Legislator Case Law & Legislation
842/2018 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against insurance liability judgment regarding disability evidence evaluation under special procedure.

Case Number 842/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed a partial appeal against a first-instance judgment regarding insurance liability for vehicle damage. The appellant argued that the lower court improperly evaluated specific disability certificates as evidence, violating statutory rules on evidentiary weight. The Court rejected this claim because the special procedure under Article 681A grants the judge discretion to assess evidence not strictly bound by formal requirements, thus dismissing the appeal on those grounds while upholding the procedural admissibility of the appeal itself.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 330, 914, 300, 559, 681A of the Civil Code; In special procedures like those for vehicle damage claims, the court has the authority to evaluate evidence according to legal standards without being bound by rigid formalities, rendering appeals challenging such evidentiary assessments inadmissible.

Keywords

AI generated
special procedure vehicle damage disability evidence evaluation judicial discretion assessment insurance liability compensation appeal admissibility grounds evidentiary weight rules concurrent fault mitigation

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 330, 914 of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Civil Code
Article 569 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 842 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 842/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χαρίσογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάππο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-11-2009 και 28-9-2010 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 69/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, που κήρυξε εαυτό κατά τόπον αναρμόδιο και παρέπεμψε τις αγωγές για συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω δύο αγωγές, εξέδωσε τις 31/2013 εν μέρει οριστική και 75/2014 οριστική αποφάσεις του. Ακολούθως, εκδόθηκε η 153/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2016 αίτησή της και τους από 12-7-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 17-10-2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 26/21-10-2016 αίτηση, για αναίρεση της 153/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και οι από 12-7-2017 πρόσθετοι λόγοι αυτής (με αριθμό κατάθεσης 62/2017), οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρ. 569 ΚΠολΔ), πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και την έκτασή της, οπότε το Δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.

Εξάλλου, ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988 ΕλλΔ 1989 1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 25/2004).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του όρθρου 929 ΑΚ "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επί πλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του...". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914, 298 Α.Κ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση παρανόμου και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από την θετική ζημία, δηλαδή την μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και το διαφυγόν κέρδος.

Ως τέτοιο λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς, με πιθανότητα, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιπτώσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Επομένως, για την ευδοκίμηση αγωγής, με την οποία διώκεται αποζημίωση του παθόντος από την σύγκρουση οχημάτων, για διαφυγόντα κέρδη, αρκεί να αναφέρεται ο' αυτή και να αποδεικνύεται, εκτός άλλων, η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, που υπέστη από το ατύχημα, καθώς και η εργασία ή επαγγελματική δραστηριότητα, την οποία, με πιθανότητα, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εκτελούσε ο παθών, έναντι συγκεκριμένης αμοιβής, κατά το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτός, συνεπεία της παθήσεώς του, περιήλθε σε ανικανότητα να απασχοληθεί με την εργασία του αυτή (ΑΠ 2179/2009).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο τμήμα του πρώτου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του χωρίς αιτιολογία απέρριψε το αίτημα περί διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που είχε υποβληθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αλλά και του εκδώσαντος την πληττόμενη απόφαση Εφετείου.

Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει παραδοχή του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα, που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (που με το ν. 3994/2011 αντικαταστάθηκε το κείμενο του νόμου) και όχι απλώς "ειδικές γνώσεις", οπότε η απόρριψη του αιτήματος της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, διότι δεν ήταν υποχρεωτικός ο διορισμός πραγματογνώμονος κατά την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 368 ΚΠολΔ (ΑΠ 1189/2008).

Αντίθετα από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το εν λόγω αίτημα της αναιρεσείουσας δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα: "...Από το σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρθηκαν παραπάνω αποδείχθηκε πλήρως η ολική ανικανότητα του ενάγοντος για εργασία για το επίμαχο διάστημα.

Επομένως ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται στο Δικαστήριο για το συγκεκριμένο θέμα και ως εκ τούτου το αίτημα της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας περί διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης κρίνεται απορριπτέο...". Εξάλλου το Δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να δικαιολογήσει την απορριπτική κρίση του επί του αιτήματος διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, καθόσον το σχετικό αίτημα δεν αποτελεί "ζήτημα" κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1850/2007).

Επομένως ο πρώτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο του τμήμα, πρέπει ν' απορριφθεί.

Με το κατ' εκτίμηση δεύτερο τμήμα του πρώτου λόγου αναιρέσεως, αλλά και του από 12.7.2017 πρώτου πρόσθετου λόγου αυτής, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι, ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας του υποχρέου. παρά την ποσοτική αοριστία των συνεκδικασθεισών αγωγών λόγω ανεπαρκούς εκθέσεως σ' αυτές των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη των αιτημάτων τους το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση τις έκρινε ορισμένες.

Ειδικότερα αιτιάται, ότι δεν διαλαμβάνονται τα απαραίτητα στοιχεία για τη θεμελίωση της υπαιτιότητας του υποχρέου σε αποζημίωση της παράνομης συμπεριφοράς αυτού έναντι του ζημιωθέντος και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας αφ' ενός και αφ' ετέρου τα απαραίτητα στοιχεία της εκ του άρθρου 931 ΑΚ αποζημιώσεως.

Ο λόγος αυτός κατά το αναφερόμενο τμήμα, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, ως προς την αιτίαση της ποσοτικής αοριστίας των συνεκδικασθεισών από 30-11-2009 (και με αριθμό κατάθ. 169/2009) και από 28.9.2010 (και με αριθμό κατάθ. 115/2010) αγωγών, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός της αοριστίας τους είναι και αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν, καθόσον από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των εν λόγω αγωγών προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ' αυτές τα εκ του άρθρου 216 ΚΠολΔ απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά, που κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ θεμελιώνουν την ευθύνη για αποζημίωση από αδικοπραξία και συγκεκριμένα της υπαιτιότητας του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην προκειμένη περίπτωση της αμέλειας, της παράνομης συμπεριφοράς του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου, που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Αντίθετα κατά το τμήμα, που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ορισμένη και νόμιμη την από 28.9.2010 (και με αριθμό κατάθ. 115/2010) αγωγή, ως προς την αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και στη συνέχεια αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 25.000,00 ευρώ ως αποζημίωση (παροχή κατά την προσβαλλόμενη απόφαση) του άρθρου 931 ΑΚ, το Εφετείο υπέπεσε στην κατ' ορθότερο χαρακτηρισμό εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον έκρινε ορισμένη και νόμιμη την από 28-9-2010 (και με αριθμό κατάθ. 115/2010) αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία, για την θεμελίωσή της και την περιγραφή της αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, γεγονότα, που όμως δεν εκτίθενται σ' αυτήν.

Συγκεκριμένα, στην ως άνω αγωγή εκτίθενται επί λέξει τα ακόλουθα: "...Ειδικότερα από την άνω σύγκρουση μέχρι και σήμερα νοσηλεύομαι κατ' οίκον μη δυνάμενος να εργασθώ και με ιατρικές συστάσεις απαγορεύεται η απασχόλησή μου σε κάθε είδους εργασία για το επόμενο διάστημα της ζωής μου. Συγκεκριμένα μετά από ιατρικές εξετάσεις διαπιστώθηκε ψυχωτική κατάθλιψη με μείζονα κατάθλιψη και έντονο αυτοκτονικό ιδεασμό εξ αιτίας του άνω προηγηθέντος ατυχήματος και μου απαγορεύθηκε κάθε εργασία για οιοδήποτε βιοποριστικό επάγγελμα.

Από το άνω ατύχημα υπέστην τις ακόλουθες ζημίες: 1. Εργάζομαι ως μόνιμος υπάλληλος στην ... με την ειδικότητα του τεχνίτη υδραυλικού, με μηνιαίο μισθό 2.487,60 ευρώ μεικτά. Από της 30-11-2009 και για τα επόμενα 25 πιθανολογούμενα υπόλοιπα έτη της ζωής μου έχω απωλέσει τα παρακάτω ποσά (αφού για το προγενέστερο διάστημα έχω ασκήσει άλλη αγωγή):

Ποσόν 2.487,60 ευρώ χ 12 μήνες χ 25 έτη = 746.280 ευρώ, ποσό βεβαίως το οποίο θα εσόδευα κατά την λογική πορεία των πραγμάτων αν δεν συνέβαινε το άνω ατύχημα. 2. Εξ αιτίας του άνω σοβαρού τραυματισμού μου ένοιωσα απερίγραπτους πόνους και ακόμη δοκίμασα ταλαιπωρία και στενοχώρια από την πλήρη και μόνιμη αναπηρία μου από το ατύχημα αυτό μετά την διαπίστωση της αναπηρίας μου στον βαθμό αυτό.

Το ελάχιστο ποσό που κάθε λογικός και μετριόφρων άνθρωπος θα ζητούσε σε παρόμοια περίπτωση είναι το ποσό των 300.000 ευρώ, ποσό βεβαίως το οποίο είναι εύλογο και δίκαιο. Επειδή συντρέχει νόμιμος λόγος να μου καταβληθούν τα άνω ποσά άμεσα για την αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων μου...". Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με το κεφάλαιο της αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή: "Περαιτέρω στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από το ένδικο ατύχημα υπέστη μόνιμη μερική αναπηρία σε ποσοστό 55%...

Η αναπηρία αυτή θα εξακολουθήσει να έχει δυσμενή επίδραση στην επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη, καθόσον αυτός περιήλθε σε αδυναμία να μετέλθει την επαγγελματική δραστηριότητα, την οποία ασκούσε προηγουμένως καθώς και κάθε άλλη που απαιτεί καλή ποδική στήριξη (ορθοστασία, κάθοδο κλίμακος, εργασία εντός λάκκου, μεταφορά φορτίων κλπ), με συνέπεια να αποστερηθεί μελλοντικά εισοδήματα, επί πλέον δε θα επηρεάσει δυσμενώς και την κοινωνική του εξέλιξη, καθόσον είναι εμφανής η σωματική αναπηρία του, αφού βαδίζει με χωλότητα καίτοι δεν χρησιμοποιεί πλέον ως βοήθημα βακτηρίες για την βάδισή του, η κάμψη του γόνατος περιορίζεται στις 100-110 μοίρες, η δε περίμετρος του τετρακέφαλου υπολείπεται του (ΔΕ) κατά 2 cm, ενώ του έχει προκαλέσει και ψυχιατρική πάθηση ευρισκόμενος υπό τακτική ιατρική παρακολούθηση και φαρμακευτική αγωγή, με μόνιμη αρνητική διάθεση, διαταραχές στη συμπεριφορά και έντονη αντικοινωνικότητα.

Επομένως πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα χρηματική παροχή βάσει της ΑΚ 931, για την επίδραση, που θα έχει στο μέλλον του, η αναπηρία, που του κατέλειπε το ατύχημα, η οποία με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας του (διττή σωματική και ψυχική), την ηλικία του κατά το χρόνο του ατυχήματος (45 ετών) και την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 25.000 ευρώ.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που αν και με διαφορετική αιτιολογία επιδίκασε στον ενάγοντα το ίδιο ποσό, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα και συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος της πρώτης έφεσης με τον οποίο παραπονείται η εκκαλούσα ότι υφίσταται εκκρεμοδικία είναι αβάσιμος λόγω έλλειψης ταυτότητας νομικής αιτίας (η πρώτη αξίωση στηρίζεται στην ΑΚ 932 και η δεύτερη αξίωση στηρίζεται στην ΑΚ 931), όπως αβάσιμος είναι και ο αντίστοιχος συναφής με το κεφάλαιο αυτό λόγος της πρώτης αντέφεσης...".

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για την θεμελίωση της αγωγής και την περιγραφή της εν λόγω αποζημίωσης γεγονότα, όπως η δυσμενής επίδραση της σωματικής και ψυχικής βλάβης, που ο αναιρεσίβλητος υπέστη κατά το ένδικο ατύχημα στην επαγγελματική, οικονομική, οικογενειακή και κοινωνική εξέλιξη αυτού, που, όμως, δεν εκτίθενται σ' αυτή, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και θα πρέπει ο πρώτος λόγος, κατά το ως άνω τμήμα του να γίνει δεκτός.

Μετά δε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το τμήμα που αφορά την από 28.9.2010 (και με αριθμό κατάθ. 115/2010) αγωγή ως προς την αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει και τον εκ του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έβδομο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο αιτιάται για την επιδίκαση μη αιτηθείσας με την από 28.9.2010 (και με αριθμό κατάθ. 115/2010) αγωγή αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, παρέλκει η έρευνα του έβδομου λόγου αναιρέσεως.

Περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την αγωγική αξίωση των διαφυγόντων κερδών του διαστήματος από 1-8-2010 έως 2-10-2029, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Επομένως, ο ενάγων που λάμβανε από την άνω εργασία του κατά το χρόνο επέλευσης του ατυχήματος το ποσό των 2.427,60 ευρώ μηνιαίως ως μικτές αποδοχές από το οποίο αφαιρουμένου του ποσού κρατήσεων ύψους 489,02 ευρώ, λάμβανε το ποσό των 1.938,56 ευρώ ως καθαρές αποδοχές μηνιαίως δικαιούται να λάβει για το χρονικό διάστημα από 28-07-2010 έως 31-07-2011 το ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού της χορηγηθείσας σύνταξης και των μηνιαίων αποδοχών που θα ελάμβανε κατά πάσα πιθανότητα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα από την εργοδότριά του, ήτοι 2.427,60 ευρώ - 1.351,34 ευρώ = 1.076,26 ευρώ μηνιαίως χ 12 μήνες = 12.915,12 ευρώ.

Ακολούθως ο ενάγων δικαιούται να λάβει για το χρονικό διάστημα από 01-08-2011 έως 30-07-2015 το ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού της χορηγηθείσας σύνταξης και των μηνιαίων αποδοχών που θα ελάμβανε κατά πάσα πιθανότητα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα από την εργοδότριά του, ήτοι 2.427,60 ευρώ - 1.379,11 ευρώ = 1.048,49 ευρώ μηνιαίως χ 48 μήνες = 50.327,52 ευρώ...

Αναφορικά με τα διαφυγόντα κέρδη, που αξιώνει, ο ενάγων, μετά τον τραυματισμό του, αποδείχθηκε ότι αυτός κατέστη, εξ αυτού (ενδίκου τραυματισμού του) ολικά ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος, και, βάσει αποφάσεως του Διευθυντή ΙΚΑ κατόπιν των αποφάσεων αρχικά της Πρωτοβάθμιας και ακολούθως της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής αναφορικά με το ποσοστό της αναπηρίας του, ήδη εισπράττει, λόγω αναπηρίας του, αναπηρική σύνταξη από το ΙΚΑ.

Η ανικανότητά του δε αυτή θα διαρκέσει, με βεβαιότητα, μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας του για την, χωρίς τη μεσολάβηση του επίμαχου τραυματισμού, συνταξιοδότησή του, ήτοι μέχρι τις 02-10-2029, οπότε αυτός θα συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του, αφού έχει γεννηθεί στις 02-10-1964 και όπως προκύπτει από την από 02-07-2009 μισθοδοτική του κατάσταση έως τον επίμαχο τραυματισμό του, αυτός είχε υπηρεσία 20 ετών και 10 μηνών, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο τούτο να πιθανολογεί ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και αν δεν είχε μεσολαβήσει ο ένδικος τραυματισμός του, ο ενάγων θα απασχολείτο έως το 65ο έτος της ηλικίας του ως υδραυλικός στην εργοδότρια εταιρεία, κατ' έτος, αποκερδαίνοντας μηνιαίως, κατά μέσον όρο και με βάση υπολογισμού την μισθοδοσία του κατά την ημέρα του τραυματισμού του, το χρηματικό ποσό των 2.216,61 ευρώ, μηνιαίως, ήτοι...

Από το παραπάνω ποσό αφαιρείται το ποσό των 1.379,11 ευρώ που λαμβάνει μηνιαίως ως σύνταξη αναπηρίας από το Ι.Κ.Α. οπότε προκύπτει μηνιαία διαφορά ύψους 837,50 ευρώ που δικαιούται να λαμβάνει κάθε μήνα μέχρι την ημερομηνία που θα συνταξιοδοτείτο εάν δε μεσολαβούσε το ατύχημα. Η αποθετική, επομένως, ζημία του ενάγοντος, συνεπεία της από τον ένδικο τραυματισμό του αδυναμίας του προς εργασία, ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 142.402,91 ευρώ (837,50 ευρώ χ 12 μήνες χ 14 έτη, 2 μήνες και 1 ημέρα, που απομένουν από την 01-08-2015 έως τις 02-10-2029) ήτοι 10.050 ευρώ χ 14 έτη = 140.700 ευρώ + 837,50 χ 2 μήνες = 1.675 ευρώ + 27,91 ευρώ για μία ημέρα = 140.700 ευρώ + 1.702,91 ευρώ = 142.402,91 ευρώ...

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με το να μην επιδικάσει ποσό για το άνω χρονικό διάστημα επικαλούμενο ανεπάρκεια αποδεικτικών μέσων εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της δεύτερης αντέφεσης, που αφορά το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών, το οποίο πλήττεται με τη δεύτερη έφεση πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος...".

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι, ως προς την αγωγική αξίωση των διαφυγόντων κερδών, για το από 1-8-2015 έως 2-10-2029 μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα, δεν έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, αφού δεν καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και εν μέρει αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον ήταν αναγκαία η παράθεση στοιχείων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η εξακολούθηση της σύνδεσης της σωματικής και ψυχικής του πάθησης με τον επίδικο τραυματισμό του για το από την 1.8.2015 έως 2.10.2029 μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα ενόψει των παραδοχών της:

α) "... η χορηγηθείσα σύνταξη παρατάθηκε για το χρονικό διάστημα από 1.8.2011 έως 30.7.2015...", β) "...αναφορικά με τα διαφυγόντα κέρδη, που αξιώνει ο ενάγων, μετά τον τραυματισμό του, αποδείχθηκε ότι αυτός κατέστη εξ αυτού (ενδίκου τραυματισμού του) ολικά ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος και βάσει αποφάσεως του Διευθυντή του ΙΚΑ κατόπιν των αποφάσεων αρχικά της Πρωτοβάθμιας και ακολούθως της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής αναφορικά με τα ποσοστά της αναπηρίας του, ήδη εισπράττει, λόγω αναπηρίας του, αναπηρική σύνταξη από το ΙΚΑ.

Η ανικανότητά του δε αυτή θα διαρκέσει με βεβαιότητα μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου της ηλικίας του για την χωρίς την μεσολάβηση του επίμαχου τραυματισμού, συνταξιοδότησή του, ήτοι μέχρι τις 2.10.2029...". Ειδικότερα: α) ενώ δέχεται επί λέξει ότι "...η σωματική και ψυχική κατάσταση εξακολουθεί ως σήμερα..." δηλαδή κατά τον χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιόν του (8.10.2015) επικαλούμενη και τις σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις, στη συνέχεια υπάρχει ασάφεια ως προς το αν αυτή, βάσει των ως άνω ιατρικών γνωματεύσεων ή άλλων στοιχείων, θα εξακολουθήσει να υφίσταται και για το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή του χρόνου συνταξιοδοτήσεώς του στις 2.10.2029, ώστε να επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την ικανότητά του προς εργασία και να υπάρχει έτσι και κατ' αυτό το χρονικό διάστημα ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής (σωματικής και ψυχικής πάθησης) με την ανικανότητά του προς εργασία και κατ' ακολουθία με το επιζήμιο αποτέλεσμα και β) δεν διευκρινίζεται αν η αναπηρική σύνταξη των 1.379,11 ευρώ ή οποιουδήποτε άλλου ποσού, που ο αναιρεσίβλητος λαμβάνει από το ΙΚΑ, θα εξακολουθήσει να καταβάλλεται και κατά το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα από 1.8.2015 έως 2.10.2029, καθώς και τα στοιχεία-κριτήρια, βάσει των οποίων θα συντελείται η εν λόγω καταβολή, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ως άνω χορηγηθείσα σύνταξη παρατάθηκε μόνο για το χρονικό διάστημα από 1.8.2011 έως 30.7.2015, ώστε να πιθανολογηθεί κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων το ακριβές ύψος των απολεσθέντων ή μη διαφυγόντων κερδών του αναιρεσιβλήτου για το εν λόγω επίδικο χρονικό διάστημα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο τμήμα του και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής, κατά το δεύτερο τμήμα του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (λόγος που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως προς την αγωγική αξίωση των διαφυγόντων κερδών για το ανωτέρω από 1-8-2015 έως 2-10-2029 επίδικο χρονικό διάστημα.

Με τον δεύτερο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε "πράγματα" ως αληθή χωρίς απόδειξη ή χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά, αναφορικά με την απόρριψη του υποβληθέντος από την ίδια αιτήματος διεξαγωγής ιατρικής πραγματογνωμοσύνης ως προς το σύνδεσμο της ψυχικής ασθένειας του αναιρεσιβλήτου με το επίδικο ατύχημα, καθόσον πρόκειται για ειδικό και εξειδικευμένο απολύτως ζήτημα για το οποίο απαιτούνταν ιδιάζουσες και ειδικές γνώσεις ειδικού ιατρού - πραγματογνώμονος. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο του τμήμα είναι απαράδεκτος, καθόσον η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου της ουσίας, η δε απόρριψη ή η αποδοχή του αιτήματος του διαδίκου για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης. Αντίθετα ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο τμήμα, τίθεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνεται παραδοχή του Εφετείου ότι ο σύνδεσμος της ψυχικής ασθένειας του αναιρεσιβλήτου με το επίδικο ατύχημα είναι ειδικό και εξειδικευμένο απολύτως, ζήτημα για το οποίο απαιτούνται ιδιάζουσες και ειδικές γνώσεις ειδικού ιατρού - πραγματογνώμονος. Επομένως ο δεύτερος λόγος πρέπει ν' απορριφθεί.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 305 ΚΠολΔ και 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ με την απόρριψη του υποβληθέντος από την αναιρεσείουσα αιτήματος διεξαγωγής ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον οι προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΠολΔ έχουν κριθεί ως δικονομικού δικαίου (ΑΠ 132/1988 και ΑΠ 1089/2007, αντιστοίχως) και κατά συνέπεια επί παραβιάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας δεν ιδρύονται οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως (ΑΠ 608/2008).

Με τον τέταρτο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα", που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα πραγματικούς ισχυρισμούς σχετικά με τον ελαφρύ τραυματισμό του αντιδίκου (μόλις πέντε ημέρες νοσηλείας), το ανέφικτο της σύνδεσης της όποιας ψυχικής πάθησής του (αμφισβητούμενης σε κάθε περίπτωση εντόνως και μη αποδειχθείσας) με το ένδικο τροχαίο ατύχημα, αφού αυτή εμφανίζεται πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το ατύχημα κι ενώ ο αντίδικος είχε επανέλθει στην εργασία του, ως επίσης και τους ισχυρισμούς της περί οριζοντίων μειώσεων σε όλους τους εργαζομένους της Επικράτειας, και ότι είναι απορίας άξιον πώς η πληττόμενη απόφαση εξαιρεί από το γεγονός αυτό την εργοδότρια του αντιδίκου Δημόσια Επιχείρηση Ύδρευσης Αμαλιάδας και τελικά αυτά δεν ελήφθησαν υπόψιν.

Ακόμη, προσκομίστηκε βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. του αντιδίκου με τα εισοδήματα του αναιρεσιβλήτου και βεβαίωση της χορηγηθείσης συντάξεώς του, δεν έλαβε υπόψιν αυτά και υπολόγισε εντελώς λανθασμένα τα διαφυγόντα εισοδήματά του. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που αντλούνται από το νόμο και την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν αυτοτέλεια (ΑΠ 2166/2009) και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο λόγος του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί για την απόδειξη της βασιμότητας ισχυρισμού της ότι ο αναιρεσίβλητος επανήλθε στην εργασία του μετά τον τραυματισμό του και ότι δεν υπέστη, λόγω του επίδικου ατυχήματος, αναπηρία και ανικανότητα προς εργασία και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του:

α) έκθεση ειδικού ερευνητή της, βάσει της οποίας στις 19/12/2013 ο αντίδικος εθεάθη να κινείται χωρίς πατερίτσες, κυκλοφορούσε σε εξωτερικές διαδρομές, αναφέρεται δε ότι βγαίνει καθημερινά και είναι αρκετά κοινωνικός. Κανείς από τους ερωτηθέντες περιοίκους δεν ανέφερε ψυχολογικά προβλήματα, ενώ αρνήθηκε να συνομιλήσει με τον ερευνητή της, β) βεβαίωση - γνωμάτευση του χειρουργού -ορθοπεδικού Π.

Σ., ο οποίος αφού εξέτασε τον αντίδικο, βεβαίωσε ότι στις 28/2/2011 δεν παρουσιάζει πλέον κανένα περιορισμό της κάμψης του γόνατος και αυτός βαδίζει ελεύθερα, γ) το από 14/9/2009 πιστοποιητικό Γ. Ν. Αμαλιάδας, από το οποίο προκύπτει ότι η νοσηλεία του αντιδίκου διήρκεσε μόλις 5 ημέρες, δ) το από 19/5/2010 σημείωμα φαρμακευτικής αγωγής του αντιδίκου του Γ.

Ν. Πύργου, από το οποίο εάν προσκομιστεί σε ιατρό-πραγμ/να θα βεβαιώσει τον ήπιο χαρακτήρα των ψυχολογικών προβλημάτων του αντιδίκου και ουχί φυσικά την βεβαρημένη ψυχική υγεία του. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί.

Ο εκ του αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το Δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο εκτιμά κατά το νόμο και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου όπως στις ειδικές διαδικασίες και εν προκειμένω στην εκ του άρθρου 681Α προκείμενη ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του.

Εν προκειμένω με τον έκτο από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής κατά το πρώτο τμήμα του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα του από 23.3.2013 δημόσιου εγγράφου του ΚΕΠΑ περί αναπηρίας στον αναιρεσίβλητο κατά ποσοστό 55%, το οποίο ίσχυε μέχρι την 31.7.2015 και της από 28.2.2011 ιατρικής βεβαίωσης του Χειρούργου Ορθοπεδικού Ιατρού Π. Σ.. Ο λόγος αυτός καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής κατά το πρώτο τμήμα του είναι απαράδεκτοι και πρέπει ν' απορριφθούν καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο συγκεκριμένος λόγος δεν ιδρύεται στην προκείμενη εκδικαζόμενη κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α υπόθεση, κατά την οποία το Δικαστήριο, κατά το νόμο, εκτιμά και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Ακολούθως μετά την παραδοχή του δευτέρου τμήματος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και του δεύτερου πρόσθετου λόγου αυτής, κατά το δεύτερο τμήμα του, συναναιρείται και η περί δικαστικής δαπάνης διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου ο όγδοος εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενος λόγος περί παραβιάσεως των διατάξεων του Κώδ. Δικηγόρων ως προς την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη αλυσιτελώς προτείνεται και πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά τα εκτεθέντα και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το τμήμα, που αφορά την από 28.9.2010 (και με αριθμό κατάθ. 115/2010) αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως προς τα πληττόμενα κεφάλαια: α) της αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ και β) των διαφυγόντων κερδών του από 1-8-2015 έως 2-10-2029 επίδικου χρονικού διαστήματος. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο τμήμα, στο εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον Δικαστή, να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 17-10-2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 26/21-10-2016 αίτηση αναιρέσεως και τους από 12-7-2017 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 153/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Αναιρεί την 153/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό τμήμα.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο τμήμα, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ