the court found the First Instance Court correctly relied on photographic evidence and expert reports proving the car driver suddenly entered the bus lane. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681A, 561, 176, 183, 189, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a traffic accident judgment is inadmissible if the appellate court fails to properly evaluate the evidence regarding the cause of the collision and the respective degrees of fault.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 842 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 842/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α., ενεργούντος ως οριστικός συμπαραστάτης της τεθείσας υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, μητέρας του Ε. Α. του Σ., 2) Α. Α. του Ε. και 3) Β. Α. του Ε., κατοίκων Χ., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Μητσόπουλο - Σόντα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους ...ΝΙΚΗ. ΜΑΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2011 αγωγή των ήδη 2ου και 3ης των αναιρεσειόντων, της Ε. Α. του Σ.ς (τεθείσας ήδη υπό δικαστική συμπαράσταση) και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1173/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2161/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 22-12-2017 (ειδ. αριθμ. καταθ. 121/2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2161/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α' ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι, επί της από 30-11-2011 (αριθμ. κατάθ. δικογρ. 8335/2011) αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, συνέπεια της θανατώσεως της θυγατέρας της πρώτης και αδελφής των λοιπών Θ.
Α. κατά το αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1173/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού έκρινε τον πρώτο εναγόμενο υπαίτιο σε ποσοστό 20% του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού της Θ. Α. (κατά ποσοστό 80% έκρινε συνυπαίτια τη θανούσα), δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ως άνω αγωγή.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν εφέσεις οι ως άνω διάδικοι, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2161/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλόμενη), με την οποία κρίθηκε ότι η θανούσα είναι αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος και, αφού απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των εναγόντων και έγινε δεκτή η έφεση των εναγομένων, εξαφανίσθηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σε αυτό: "Την 26-9-2010 και περί ώρα 07.55' στο ..., η Θ.
Α., θυγατέρα της πρώτης ενάγουσας και αδελφή των δευτέρου και τρίτης των εναγόντων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα επί της οδού ..., με κατεύθυνση από ... προς .... Η οδός Ιλίου είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με διπλή διαχωριστική γραμμή στον άξονα της οδού.
Το όριο ταχύτητας στην περιοχή, ως κατοικημένη, ορίζεται σε 50 χιλ/ώρα. Να σημειωθεί ότι μετά τη διασταύρωση της ως άνω οδού ... με την οδό ..., η οδός ονομάζεται ... και υπάγεται στο Δήμο .... Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη του οδηγού και του ιδιοκτήτη της από ζημιές που θα προκαλούσε με την κυκλοφορία του σε τρίτους, στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της οδού ...
με κατεύθυνση από ... προς .... Μετά τη διασταύρωση της ως άνω οδού με την οδό ... και ενώ το λεωφορείο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος είχε εισέλθει πλέον στο τμήμα αυτής που ονομάζεται ..., η Θ. Α. έχασε τον έλεγχο του οχήματός της, το οποίο εξετράπη αριστερά της πορείας του, εισήλθε στο αντίθετο προς την πορεία του ρεύμα πορείας, όπου την ίδια στιγμή εκινείτο νόμιμα και με κανονική ταχύτητα, το λεωφορείο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, παρόλο που τροχοπέδησε το όχημά του και επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση, με αποτέλεσμα το όχημα που οδηγούσε η Θ.Α., να προσκρούσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του, στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του λεωφορείου, στη συνέχεια διήνυσε λίγα μέτρα στο ρεύμα πορείας της οδού ...
προς ... και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του, σε παρακείμενο κάδο απορριμμάτων, ευρισκόμενο πριν τη συμβολή με την οδό ..., δεξιά σε σχέση με την πορεία του, τον οποίο απώθησε και κατάλαβε τη θέση του, όπου και ακινητοποιήθηκε. Τα ως άνω προκύπτουν και από το υπ' αριθμ. πρωτ. 2514/9/611/6-9-2010 σχεδιάγραμμα του επιληφθέντος Υπαστυνόμου Α' Ν.
Τ.. Μετά τη σύγκρουση το υπ' αριθμ. ... Δ.Χ. λεωφορείο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ακινητοποιήθηκε στο ρεύμα πορείας του, ήτοι επί της οδού ... με κατεύθυνση από ...προς ... και μάλιστα στο δεξιό άκρο του εν λόγω ρεύματος πορείας, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του να απέχει 0,15 μέτρα από το πεζοδρόμιο που βρίσκεται δεξιά του ως άνω ρεύματος πορείας της οδού ...
και το πίσω μέρος του να απέχει από το πεζοδρόμιο 0,20 μέτρα... Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας της οδού ... με κατεύθυνση από ... προς ..., ήτοι στο ρεύμα κυκλοφορίας που εκινείτο το υπ' αριθμ.... ΔΧ λεωφορείο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και ως εκ τούτου η Θ. Α. ήταν αυτή που εισήλθε στο αντίθετο ως προς την πορεία της ρεύμα κυκλοφορίας και προκάλεσε την ένδικη σύγκρουση και όχι ο πρώτος εναγόμενος στην προσπάθειά του να αποφύγει κλαδιά δένδρων που βρίσκονταν δεξιά σε σχέση με την πορεία του στο ύψος της διασταύρωσης με την οδό ...
και εμπόδιζαν την ορατότητά του ή τις λακκούβες από τα φρεάτια στο οδόστρωμα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες... Αντίθετα προκύπτει ότι το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο είχε αυξημένη ταχύτητα, ήτοι ανώτερη της επιτρεπομένης..., ενώ η οδηγός του, Θ.Α., οδηγούσε έχοντας προηγουμένως καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, ήτοι 1,10 γρ.
ανά λίτρο αίματος, σύμφωνα με την τοξικολογική εξέταση βιολογικού υλικού που ελήφθη από το σώμα της, οπότε δεν διέθετε την απαιτούμενη νηφαλιότητα και τα αντανακλαστικά για έγκαιρη και σωστή αντίδραση, ο συνδυασμός δε αλκοόλ και ταχύτητας είχε ως αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου και να εισέλθει παράνομα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας...
Επομένως, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται στην αιφνίδια είσοδο του οχήματος της Θ. Α., στο ρεύμα κυκλοφορίας του λεωφορείου και ακολούθως η εκτροπή του στο ρεύμα κυκλοφορίας του, με αποτέλεσμα να επιπέσει στον ευρισκόμενο στο δεξιό πεζοδρόμιο κάδο απορριμμάτων και να τον μετακινήσει από τη θέση του... Συνακόλουθα με όλα τα ανωτέρω, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του υπ' αριθμ. ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, Θ. Α., η οποία οδηγούσε αμελώς κατά παράβαση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας (άρθρ. 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1 και 42 παρ. 1 του Ν. 2696/1999) και οι παραβάσεις της αυτές, συνδέονται αιτιωδώς με την ένδικη σύγκρουση και τον εξ αυτής θάνατό της... Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό του λεωφορείου της ...., ο οποίος οδηγούσε με σύνεση και προσοχή τηρώντας όλους τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, κινούμενος με κανονική ταχύτητα, και ο οποίος μολονότι προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό, δεν μπόρεσε να αποτρέψει τη σύγκρουση, λόγω της αιφνίδιας εισόδου στο ρεύμα πορείας του, του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου της Θ. Α...".
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθόσον η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1326/2015, ΑΠ 607/2013).
Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι το αστικό λεωφορείο εκινείτο κανονικά και με κανονική ταχύτητα στο ρεύμα πορείας του, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι το λεωφορείο εκινείτο μέσα στην κατοικημένη περιοχή με ταχύτητα που προσέγγιζε τα 70 χλμ/ώρα και στο μέσο της οδού, καταλαμβάνοντας τμήμα του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας στην προσπάθειά του να αποφύγει τα κλαδιά και τα φυλλώματα των δέντρων του πεζοδρομίου που έγερναν στο οδόστρωμα και τα βαθουλώματα που δημιουργούσαν τα καπάκια των φρεατίων επί του ρεύματος πορείας του, ότι λόγω της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει δεν πρόλαβε να τροχοπεδήσει και να μειώσει τις συνέπειες της σύγκρουσης, ότι γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος ήταν η είσοδος του λεωφορείου στο ρεύμα πορείας της θανούσας, όπως δείχνει και η φορά των στρεβλώσεων του επιβατικού αυτοκινήτου της που είναι από αριστερά προς τα δεξιά και ότι το Εφετείο δίνοντας άλλη ερμηνεία στα ανωτέρω παρέβη κανόνα δικαίου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου που παραβιάσθηκε, σε τι συνίσταται η παραβίαση και τα αποδιδόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικά σφάλματα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτού. Είναι, όμως, ο λόγος αυτός απορριπτέος και ως απαράδεκτος, καθόσον με την επίφαση παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου και διδαγμάτων κοινής πείρας, πλήττεται στην πραγματικότητα η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και της ουσίας της υπόθεσης, αφού στον κρινόμενο λόγο αναίρεσης αναφέρεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί άλλα από εκείνα που εσφαλμένα δέχθηκε ως προς τη βάση της ένδικης αγωγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.
Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προαναφερόμενη έννοια η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κ.λπ. και οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία (ΑΠ 983/2007, ΑΠ 1588/2007).
Εξάλλου, ο αναφερόμενος στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όρος "ζητήματα", επί των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 545/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς τους, που νόμιμα προέβαλαν, ότι ο αντίδικος οδηγός δεν προέβη σε αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, ούτε σε τροχοπέδηση, οπότε θα αποφευγόταν το ατύχημα, και ακόμη, ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, παρόλο που το λεωφορείο της υπέστη σοβαρές υλικές ζημίες κατά την ένδικη σύγκρουση, δεν άσκησε αγωγή αποζημιώσεως, αποδεικνύοντας τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους, και, τέλος, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, ότι ο εναγόμενος οδηγός του αστικού λεωφορείου, όπως αποδεικνυόταν από τα έγγραφα που προσκόμισαν, είχε εμπλακεί και σε άλλα τροχαία ατυχήματα, τόσο με το επίδικο λεωφορείο, όσο με το ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητό του και τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, στοιχεία που καταδεικνύουν την αμελή συμπεριφορά που επιδεικνύει κατά την οδήγηση των οχημάτων και την ανεπιτηδειότητά του περί την οδήγηση.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενοι με αυτόν ισχυρισμοί, που πιο πάνω αναφέρονται, ανάγονται, αφενός μεν σε εκτίμηση των αποδείξεων, αφετέρου δε στην επίκληση αποδεικτικών μέσων και το περιεχόμενό τους, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν πράγματα ούτε ζητήματα κατά την προαναφερόμενη έννοια.
Ειδικότερα τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες ως άνω περιστατικά δεν συνιστούν ισχυρισμούς ("πράγματα") κατά τη έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπ' όψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όπως ειδικότερα προκύπτει από τη ρητή περί τούτου διαβεβαίωση αυτού και συνεπώς έλαβε υπόψη και τα ως άνω επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και εξέδωσε σαφές πόρισμα, αντίθετο με αυτό που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς τους, πλήρως αναιτιολόγητα το ως άνω Δικαστήριο απορρίπτει την, τεκμηριωμένη με επιστημονικό τρόπο, τεχνική έκθεση του ειδικού πραγματογνώμονα μηχανικού Β.
Κ., με την αναφορά μόνο ότι "οι ισχυρισμοί των εναγόντων, οι οποίοι αρνούνται οποιαδήποτε αμέλεια της οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και προς ενίσχυση αυτών (ισχυρισμών τους) προσκομίζουν την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Β. Κ., μηχανικού, ουδόλως αποδείχθηκαν". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο προβαλλόμενος με αυτόν ισχυρισμός δεν αποτελεί "ζήτημα" ή "πράγμα", υπό την έννοια που ανωτέρω εκτέθηκε, αλλά ανάγεται στην βαρύτητα της τεχνικής έκθεσης του ως άνω τεχνικού συμβούλου, που αποτελεί γνωμοδότηση προσώπου με ειδικές γνώσεις (άρθρο 390 ΚΠολΔ), στην εκτίμηση της αποδείξεως αυτής και στα συμπεράσματα από αυτήν.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, ήτοι ο δεύτερος από τον αριθμό 8 και ο τέταρτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενοι με αυτούς ισχυρισμοί ανάγονται σε εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν αποτελούν πράγματα ούτε ζητήματα κατά την προαναφερόμενη έννοιά τους.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008) οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 523/2016, ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 259/2009).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010). Τέλος, οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (άρθρο 390 ΚΠολΔ) δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να αντιδιαστέλλεται από τα άλλα έγγραφα και να μνημονεύεται ειδικά (Ολ.ΑΠ 848.1981, ΑΠ 107/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι ο οδηγός του αστικού λεωφορείου (α' αναιρεσίβλητος) είναι, αν όχι αποκλειστικά υπαίτιος, σε μεγάλο βαθμό συνυπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης, τα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι α) τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, από τις οποίες φαίνεται ότι τα κλαδιά και τα φυλλώματα των δένδρων εμπόδιζαν την πορεία του λεωφορείου στο ρεύμα πορείας του και ανάγκασαν τον οδηγό του να εισέλθει κατά ένα μέρος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας για να τα αποφύγει, καθώς και τις φωτογραφίες του κατεστραμμένου αυτοκινήτου της θανούσας, που αποδεικνύουν τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και τη μεγάλη ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο οδηγός του λεωφορείου, και οι οποίες (φωτογραφίες) αποδεικνύουν ακόμη ότι το εν λόγω αυτοκίνητο κατά τη σύγκρουση είχε δεξιά κλίση ως προς την οδηγό του και όχι αριστερή κλίση προς το ρεύμα πορείας του λεωφορείου, όπως αυθαίρετα απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, και β) την από 3-4-2013 έκθεση έρευνας του Δ.
Μ., κατά την οποία, από το σημείο που βρισκόταν ο αυτόπτης μάρτυρας και από την απόσταση αυτού από το σημείο της σύγκρουσης (100 μέτρα) δεν μπορούσε να δει με ακρίβεια που εκινούντο τα δύο οχήματα κατά το χρόνο της σύγκρουσης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την υποστήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.
Μάλιστα για τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και του κατεστραμμένου αυτοκινήτου της θανούσας, κάνει ειδική μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (πρώτη σελίδα και στο τέλος της δεύτερης σελίδας του έκτου φύλλου αυτής), αναφέροντας ότι "ο ισχυρισμός των εναγόντων καταρρίπτεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, διότι σε καμία φωτογραφία δεν φαίνονται τα κλαδιά των δένδρων να εισέρχονται στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ...προς ......
Η έκταση των ζημιών που υπέστη το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της Θ. Α. σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύουν αυξημένη ταχύτητα του λεωφορείου. Και τούτο, διότι το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας "..." συγκρούσθηκε με το λεωφορείο, ήτοι με ένα βαρύ και ογκώδες όχημα αναμφισβήτητα πολλαπλάσιο του βάρους του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ενώ μετά τη σύγκρουσή του με το λεωφορείο, κινήθηκε προς τα δεξιά και κτύπησε τον κάδο απορριμμάτων τον οποίο εκτόξευσε διαγώνια και πήρε τη θέση του.
Αντίθετα προκύπτει ότι το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο είχε αυξημένη ταχύτητα, ήτοι ανώτερη της επιτρεπομένης...", ενώ, συνεκτιμώντας όλες τις αποδείξεις, μεταξύ των οποίων και την ως άνω από 13-4-2013 έκθεση έρευνας που συνιστά έγγραφο και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, δέχθηκε ότι η οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου εισήλθε αιφνίδια στο ρεύμα κυκλοφορίας του λεωφορείου και αφού επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του λεωφορείου, εκτράπηκε στο ρεύμα κυκλοφορίας του και επέπεσε στον ευρισκόμενο στο δεξιό πεζοδρόμιο κάδο απορριμμάτων, με συνέπεια να υποστεί εκτεταμένες φθορές και βλάβες κυρίως στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του, καταλήγοντας στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ως άνω Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β' δ' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2017 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 121/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2161/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ