Legislator Case Law & Legislation
842/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil procedure grounds regarding burden of proof and death of a party.

Case Number 842/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn a final judgment regarding a construction contract dispute. The court held that the lower court correctly applied the objective burden of proof rules, noting that the appellant failed to substantiate negative claims despite the court's full conviction on the positive facts. Consequently, the appeal was rejected, the appellant was ordered to pay the opposing parties' legal costs, and the submitted deposit was remitted to the public fund.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34, 35 of the Code of Civil Procedure; Articles 62, 73, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure; Articles 286 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 573(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(13) of the Code of Civil Procedure: The burden of proof is objective, and an appeal based on the incorrect application of these rules regarding the allocation of the risk of uncertainty is admissible only if the court erred in establishing the facts.

Keywords

AI generated
burden of proof objective weight civil procedure appeal review contract dispute legal costs negative claims

Cited Legislation

AI generated
Articles 34, 35 of the Code of Civil Procedure
Articles 62, 73, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Articles 286 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 842 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 842/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπέη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Ε., 2) Π. Κ. του Κ., 3) Ν. Γ. του Δ., 4) Δ. Μ. του Σ., 5) Μ. Κ. του Ι. και 6) Ι. Τ. του Π., απάντων κατοίκων .... Οι 1ος, 2ος, 3ος, 5η και 6ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ενώ ο 4ος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Κοινοποιουμένη προς: 1) Ο. Γ., σύζυγο Γ. Δ., 2) Μ. Β. του Β. και 3) Ε. Ν. του Δ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 5-5-2008 πρόσθετη παρέμβαση των: 1) Ο. Γ., 2) Μ. Β. και 3) Ε. Ν., προς τους οποίους κοινοποιείται η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε εαυτό καθ’ ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, 203/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, το οποίο συνεκδίκασε την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση και 517/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2015 αίτησή του και τους από 4-3-2016 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 28-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα που, κατ’ άρθρο 573 παρ. 1 αυτού, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου αν ο θάνατος επήλθε μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων και η γνωστοποίηση του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες, εκτός από την τυχόν έκδοση απόφασης.

Η διακοπή δηλ. της δίκης δεν επέρχεται αυτόματα μόλις συμβεί το γεγονός του θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, αλλ’ απαιτείται να προηγηθεί νομότυπη γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση αυτή, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης και η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης.

Αν ο θάνατος επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης εκείνης ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ’ αυτής απόφασης, όταν δηλ. δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε, επομένως, στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθ. 558 ΚΠολΔ, ν’ απευθύνεται, σε κάθε περίπτωση, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν’ απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.

Η αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 31/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι, ο τέταρτος αναιρεσίβλητος Δ. Μ. του Σ., απεβίωσε στις 29-12-2014 (βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. ...-01-2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου, τόμος ...2014 του Ληξιαρχείου Βόλου). Με την από 26-11-2013 δημόσια διαθήκη του, κατέστησε ως κληρονόμους του τα παιδία του Σ.

Δ. Μ. και Χ. Δ. Μ., επί των αναφερομένων σ’ αυτήν ακινήτων, ενώ την σύζυγο του Α. Μ., το γένος Χ. Χ., εγκατέστησε ως αποκλειστική κληρονόμο του, εκτός των άλλων, "σε όλες κατά το χρόνο του θανάτου του χρηματικές απαιτήσεις του από το Ελληνικό Δημόσιο, τις αποκεντρωμένες Διοικήσεις, Περιφέρειες, Δήμους, Εταρείες, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, Οργανισμούς πάσης φύσεως και κατηγορίας και οποινδήποτε ιδιώτη" (βλ.

υπ’ αριθ. .../26-11-2013 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Βόλου Θανάση Ρήγα Μπαντέκα, το υπ’ αριθ. 406/12-10-2015 πρακτικό συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Βόλου, με το οποίο δημοσιεύθηκε η άνω διαθήκη και το υπ’ αριθ. πρωτ. .../9-1-2014 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου Βόλου). Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει γνωστοποίηση στον αναιρεσείοντα από την αποκλειστική κληρονόμο του θανόντος ως άνω αναιρεσιβλήτου σύζυγο του Α.

Μ., το γένος Χ. Χ., που αφορούσαν τις χρηματικές απαιτήσεις του τελευταίου από οποιοδήποτε, περί του θανάτου αυτού κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα, ούτε προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του ως άνω θανάτου πριν από την άσκηση της αναίρεσης που κατατέθηκε στις 26-03-2015 στο Εφετείο Λάρισας, αλλ’ αντιθέτως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού από τις από 06-12-2015 προτάσεις των αντιδίκων του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας σε συναφή αγωγή με την ένδικη διαφορά, όπου η Α.

Μ., το γένος Χ. Χ., δήλωσε ότι συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη ως εκ διαθήκης κληρονόμος του θανόντος στις 29-12-2014 συζύγου της Δ. Μ. του Σ.. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρη και ισχυρή, και κατά το μέρος που στρέφεται και κατά θανόντος, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με την νόμιμη ως άνω κληρονόμο του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2, 576 παρ. 1-3 και 672 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον απολειπόμενο απλό ομόδικο και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ’ αριθμ. .../01-02-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, με έδρα το Πρωτοδικείο Βόλου, Φ. Δ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, με εντολή της πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 11-04-2016 και κλήση προς συζήτηση γι’ αυτήν, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (14-11-2016) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην Α.

Χ. του Χ., χήρα Δ. Μ., ως μόνης εκ διαθήκης κληρονόμου της ένδικης αξιώσεως, του αποβιώσαντος την 29-12-2014 Δ. Μ., κατά του οποίου απευθύνεται, μεταξύ άλλων, η άνω αίτηση αναίρεσης. Όμως, η ανωτέρω κληθείσα υπό την άνω ιδιότητα της δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά από το οικείο πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση μη παραστάσεως κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ενόψει όλων αυτών, νομίμως επαναλήφθηκε η προκείμενη δίκη και η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της ως άνω κληρονόμου του αποβιώσαντος τέταρτου αναιρεσίβλητου Δ. Μ. (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 20-03-2015 αίτηση και τους από 04-03-2016 πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 517/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο συνεκδίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος και των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ αυτού, κατά της υπ’ αριθ. 203/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν η από 25-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων ως προς την κύρια, από αδικοπραξία, βάση της, και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει νομιμοτόκως στους ενάγοντες, ως αποζημίωση, τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε εν μέρει τις συνεκδικασθείσες ως άνω εφέσεις και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή, ως προς την ως άνω, από αδικοπραξία, βάση της, και επεδίκασε στους ενάγοντες νομιμοτόκως, ως αποζημίωση, τα αναφερόμενα στο διατακτικό του μικρότερα, των επιδικασθέντων πρωτοδίκως, μεγαλύτερων ποσών. Η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 παρ. 2 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτοί (αρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (αρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011).

Περαιτέρω, προϋποθέσεις για την κατ" άρθρο 914 ΑΚ δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, είναι α) η παράνομη συμπεριφορά, β) η υπαιτιότητα, γ) η επέλευση της ζημίας και δ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ παράνομης συμπεριφοράς και ζημίας Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 719, 914 και 375 ΠΚ συνάγεται ότι, αν ο εντολοδόχος σε εκτέλεση της εντολής απέκτησε κινητό πράγμα σύμφωνα με τους κανόνες της άμεσης αντιπροσώπευσης, δηλαδή στο όνομα του εντολέα, τότε δεν γίνεται κύριος αυτού, μη αποδίδων δε τούτο στον εντολέα διαπράττει υπεξαίρεση εις βάρος του εντολέα και υποχρεούται σε αποζημίωση αυτού.

Αδικοπραξία, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος, που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη (άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ.). Κατά τη διάταξη αυτή, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως συνίσταται στην παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος που είναι κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει την θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σα να είναι κύριος, η δε υποκειμενική (υπόσταση), στην ύπαρξη του δόλου που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), ανήκει δηλαδή κατά κυριότητα σε άλλον, καθώς και τη θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.

Ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητος πράξη. Επομένως, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, από τον εντολέα για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της.

Έτσι ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές αφού, σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ. 719 Α.Κ., έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της (ΑΠ 1310/2016).

Πρέπει δηλαδή το ιδιοποιούμενο πράγμα, όπως είναι το χρήμα, να το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ακριβώς της ιδιότητος του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης ιδιοκτησίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση αυτής, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποία αντλεί από τον νόμο ή την σύμβαση.

Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 517/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τυγχάνουν διπλωματούχοι αγρονόμοι-τοπογράφοι μηχανικοί και μελετητές δημοσίων έργων, δραστηριοποιούμενοι κατά τον κρίσιμο χρόνο επαγγελματικά στην πόλη του Βόλου, όπου διατηρούσαν, ο καθένας απ’ αυτούς, ατομικά και ανεξάρτητα μελετητικά γραφεία,.

Στις 21-12-1995 υπογράφηκε μεταξύ αφ’ ενός του Ι. Μ. ως νομίμου εκπροσώπου του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος εφεξής Ο.Κ.Χ.Ε.) και αφ’ ετέρου του εναγόμενου (Γ. Δ.) ατομικά και ως εκπροσώπου των συμπραττόντων μελετητών Ο. Γ. (πρώτης προσθέτως παρεμβαίνουσας), Ε.

Ν. (τρίτου προσθέτως παρεμβαίνοντος), Μ. Β. (δευτέρου προσθέτως παρεμβαίνοντος), Ι. Τ. (έκτου ενάγοντος), Δ. Μ. (τέταρτου ενάγοντος), Α. Μ., Ν. Γ. (τρίτου ενάγοντος), Ν. Κ., Μ. Κ. (πέμπτης ενάγουσας), Π. Κ. (δεύτερου ενάγοντος), Α. Μ. (πρώτου ενάγοντος), Π. Β. και Β. Ν., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../20-12-1995 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Βόλου Αγγελικής Δρυμωνίτη - Ζήτη και του μελετητή Χ.

Β., δυνάμει του υπ1 αριθμ. .../20-12-1995 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Σ., σύμβαση ανάθεσης από τον αφ’ ενός συμβαλλόμενο Ο.Κ.Χ.Ε., ως "εργοδότη", στην αφ’ ετέρου συμβαλλόμενη σύμπραξη γραφείων μελετητών, ως "ανάδοχο", της εκπόνησης της μελέτης κτηματογράφησης για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου στο Δήμο Σκιάθου και στην Κοινότητα Αλοννήσου του Νομού Μαγνησίας.

Η αμοιβή του "αναδόχου" (δηλαδή της ανωτέρω σύμπραξης μελετητών) για την εκπόνηση της άνω μελέτης συνομολογήθηκε στο ποσό των 300.000.000 δραχμών, πλέον Φ.Π.Α ποσού 54.000.000 δραχμών, ήτοι στο συνολικό ποσό των 354.000.000 δραχμών κατά τη σχετική προεκτίμηση αμοιβής κατά τη σύναψη της ως άνω σύμβασης, ενώ συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι όλα τα έγγραφα του "εργοδότη" θα κοινοποιούνταν στον εναγόμενο.

Σύμφωνα δε με τον όρο (άρθρο) 7.10 της προαναφερθείσας σύμβασης, φάσεις της μελέτης θεωρούνται: α) η σύνταξη των υποβάθρων του Κτηματολογίου, β) η επεξεργασία των δηλώσεων ιδιοκτησίας και κτηματογράφηση, πριν από την πρώτη ανάρτηση των στοιχείων της κτηματογράφησης για την υποβολή ενστάσεων ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 7 του Ν. 2308/1995 (ΦΕΚ 114Α/15-6- 1995), γ) η επεξεργασία των ενστάσεων ενώπιον της πιο πάνω Πρωτοβάθμιας Επιτροπής και η διόρθωση της κτηματογράφησης, με βάση τις αποφάσεις της επιτροπής, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές του Εθνικού Κτηματολογίου, δ) η επεξεργασία των ενστάσεων μετά τη δεύτερη ανάρτηση ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του Ν.2308/1995 και η διόρθωση της κτηματογράφησης, με βάση τις αποφάσεις της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές του Εθνικού Κτηματολογίου και ε) η μεταφορά ψηφιακών δεδομένων.

Παράλληλα, συμφωνήθηκε (άρθρο 7.10 στ’ , 7-11) ότι η αμοιβή για την επί τόπου παρουσία θα καταβληθεί ως εξής: 60% της αμοιβής μετά την ολοκλήρωση της συλλογής των δηλώσεων ιδιοκτησίας, 20% της αμοιβής μετά τη λήξη της πρώτης ανάρτησης, και 20% της αμοιβής μετά τη λήξη της δεύτερης ανάρτησης. Μετά την υποβολή κάθε φάσης της μελέτης, σύμφωνα με τα περιεχόμενα στον πίνακα εργασιών, ο ανάδοχος δικαιούνταν το 70% της αμοιβής των εργασιών της κάθε φάσης και με την έγκριση το 95% αυτής.

Εάν ο χρόνος μετά την υποβολή και την έγκριση ήταν μεγαλύτερος των δύο μηνών, δυνατό να καταβληθεί στον ανάδοχο επιπλέον 10% της αμοιβής της φάσης, δηλαδή συνολικά 80%. Ενόψει της επικείμενης υπογραφής της παραπάνω σύμβασης, οι ενάγοντες, Α. Μ., Π. Κ., Ν. Γ., Δ. Μ., Μ. Κ. και Ι. Τ. (ήδη αναιρεσίβλητοι) οι οποίοι μαζί με τον εναγόμενο, (ήδη αναιρεσείοντα) τους προσθέτους παρεμβαίνοντες και άλλους πέντε (5) συναδέλφους τους, δηλαδή συνολικά δεκαπέντε (15) αγρονόμοι-τοπογράφοι μελετητές, είχαν συγκροτήσει ομάδα μελετητών, υπό την έννοια της σύμπραξης μελετητικών γραφείων του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν. 716/1977, κατά την εκδήλωση ενδιαφέροντος για την ανάληψη της ως άνω μελέτης κτηματογράφησης, δυνάμει του προαναφερθέντος υπ’ αριθμ. .../20-12-1995 ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, διόρισαν πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο, αντίκλητο και εκπρόσωπο τους, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 923/1978 "περί συγκρότησης των γραφείων μελετών - συμπράξεις αυτών" και του άρθρου 18 του π.δ. 194/1979 "Αξιολόγηση - ενστάσεις - συμβάσεις κλπ.

Μελετών" έναντι του Ο.Κ.Χ.Ε. και κάθε άλλης αρχής και υπηρεσίας τον εναγόμενο με αναπληρώτρια την Ο. Γ. (1η πρόσθετη παρεμβαίνουσα), σύζυγο του τελευταίου. Να σημειωθεί εδώ ότι τα συμπράττοντα γραφεία μελετών, που αποτελούν υπό το ισχύον νομικό καθεστώς (αρθρ. 2 & 5 Ν.716/1977, 4 & 3 ΠΔ 923/1978 και 18 ΠΔ 194/1979), ένωση ατομικών ανεξάρτητων επιχειρήσεων, στα πλαίσια της οποίας κάθε επιχείρηση διατηρεί την αυτονομία και την οικονομική της ελευθερία και ο μόνος συνδετικός κρίκος της μεταξύ τους συνεργασίας είναι η σύμπραξη των μελών της ομάδας για την από κοινού εκτέλεση του αναληφθέντος έργου, δεν συνιστούν κοινοπραξία, ούτε αστική εταιρία επιδιώκουσα οικονομικό σκοπό, δεδομένου ότι ελλείπουν τόσο η δικαιοπρακτική προς τούτο βούληση των κατ’ ιδίαν συνεργαζομένων γραφείων όσο και οι λοιπές τασσόμενες ειδικές για την ύπαρξη αυτής προϋποθέσεις.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 18 παρ. 4 του ΠΔ 1494/1979 "τα συμπράττοντα Γραφεία οφείλουν κατά την κατάρτιση και υπογραφή της συμβάσεως να καταθέσουν συμβολαιογραφική πράξιν διορισμού υπό πάντων κοινού εκπροσώπου αυτών έναντι του κυρίου του έργου και των υπηρεσιών. Διά της αυτής πράξεως ορίζεται υποχρεωτικώς και αναπληρωτής του εκπροσώπου...Ο εκπρόσωπος και ο αναπληρωτής αυτού δέον να είναι φυσικόν πρόσωπον εκ των νομίμως εκπροσωπούντων τα συμπράττοντα γραφεία...Επιφυλασσομένων των διατάξεων της επόμενης παραγράφου ο διορισμός του εκπροσώπου και του αναπληρωτού και η υπό τούτων αποδοχή είναι ανέκκλητη και διαρκούν καθ’ όλην την διάρκειαν εκπονήσεως της μελέτης και μέχρι της πλήρους εκκαθαρίσεως των εκ τούτου μετά του εργοδότου σχέσεων...Ο διορισμός εκπροσώπου και αναπληρωτού και οι δηλώσεις αποδοχής δέον να είναι άνευ αιρέσεων ή όρων και να εκτείνονται εις πάντα τα θέματα τα αφορώντα εις την εκτέλεσιν της συμβάσεως και την καταβολή της αμοιβής της μελέτης".

Δυνάμει λοιπόν του προαναφερθέντος ειδικού πληρεξουσίου, οι ενάγοντες, εκτός των άλλων συμπραττόντων μελετητών, παρείχαν στον εναγόμενο την εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα να υπογράψει για λογαριασμό τους εκτός από τη σύμβαση ανάθεσης μελέτης, τυχόν συμπληρωματικές συμβάσεις, επιμετρήσεις, αιτήσεις, πινάκια αμοιβής, πινάκια κανονισμού νέων τιμών, συγκριτικούς πίνακες, λογαριασμούς και πιστοποιήσεις, να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για τη σύνταξη λογαριασμού αμοιβής της μελέτης, να εισπράττει αμοιβές από τη μελέτη υπογράφοντας κάθε εξοφλητική απόδειξη, να υπογράφει τις δηλώσεις κατανομής της αμοιβής, να εκδίδονται επ’ ονόματι του τα χρηματικά εντάλματα και οι επιταγές και να εξοφλεί αυτά, να κάνει κάθε είδους δηλώσεις και αιτήσεις σε κάθε υπηρεσία, να εισπράττει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, προϊόν αμοιβής μελέτης από κάθε αρμόδιο Ταμείο, Τράπεζα και την Τράπεζα της Ελλάδος και γενικά να εκπροσωπεί τη σύμπραξη των αναδόχων σε όλες τις σχέσεις με τον Ο.Κ.Χ.Ε., την εποπτεύουσα Υπηρεσία και ενώπιον οποιασδήποτε αρχής, μέχρι την τελική παραλαβή και την τελική εξόφληση της αμοιβής της μελέτης, γενικότερα δε να ενεργεί οτιδήποτε αναγκαίο για τη διεκπεραίωση των παραπάνω εντολών, έστω και μη ειδικά αναφερόμενο στο εν λόγω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.

Προηγουμένως, στις 25-9-1995 υπεγράφη μεταξύ των συμπραττόντων μελετητών Δ. Μ. (τέταρτου ενάγοντος), Π. Κ. (δεύτερου ενάγοντος), Α. Μ., Ν. Γ. (τρίτου ενάγοντος), Α. Μ. (πρώτου ενάγοντος), Π. Β., Μ. Β. (δευτέρου προσθέτως παρεμβαίνοντος), Ν. Κ., Β. Ν., Γ. Δ. (εναγομένου) και Ε. Ν. (τρίτου προσθέτως παρεμβαίνοντος), ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι ρύθμισαν τον τρόπο κατανομής της αμοιβής τους από την εκπόνηση του παραπάνω έργου, τους όρους του οποίου αποδέχθηκαν στη συνέχεια και οι λοιποί συμπράττοντες μελετητές και μη συμβαλλόμενοι στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως τούτο συνομολογείται τόσο από τους ενάγοντες, όσο και από τον ίδιο τον εναγόμενο.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τους όρους του παραπάνω, από 25-9-1995, ιδιωτικού συμφωνητικού, η προεκτιμώμενη αμοιβή του έργου της μελέτης κτηματογράφησης για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου στις νήσους Σκιάθο και Αλόνησο, θα κατανεμόταν ως εξής: Κάθε μελετητής με τάξη πτυχίου Α’ , όπως ήταν τότε οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτη των εναγόντων, θα λάμβανε ποσοστό 2,5% αυτής, κάθε μελετητής με τάξη πτυχίου Β’ , όπως ήταν τότε οι τέταρτος και έκτος των εναγόντων, θα λάμβανε ποσοστό 5,0% αυτής, και κάθε μελετητής με τάξη πτυχίου Γ’ , όπως ήταν τότε ο εναγόμενος, θα λάμβανε ποσοστό 7,5% αυτής.

Παράλληλα, όμως, συμφωνήθηκε ότι καθένας απ’ αυτούς θα εξέδιδε αποδείξεις, που θα αντιστοιχούσαν στο ποσοστό που αναφερόταν στη δήλωση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, ήτοι ποσοστό 3,846% ανά μονάδα, καθώς και ότι η διαφορά του προκαταβλητέου φόρου μεταξύ πραγματικής και συμβατικής αμοιβής θα βάρυνε το γραφείο "Δ.- Γ.-Ν.".

Ειδικότερα, καταγράφηκε (στο ίδιο ως άνω συμφωνητικό) ότι η διαφορά μεταξύ των ποσοστών συμβατικής και πραγματικής αμοιβής των μελετητών αποσκοπούσε στην εκταμίευση ποσού 105.000.000 δραχμών, το οποίο θα διατίθετο στο παραπάνω γραφείο για κάλυψη του απαραίτητου εξοπλισμού, εξόδων κ.λ.π. Επίσης, συμφωνήθηκε, με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό, ότι σε περίπτωση αμοιβής υπερβαίνουσας το ποσό των 300.000.000 δραχμών, το ποσό αυτό θα κατανεμόταν κατά ποσοστό 3,5%, 7,0%, και 10,5% στον κάθε μελετητή με πτυχίο Α’ , Β’ και Γ’ τάξης αντίστοιχα, με τη ρητή πρόβλεψη ότι αναφορικά με την έκδοση αποδείξεων και τον προκαταβλητέο φόρο θα ίσχυαν όσα είχαν ήδη γίνει αμοιβαία αποδεκτά, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου του προναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει, ότι τα μέλη της σύμπραξης μελετητών προσδιόρισαν με αυτό τόσο την αμοιβή κάθε συμπράττοντος μελετητή, όσο και τη συμμετοχή του καθενός στα πραγματοποιούμενα έξοδα, στα πλαίσια μιας ιδιότυπης συμφωνίας ως προς τον τρόπο κατανομής της αμοιβής και των εξόδων, καθόσον τα στάδια της μελέτης δεν ήταν ανεξάρτητα μεταξύ τους, αλλά το κάθε επιμέρους στάδιο ήταν αναγκαίο προστάδιο του επόμενου και η χρησιμότητα του κάθε σταδίου διατηρούνταν μέχρι του πέρατος του έργου, αλλά και κατά τη λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου.

Από τους όρους και ρυθμίσεις του εν λόγω συμφωνητικού σαφώς συνάγεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη "αντικειμενικοποίησαν" τόσο την αμοιβή καθενός μελετητή, όσο και τα έξοδα και δεν εξάρτησαν την αμοιβή τους από το είδος και την ποσότητα της παρασχεθείσας εργασίας. Η συμφωνία αυτή δεν προέκυψε ότι τροποποιήθηκε με άλλη νεώτερη, κατά την οποία τριμελής συντονιστική επιτροπή κατένειμε τις αμοιβές, βάσει της ποσότητας και του είδους της εργασίας που καθένας από τους συμμετάσχοντες μελετητές παρείχε, συνυπολογιζομένης της τάξης του πτυχίου του, όπως αβάσιμα διατείνονται ο εναγόμενος και οι προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντες και ήδη εκκαλούντες.

Άλλωστε, τη μη ύπαρξη άλλης νεώτερης συμφωνίας για τον τρόπο κατανομής της αμοιβής, πλην της από 25-9-1995 συμφωνίας επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο εναγόμενος, ο οποίος εξεταζόμενος ως μηνυτής ενώπιον του Πταισματοδίκη Βόλου, στα πλαίσια διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, κατόπιν σχετικής εγκλήσεώς του σε βάρος των εναγόντων για συκοφαντική του δυσφήμιση, κατέθεσε επί λέξει ότι: "Στο ερώτημα σας αν υπήρχε άλλη ιδιαίτερη συμφωνία επί των αμοιβών των εγκαλούμενων (εναγόντων) απαντώ ότι δεν υπήρχε άλλη, πλην της αρχικής, η οποία έχει κατατεθεί".

Βέβαια, οι εκκαλούντες επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν στο παρόν Δικαστήριο εννέα (9) ιδιωτικά συμφωνητικά, με ημερομηνία 18-12-1995, προσκομισθέντα μετ’ επικλήσεως και πρωτοδίκως, τα οποία καταρτίστηκαν και υπογράφηκαν μεταξύ του εναγομένου αφ! ενός, ως εκπροσώπου των συμπραττόντων μελετητών, και αφ’ ετέρου, καθενός εκ των μελετητών ξεχωριστά Α.

Μ. (1ου ενάγοντος), Ν. Γ. (3ου ενάγοντος), Π. Κ. (2ου ενάγοντος), Δ. Μ. (4ου ενάγοντος), Μ. Β. (2ου προσθέτως παρεμβαίνοντος), και των μη διαδίκων Π. Β., Ν. Κ., Β. Ν. και Α. Μ., επικαλούμενοι νεώτερη συμφωνία με τους ανωτέρω συμπράττοντες μελετητές, συμπληρωματική και διευκρινιστική της από 25-9-1995 αρχικής συμφωνίας. Ωστόσο, από την επισκόπηση του περιεχομένου των συμφωνητικών αυτών, που είναι πανομοιότυπα μεταξύ τους, ουδόλως συνάγεται ότι η αμοιβή εκάστου των μελετητών εξαρτήθηκε από την εργασία που καθένας από αυτούς θα παρείχε, ούτε ότι συναρτήθηκε το ύψος αυτής (αμοιβής) προς την ποσότητα των εκτελεσθεισών εργασιών.

Στα συμφωνητικά αυτά απλώς διευκρινίστηκε το ποσοστό συμμετοχής του δευτέρου συμβαλλόμενου σε αυτά (συμφωνητικά) στην αμοιβή της μελέτης, μεταξύ άλλων δε, ορίστηκε ότι ο δεύτερος συμβαλλόμενος θα εκτελέσει εργασίες της μελέτης που θα του αναθέσει τριμελής επιτροπή Ελέγχου Μελετητικής Ομάδας Εργασιών, αποτελούμενη από τον πρώτο συμβαλλόμενο Γ.

Δ. (εναγόμενο), ως πρόεδρο και άλλους δύο συμπράττοντες μελετητές, ότι ο δεύτερος συμβαλλόμενος υποχρεούται να είναι απόλυτα συνεπής, όσον αφορά την ποιότητα και την ποσότητα της ανατιθέμενης προς αυτόν εργασίας, καθώς και ως προς τον χρόνο παράδοσης της, όπως αυτός θα καθορίζεται από την παραπάνω Επιτροπή Ελέγχου, ότι ο δεύτερος συμβαλλόμενος, σε περίπτωση αδυναμίας να ανταποκριθεί στις ως άνω υποχρεώσεις, οφείλει να δηλώσει τούτο έγκαιρα στον πρώτο συμβαλλόμενο, προκειμένου το αντικείμενο της εργασίας να ανατεθεί εκ νέου σε άλλον μελετητή από τους συμπράττοντες στη μελέτη αυτή, επιλογής της παραπάνω τριμελούς επιτροπής, ότι στην περίπτωση αυτή (δήλωση αδυναμίας) ο δεύτερος συμβαλλόμενος υποχρεούται να εκδώσει δικό του δελτίο παροχής υπηρεσιών, για ποσό αμοιβής αντίστοιχο προς το μη εκτελεσθέν από αυτόν τμήμα των εργασιών και να παραδίδει έγκαιρα στον πρώτο συμβαλλόμενο όλες τις προβλεπόμενες από το νόμο αποδείξεις και βεβαιώσεις για την είσπραξη του αντίστοιχου λογαριασμού και ότι ο νέος μελετητής στον οποίο θα ανατεθεί η εκτέλεση των εργασιών θα καταβάλει όλες τις κατά νόμο κρατήσεις επί του λογαριασμού και θα εισπράττει την συμφωνημένη αμοιβή, πλην ποσοστού 10% επ’ αυτής, που θα περιέρχεται στον δεύτερο συμβαλλόμενο, ως αποζημίωση για τη χρήση του πτυχίου του, παρά το γεγονός της μη εκτέλεσης από τον ίδιο των εργασιών αυτών, ότι ο δεύτερος συμβαλλόμενος υποχρεούται να εκδίδει αποδείξεις, αντίστοιχες προς το ποσοστό συμμετοχής του στην αμοιβή, όπως αυτό προσδιορίζεται στην κατατεθείσα εκδήλωση ενδιαφέροντος (δήλωση σύμπραξης), δηλαδή σε ποσοστό 3,844% ανά μονάδα μελετητικού πτυχίου, ότι η διαφορά μεταξύ της συμβατικής και πραγματικής τιμής θα διατεθεί στον πρώτο συμβαλλόμενο (Γ.

Δ.) για την κάλυψη των εξόδων και δαπανών αγοράς του απαραίτητου εξοπλισμού για τις ανάγκες εκτέλεσης της μελέτης, ότι ο δεύτερος συμβαλλόμενος θα εκδίδει αποδείξεις, χωρίς να έχει εκτελέσει, λόγω αδυναμίας, ο ίδιος το αντίστοιχο μέρος των εργασιών, κατ’ εφαρμογή του 3ου όρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά δεν προσκόμισε ο εναγόμενος, κατά το στάδιο της ανάκρισης που διενεργήθηκε, κατόπιν ασκήσεως ποινικής διώξεως σε βάρος του για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος (που θα γίνει λόγος παρακάτω).

Είναι μεν αλήθεια ότι τουλάχιστον στα αρχικά στάδια της εκτέλεσης του άνω έργου της μελέτης κτηματογράφησης πράγματι συνεστήθη και λειτούργησε μια τριμελής επιτροπή, αποτελούμενη απο τον εναγόμενο, ως Πρόεδρο, και τους Μ. Β. (δεύτερο προσθέτως παρεμβαίνοντα) και Δ. Μ. (τέταρτο ενάγοντα) ως μέλη, η οποία προέβαινε στην κατανομή ανάμεσα στους μελετητές των εργασιών που έπρεπε να εκτελεσθούν σε κάθε στάδιο της μελέτης.

Η επιτροπή αυτή, όμως, η οποία φαίνεται να λειτούργησε το αργότερο μέχρι το έτος 1999, ουδόλως αποδείχθηκε ότι είχε καμία αρμοδιότητα στον προσδιορισμό της κατανομής της αμοιβής ανάμεσα στους μελετητές και μάλιστα βάσει της ποσότητας και του είδους της εργασίας που καθένας από τους συμμετέχοντες μελετητές παρείχε, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες, αφού η αμοιβή του κάθε μελετητή της σύμπραξης είχε προσδιορισθεί εκ των προτέρων αντικειμενικά με βάση το προαναφερόμενο από 25-9-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό, που είχε καταρτιστεί μεταξύ των μελετητών της σύμπραξης.

Το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε αντίθετη κρίση, ότι δηλαδή η αμοιβή των συμπραττόντων μελετητών είχε εξαρτηθεί από το είδος και την ποσότητα της παρασχεθείσας από τον καθένα (μελετητή) εργασία, ούτε από το γεγονός ότι στους εννέα (9) πρώτους λογαριασμούς που εκδόθηκαν μέχρι το έτος 1999 δεν εμφανίζονταν σε κάθε λογαριασμό όλοι οι μελετητές, καθόσον αποδείχθηκε ότι τούτο εξυπηρετούσε καθαρά πρακτικούς σκοπούς της σύμπραξης.

Ειδικότερα, για την ταχύτερη είσπραξη των αμοιβών, που μέχρι τότε είχαν εκδοθεί σχετικές εντολές πληρωμής τους, δεν εκδίδονταν κάθε φορά (δηλαδή για κάθε λογαριασμό) απ’ όλους τους συμπράττοντες μελετητές τα σχετικά παραστατικά (τιμολόγια-δελτία παροχής υπηρεσιών), αλλά εκ περιτροπής από κάποιους απ’ αυτούς, ώστε να αποφεύγεται η έκδοση και προσκομιδή απ’ όλους τους συμπράττοντες των απαιτούμενων δικαιολογητικών (λ.χ.

φορολογικές και ασφαλιστικές ενημερότητες, κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών ταμείοον κλπ) για την είσπραξη των εντελλομένων αμοιβών, γεγονός ενίοτε πρακτικώς δύσκολο. Άλλωστε για το χρονικό διάστημα από την έναρξη εκτέλεσης του έργου (1995) μέχρι και το τέλος του έτους 1999, τόσο ο ίδιος ο εναγόμενος, όσο και οι προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντες, συνομολογούν ότι όλοι οι συμπράττοντες μελετητές παρείχαν εργασίες για την εκτέλεση του έργου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έργο που ανέλαβε η παραπάνω σύμπραξη εκτελέστηκε και συγκεκριμένα: α) στις 24-10-2005 διαπιστώθηκε η περαίωση της διαδικασίας κτηματογράφησης στα ακίνητα της περιοχής του Δήμου Σκιάθου, όπου και άρχισε να λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο από 7-11-2005 και β) στις 14-6-2006 διαπιστώθηκε η περαίωση της διαδικασίας κτηματογράφησης στα ακίνητα της περιοχής της τότε Κοινότητας και ήδη Δήμου Αλοννήσου, όπου και άρχισε να λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο από 12-7-2006.

Από την έναρξη εκτέλεσης του έργου και μέχρι την 28-3-2006 εκδόθηκαν συνολικά δεκαέξι (16) εντολές πληρωμής και συγκεκριμένα:... Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και ιδίως την 16η εντολή πληρωμής προκύπτουν τα ακόλουθα: Για την εκτέλεση του έργου είχε αρχικά εγκριθεί ποσό 300.000.000 δραχμών, πλέον ποσού 54.000.000 δραχμών για ΦΠΑ, ήτοι συνολικό ποσό 354,000,000 δραχμών.

Συμπληρωματικά εγκρίθηκε ποσό 439.254.239 δραχμών, πλέον ποσού 79.065.761 δραχμών για ΦΠΑ, ήτοι συνολικό ποσό 518.320.000 δραχμών. Το συνολικό ποσό των εγκρίσεων ανέρχεται σε αυτό τών 739.254.239 δραχμών, πλέον ποσού 133.065.761 δραχμών για ΦΠΑ, ήτοι συνολικό ποσό 872.320.000 δραχμών. Είχε καταβληθεί συνολικό ποσό 588.090.525 δραχμών, πλέον ποσού 105.856.295 δραχμών για ΦΠΑ, ήτοι συνολικό ποσό 693.946.820 δραχμών.

Δόθηκε εντολή πληρωμής ποσού 68.563.481 δραχμών για εργασίες, πλέον ποσό 13.027.061 δραχμών για ΦΠΑ, ήτοι συνολικό ποσό 81.590.542 δραχμών. Το συνολικό ποσό πληρωμών διαμορφώθηκε τελικά στο ποσό των 656.654.157 δραχμών, πλέον ποσού 118.883.383 δραχμών για ΦΠΑ, ήτοι συνολικά στο ποσό των 775.537.540 δραχμών και απέμεινε υπόλοιπο εγκρίσεων ποσού 82.600.082 δραχμών πλέον ποσού 14.182.378 δραχμών για ΦΠΑ και συνολικά ποσό 96.782.461 δραχμών και ήδη 284.027,77 ευρώ, δεδομένου ότι για τις περισσότερες από τις επιμέρους εργασίες που αναφέρονταν στον αναλυτικό πίνακα της εν λόγω εντολής η πιστοποίηση ήταν σε ποσοστό 95%, ενώ για ορισμένες από αυτές ήταν σε ποσοστό 50%.

Όπως προαναφέρθηκε, τα μέλη της σύμπραξης μελετητών είχαν προσδιορίσει με το προμνησθέν από 25-9-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό τόσο την αμοιβή κάθε συμπράττοντος μελετητή, όσο και τη συμμετοχή του καθενός στα έξοδα, στα πλαίσια μιας ιδιότυπης συμφωνίας ως προς τον τρόπο κατανομής της αμοιβής και των εξόδων και δεν εξάρτησαν την αμοιβή τους από το είδος και την ποσότητα της παρασχεθείσας εργασίας, καθόσον τα στάδια της μελέτης κτηματογράφησης ήταν αλληλοεξαρτώμενα μέχρι την περάτωση του έργου.

Εξάλλου, από την συνεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού της υπόθεσης προκύπτει ότι από την υπογραφή της σύμβασης ανάθεσης και καθ’ όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου της ως άνω κτηματογράφησης ο εναγόμενος ενεργούσε κατ’ εντολή και για λογαριασμό της αναδόχου - σύμπραξης μελετητών, δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, ως αντιπρόσωπος στο όνομα και για λογαριασμό και των λοιπών μελετητών (αντιπροσωπευόμενων), οι οποίοι και ευθύνονταν για την εκτέλεση του έργου.

Στη δε εσωτερική τους σχέση , στα πλαίσια της προαναφερθείσας σύμπραξης, όλοι οι συμπράττοντες μελετητές (μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες) συνδέονταν με τον εναγόμενο με σχέση εντολής. Την υφιστάμενη μεταξύ τους σχέση εντολής συνομολογεί με τις κατατεθείσες από 22-11-2011 προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο ίδιος ο εναγόμενος.

Από τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως έγγραφα και δη τη σύμβαση ανάθεσης και το προμνησθέν πληρεξούσιο έγγραφο συνάγεται ευχερώς ότι ο εναγόμενος εισέπραττε όλα τα ανωτέρω ποσά των προαναφερθέντων εντολών πληρωμής κατά τους κανόνες της άμεσης αντιπροσώπευσης, αφού παραλάμβανε και εισέπραττε αυτές (εντολές πληρωμής) με την ιδιότητα του πληρεξουσίου και των λοιπών μελετητών, ιδιότητα η οποία είχε καταστεί γνωστή στον Ο.Κ.Χ.Ε.

εξ αρχής (δηλαδή από την υπογραφή της σύμβασης ανάθεσης) και με την οποία μνημονεύονται στην προκειμένη σύμβαση, ενεργώντας ως άμεσος αντιπρόσωπος τους. Βάσει του ανωτέρω πληρεξουσίου εγγράφου ο εναγόμενος ήταν αυτός που συνέτασσε και υπέγραφε τις δηλώσεις κατανομής της αμοιβής που συνόδευαν τον εκάστοτε λογαριασμό προς τον Ο.Κ.Χ.Ε και με τις οποίες (δηλώσεις) κατανεμόταν η αμοιβή στους κατονομαζόμενους σ’ αυτές (σε σχετικό πίνακα) συμπράττοντες μελετητές, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι μόνον αυτοί οι τελευταίοι (κατονομαζόμενοι στο πίνακα) ήσαν αυτοί που εργάστηκαν σ’ εκείνο το χρόνο στο έργο και ότι μόνον αυτοί δικαιούνταν αμοιβής, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο τρόπος κατανομής της αμοιβής μεταξύ των συμπραττόντων μελών είχε ρυθμιστεί με το προμνησθέν από 25-9-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Οι δηλώσεις κατανομής αμοιβής αφορούσαν τον τρόπο είσπραξης της αμοιβής απέναντι στον Ο.Κ.Χ.Ε. (εργοδότη) και προκειμένου να εκδοθούν τα σχετικά παραστατικά από εκείνα τα μέλη που αναφέρονταν στο σχετικό πίνακα, καθόσον η σύμπραξη γραφείων, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει ιδία νομική προσωπικότητα, δεν αποτελεί κοινοπραξία, ούτε αστική εταιρία επιδιώκουσα οικονομικό σκοπό, αλλά αποτελεί ένωση ατομικών ανεξάρτητων επιχειρήσεων, με ξεχωριστό Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) του καθενός από τα πρόσωπα που την αποτελούν, γι’ αυτό και η αμοιβή εισπράττεται βάσει τιμολογίων που εκδίδουν τα μέλη της.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν έλαβαν κανένα ποσό από το 10° λογαριασμό και εντεύθεν από τον εναγόμενο (με εξαίρεση τον 16ο λογαριασμό, παρότι ο τελευταίος εισέπραξε αυτούς με την ανωτέρω ιδιότητα του, ήτοι ως αντιπρόσωπος και διαχειριστής της ως άνω σύμπραξης μελετητών. Για το λόγο αυτό, οι ενάγοντες, μόλις πληροφορήθηκαν την είσπραξη των παραπάνω ποσών, κατόπιν της από 24-3-2005 αιτήσεως τους προς τον Ο.Κ.Χ.Ε.

περί χορηγήσεως των σχετικών παραστατικών, που έγινε δεκτή κατόπιν σχετικής εισαγγελικής παραγγελίας, προέβησαν σε ανάκληση του προαναφερθέντος υπ’ αριθμ. .../1995 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, με την υπ’ αριθμ. .../14-6-2005 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Βόλου Β. Μ., που επιδόθηκε στον εναγόμενο και την Ο.

Γ. (πρώτη προσθέτως παρεμβαίνουσα) στις 17-6-2005... Να σημειωθεί εδώ ότι η ανάκληση αυτή δεν έχει καμία έννομη επιρροή στις σχέσεις της σύμπραξης του γραφείου μελετητών έναντι του Ο.Κ.Χ.Ε., διότι, κατ’ άρθρο 18 του Π.Δ. 194/1979, ο διορισμός του εκπροσώπου και του αναπληρωτού και η υπό τούτων αποδοχή είναι ανέκκλητοι και διαρκούν καθ’ όλη τη διάρκεια εκπονήσεως της μελέτης και μέχρι της πλήρους εκκαθαρίσεως τούτων μετά του εργοδότη σχέσεων." Ακολούθως το Εφετείο, αφού προβαίνει στον υπολογισμό της συνολικής αμοιβής που δικαιούτο ο κάθε αναιρεσίβλητος ως συμπράττων μελετητής, με βάση τις διατάξεις του π.δ/τος 696/1974, το βαθμό του πτυχίου καθενός εξ αυτών και αφαίρεση των συμφωνημένων εξόδων, συνεχίζει:

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει, ότι ο εναγόμενος, ενεργώντας, δυνάμει του προρρηθέντος συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, ως εντολοδόχος και άμεσος αντιπρόσωπος των εναγόντων, εισέπραξε από τον Ο.Κ.Χ.Ε., στο όνομα και για λογαριασμό των τελευταίων, το συνολικό ποσό των (32.821,90 + 38.491,62 + 33.416,22 + 82.443,38 + 35.841,40 +=) 278.438,42 ευρώ, αλλά αντί, ως όφειλε, να αποδώσει το δικαιούμενο κατά τα ανωτέρω ποσό σε καθένα από τους ενάγοντες, το ιδιοποιήθηκε παράνομα.

Μάλιστα, σε βάρος του εναγομένου ασκήθηκε ποινική δίωξη, κατόπιν της από 10-10-2006 εγκλήσεως των εναγόντων, για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης, από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, τελεσθείσας κατ’ εξακολούθηση. Μετά δε τη διενέργεια και περάτωση της κύριας ανάκρισης, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 95/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, το οποίο, κατόπιν ασκηθείσας από τον εναγόμενο εφέσεως, επικυρώθηκε με το υπ’ αριθμ. 190/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και πλέον κατέστη αμετάκλητο, παραπέμφθηκε αυτός (εναγόμενος) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας για την ως άνω κακουργηματική πράξη της υπεξαίρεσης, η οποία δεν έχει ακόμη εκδικασθεί.

Ο εναγόμενος και οι προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντες ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως και επαναλαμβάνουν με τις κρινόμενες εφέσεις ότι οι ενάγοντες παρείχαν εργασίες στα πλαίσια της μελέτης κτηματογράφησης και προσέφεραν υπηρεσίες μόνον μέχρι το τέλος του έτους 1999 (οπότε και περατώθηκε η πρώτη ανάρτηση), ενώ έκτοτε αποχώρησαν οικειοθελώς και ατύπως από τη σύμπραξη και δεν συμμετείχαν στις εργασίες της κτηματογράφησης, ούτε παρήγαν οποιοδήποτε έργο και ως εκ τούτου ουδεμία ζημία αυτοί υπέστησαν, αφού για το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα δεν δικαιούνταν οιασδήποτε αμοιβής.

Ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός τους αυτός, όμως, ελέγχεται απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες μετά το έτος 1999 αποχώρησαν οικειοθελώς από τη σύμπραξη. Αλλωστε, τα στάδια εκτέλεσης του έργου μνημονεύονταν ρητά στην από 21-12-1995 σύμβαση ανάθεσης μελέτης κτηματογράφησης, στην οποία συνεβλήθη αφ’ ενός ο Ο.Κ.Χ.Ε.

και αφ’ ετέρου ο εναγόμενος, στο όνομα και για λογαριασμό και των λοιπών μελετητών, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, από τη σύμβαση δε αυτή προκύπτει ότι οι τελευταίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μετέχουν σε όλα τα στάδια του έργου, όπως αυτά μνημονεύονται σ’ αυτή (σύμβαση ανάθεσης). Αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του εναγομένου, καθώς και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαινόντων, περί αντισυμβατικής αποχώρησης των εναγόντων από την εκτέλεση του έργου και απεμπόλησης των από αυτό απορρεουσών υποχρεώσεων τους, τότε μετά βεβαιότητας, ενόψει του ύψους της αξιούμενης αμοιβής, θα επιχειρούσε να προασπίσει με κάποιο τρόπο τα δικαιώματα του, πλην όμως ο τελευταίος ουδέν έπραξε, ούτε και όταν κοινοποιήθηκε στον ίδιο, αλλά και στην αναπληρωτή του Ο.

Γ., η υπ’ αριθμ. .../14-06-2005 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Βόλου Β. Μ., με την οποία ανακάλεσαν οι ενάγοντες το υπ’ αριθμ. .../20-12-1995 ειδικό πληρεξούσιο, με το οποίο τον είχαν διορίσει πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο, αντίκλητο και εκπρόσωπο τους, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 923/1978 και του άρθρου 18 του ΠΔ 194/1979, έναντι του ΟΚΧΕ και κάθε άλλης αρχής.

Αντ’ αυτού, σε απάντηση της ανακλήσεως της ως άνω πληρεξουσιότητας, ο εναγόμενος και η αναπληρωτής σύζυγος του επέδωσαν στους ενάγοντες την από 12-7-2005 εξώδικη δήλωσή τους, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρουν: "Γνωρίζετε ότι ο ως άνω διορισμός μας, εκ του νόμου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 του ΠΔ 194/1979 και ιδίως τις παρ. 4 και 5 αυτού είναι ανέκκλητος.

Επομένως, η από εσάς γενομένη, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Βόλου Β. Μ., υπ’ αριθμ. .../14-6-2005 ανάκληση του παραπάνω πληρεξουσίου είναι ανίσχυρη και από νομικής πλευράς δεν δεσμεύει ούτε εμάς, ούτε την αναθέτουσα αρχή της μελέτης. Περαιτέρω, γνωρίζετε ότι η ενέργεια σας αυτή είναι απολύτως αντίθετη και με την υπάρχουσα μεταξύ μας συμφωνία, με την οποία καθορίσαμε τις εσωτερικές μας σχέσεις και η οποία έχει λειτουργήσει κατά τα άλλα χωρίς κανένα πρόβλημα...

διαμαρτυρόμαστε έντονα για την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά σας και σας καλούμε να τηρήσετε τις μεταξύ μας συμφωνίες, απέχοντας από ενέργειες, όπως η παραπάνω". Από το ως άνω έγγραφο αποδεικνύεται, αναμφίβολα, ότι είναι αναληθείς οι ισχυρισμοί του εναγομένου, ότι δήθεν οι ενάγοντες μελετητές δεν είχαν αξιώσεις σε βάρος του για το εισπραχθέν από αυτόν στο όνομα και για λογαριασμό τους επίδικο συνολικό ποσό των 278.438,42 ευρώ, αφού πουθενά δεν αντιτείνει προς αυτούς ότι δεν δικαιούνται οποιασδήποτε αμοιβής για το χρονικό διάστημα από το 1999 και εντεύθεν, επειδή αποχώρησαν αντισυμβατικά και δεν εκτέλεσαν κανένα μέρος των μετά το 1999 τμημάτων της επίδικης μελέτης, όπως το έργο τούτο τους το είχε κατανείμει η συσταθείσα μεταξύ τους τριμελής συντονιστική επιτροπή.

Αντιθέτως, αναφέρουν ότι ο διορισμός τους εξακολουθεί να ισχύει, διότι είναι ανέκκλητος και ότι η μεταξύ τους συμφωνία έχει λειτουργήσει κατά τα άλλα χωρίς κανένα πρόβλημα. Δηλαδή στην εξώδικη αυτή δήλωση ουδεμία γίνεται μνεία σχετικά με την δήθεν αποχώρηση των εναγόντων από την εκτέλεση του έργου και περί αθέτησης εκ μέρους των τελευταίων των μεταξύ τους συμφωνηθέντων.

Άλλωστε, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ουδέποτε και καθ’ οιονδήποτε τρόπο οι ενάγοντες μετά το έτος 1999 δήλωσαν αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους για την εκτέλεση του έργου, προκειμένου το αντικείμενο της εργασίας τους να ανατεθεί σε άλλους μελετητές, ούτε ότι κλήθηκαν εγγράφως ή προφορικώς από τον εναγόμενο, που ήταν εκπρόσωπος και συντονιστής της σύμπραξης, να παράσχουν εργασίες σχετικές με την εκτέλεση του έργου και ότι αυτοί αρνήθηκαν...

Εξάλλου, το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν συμπεριλήφθησαν καθόλου στις δηλώσεις κατανομής αμοιβής που αφορούσαν τον 10ο έως και τον 15ο λογαριασμό δεν σημαίνει, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ότι αυτοί δεν δικαιούνταν αμοιβής για τους λογαριασμούς αυτούς. Ας σημειωθεί ότι στις εν λόγω δηλώσεις κατανομής αμοιβής που συντάχθηκαν και υπογράφηκαν από τον εναγόμενο, ως εκπροσώπου της αναδόχου σύμπραξης, στον περιεχόμενο σ’ αυτές σχετικό πίνακα, αναφέρονται μόνον ο εναγόμενος και οι προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντες Ο.

Γ., Μ. Β. και Ε. Ν. (ήδη εκκαλούντες), με τη δικαιολογία από την έναρξη της αντιδικίας τους με τους ενάγοντες ότι δήθεν μόνον αυτοί (εκκαλούντες) συμμετείχαν από το τέλος του έτους 1999 και εντεύθεν στις εργασίες του έργου της μελέτης κτηματογράφησης και έως την περάτωση του και την ολοκλήρωση της μελέτης. Από τα παραπάνω πρόσωπα σημειωτέον ότι η Ο.

Γ. είναι σύζυγος του εναγόμενου, ο Ε. Ν. είναι συστεγαζόμενος συνεργάτης στο γραφείο του εναγομένου, ενώ ο Μ. Β. είναι επίσης στενός συνεργάτης του τελευταίου. Αξίζει να επισημανθεί εδώ ότι στην από 18-12-2005 δήλωση κατανομής αμοιβής (που συνοδεύει τον 16ο λογαριασμό), δηλαδή μετά την εισαγγελική παραγγελία για την χορήγηση από τον ΟΚΧΕ των σχετικών παραστατικών εγγράφων στους ενάγοντες και την ανάκληση από τους τελευταίους του προαναφερόμενου συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, μνημονεύονται όλοι οι συμπράττοντες μελετητές, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες πλην του μελετητή Χ.

Β., για τα κάτωθι συνολικά ποσά... Η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του εναγόμενου, είναι παράνομη ως προσκρούουσα στη διάταξη του άρθρου 375 Π.Κ., αλλά και αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και ειδικότερα στο γενικό καθήκον "του μη ζημιούν άλλον υπαιτίως", καθώς υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, ως εντολοδόχος και άμεσος αντιπρόσωπος των εναγόντων, ιδιοποιήθηκε παράνομα τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά των αμοιβών τους, τα οποία αποτελούσαν περιουσία τους και εισπράχθηκαν απ’ αυτόν σε μετρητά και σε δίγραμμες επιταγές εκδοθείσες εις διαταγήν του ιδίου (του εναγόμενου) και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαινόντων, αλλά και υπαίτια, αφού ο ίδιος (εναγόμενος) τελούσε σε γνώση ότι τα ανωτέρω ποσά ήταν προϊόντα της υπεξαίρεσης την οποία είχε διαπράξει ο ίδιος με την ιδιότητα του εντολοδόχου και αμέσου αντιπροσώπου των εναγόντων και τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημία των εναγόντων.

Συνεπώς, ο εναγόμενος ευθύνεται έναντι αυτών (εναγόντων), με βάση τις διατάξεις των άρθρων 211, 719, 914 ΑΚ και 375 ΠΚ, προς αποζημίωση τους. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε .....όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από τους εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους των εφέσεών τους (πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο), είναι αβάσιμα και απορριπτέα..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνη αυτού, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος εκτίθεται με σαφήνεια, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου και τον πέμπτο των προσθέτων λόγων, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 211, 713, 719, 914 ΑΚ και 375 ΠΚ. Προς τούτο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες την στερούν νόμιμης βάσης, καθόσον, ενώ σαφώς δέχεται τη σύναψη των ως άνω εννέα (9) τροποποιητικών συμφωνητικών του αρχικού από 25-9-1995 τοιούτου, οι οποίες καταρτίσθηκαν μετά την 18-12-1995, το περιεχόμενο των οποίων εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και είναι αντίθετο κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προς αυτό του αρχικού συμφωνητικού και ως προς την δικαιούμενη από τους μελετητές αμοιβή, εντούτοις δέχεται - όλως αντιφατικώς - ότι από την επισκόπηση του περιεχομένου των συμφωνητικών αυτών (μεταγενέστερων) που είναι πανομοιότυπα μεταξύ τους, ουδόλως συνάγεται ότι η αμοιβή εκάστου των μελετητών εξαρτήθηκε από την εργασία που καθένας από αυτούς θα παρείχε, ούτε ότι συναρτήθηκε το ύψος αυτής (αμοιβής) προς την ποσότητα των εκτελεσθεισών εργασιών, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες δικαιούνται την βάσει του αρχικού (από 25-9-1995) συμφωνητικού, αμοιβή στο σύνολο της και αδιαφόρως εάν είχαν ή όχι εκτελέσει τις αναληφθείσες από τη συμπράξασα ομάδα εργασίες για το μετά το τέλος του έτους 1999 και μέχρι τις αρχές του έτους 2006 χρονικό διάστημα, επιδικάζοντας ακολούθως στο ακέραιο τις αμοιβές των εναγόντων, όπως δηλαδή αυτές προσδιορίζονται στο αρχικό από 25-9-1995 συμφωνητικό.

Όμως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, καμιά αντίφαση ή ασάφεια αυτών δεν υφίσταται ως προς το καταληκτικό πόρισμα της, αλλ’ αντιθέτως αυτές απολύτως συναρτώνται και εναρμονίζονται προς το τελευταίο. Ειδικότερα, είναι σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα, οι παραδοχές του Εφετείου, ότι με τα εννέα (9) μεταγενέστερα του αρχικού συμφωνητικά, απλώς διευκρινίστηκαν εσωτερικά της σύμπραξης των μελετητών ζητήματα, και δεν τροποποιήθηκε ο τρόπος κατανομής της αμοιβής του κάθε μελετητή της σύμπραξης που είχε προσδιορισθεί εκ των προτέρων αντικειμενικά με βάση το προαναφερόμενο από 25-9-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό, ούτε εξαρτήθηκε με τα συμφωνητικά αυτά η αμοιβή των μελετητών βάσει της ποσότητας και του είδους της εργασίας που καθένας, από τους συμμετέχοντες μελετητές.

Επομένως, οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον οι λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.

Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία που διαπιστώνεται από το δικαστήριο έστω και έμμεσα, οπότε σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, όταν, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη ερμηνείας της, εν τούτοις το δικαστήριο είτε εφαρμόζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, είτε παραλείπει να τους εφαρμόσει.

Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφαση του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών.

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 200 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 του ίδιου Κώδικα, καθόσον, αν και διέγνωσε κενά και αμφιβολίες στην επίμαχη από 25-9-1995 σύμβαση που καταρτίσθηκε, εκτός των άλλων, και μεταξύ των διαδίκων, καθώς και των εννέα τροποιητικών αυτής συμφωνητικών που καταρτίστηκαν μετά την 18-12-1995, δεν ερμήνευσε ορθά τις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, αναφορικά με την κατανομή της αμοιβής και το ύψος αυτής που θα δικαιούταν έκαστος των συμπραξάντων μελετητών - μηχανικών καθόλη την εκτέλεση του έργου της μελέτης για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου στις αναφερόμενες περιοχές που είχε ανατεθεί από την ΕΚΧΑ στον αναιρεσείοντα, μολονότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ήταν, βάσει της αρχικής και των συμβάσεων που επακολούθησαν, ότι αμοιβής θα δικαιούνταν οι συμπράττοντες μελετητές ανάλογα με την παροχή και την ποσότητα της εργασίας τους και όχι από το γεγονός και μόνο ότι συμπράττουν στο έργο ως μελετητές, σε τρόπον ώστε για όσον διάστημα οι αναιρεσίβλητοι δεν παρείχαν εργασία, και ειδικότερα για το επίδικο τοιούτο, να μην δικαιούνται καμιάς αμοιβής.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Και τούτο γιατί από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, είχε κατ’ αρχήν, αμφιβολίες ή διαπίστωσε κενά ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, σε σχέση με την κατανομή και το ύψος της αμοιβής των συμβαλλομένων καθόλη την διάρκεια εκτέλεσης του έργου και την εξάρτηση αυτής από την παροχή, την ποσότητα και το είδος της παρεχομένων υπηρεσιών τους, όσο διαρκούσε η εκτέλεση του έργου, ώστε να χρειασθεί να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.

Περαιτέρω δε η προσφυγή του Εφετείου στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 200 του ΑΚ δεν ήταν αναγκαία, αφού από τις σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές του δέχεται, ότι με τα εννέα (9) μεταγενέστερα του αρχικού συμφωνητικά, απλώς διευκρινίστηκαν εσωτερικά της σύμπραξης των μελετητών ζητήματα, και δεν τροποποιήθηκε ο τρόπος κατανομής της αμοιβής του κάθε μελετητή της σύμπραξης που είχε προσδιορισθεί εκ των προτέρων αντικειμενικά με βάση το προαναφερόμενο από 25-9-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό, ούτε εξαρτήθηκε με τα συμφωνητικά αυτά η αμοιβή των μελετητών βάσει της παροχής, της ποσότητας και του είδους της εργασίας που καθένας από τους συμμετέχοντες μελετητές, αλλά αρκούσε ότι οι τελευταίοι εξακολουθούσαν να μετέχουν στο σχήμα της σύμπραξης μέχρι την ολοκλήρωση της μελέτης και δεν είχαν αποχωρήσει απ’ αυτήν και δικαιούνται της αμοιβής που καθορίσθηκε γι’ αυτούς με το από 25-9-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό, ανεξάρτητα από το αν ο αναιρεσείων, που είχε αναλάβει την εκτελέσει του έργου, τους ανέθετε την εκτέλεση εργασιών για κάποιο χρονικό διάστημα, αναφορικά με το αντικείμενο της μελέτης.

Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά του ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.

Από τις διαλαμβανόμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι στην θετική αξιολόγηση από ουσιαστική άποψη της αγωγής των αναιρεσίβλητων κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας μετά το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως για το κατ’ ουσίαν βάσιμο των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών και με την έννοια αυτή δεν κατέληξε στην περί πραγμάτων κρίση του αυτή παρά την αδυναμία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος να βεβαιώσει ανταποδεικτικώς τους αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς του, ώστε να τίθεται θέμα αναστροφής και παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, όπως αβασίμως υποστηρίζεται με την διατυπούμενη με το τέταρτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων και ελεγχόμενη ως αβάσιμη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αίτηση και πρόσθετοι λόγοι να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Μαρτίου 2015 αίτηση και τους από 4 Μαρτίου 2016 πρόσθετους λόγους του Γ. Δ. του Ν. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 517/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ