Legislator Case Law & Legislation
842/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil jurisdiction over public health insurance contracts. Private party loses due to lack of appearance.

Case Number 842/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Organization of Health Services against a lower court ruling. The private defendant failed to appear at the hearing despite being properly summoned, resulting in a default judgment. The court held that the contracts were administrative in nature, placing the dispute under administrative jurisdiction rather than civil jurisdiction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2), 580(1) of the Code of Civil Procedure; Administrative contracts involving public health services fall under administrative court jurisdiction, and a party's failure to appear after proper summons results in the dismissal of their appeal.

Keywords

AI generated
administrative contracts jurisdictional error default judgment appeal dismissal public health services

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 94 of the Constitution
Article 580(1) of the Code of Civil Procedure
Article 11(2) of Law 2071/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 842 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 842/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (ΕΟΠΥΥ)", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικός διάδοχος του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών ΟΑΕΕ, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία-Αναστασία Κακογιαννάκου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", με το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος των εταιρειών Ιδιωτικών διαγνωστικών εργαστηρίων "..." και "...", η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4228/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 845/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει το αναιρεσείον με την από 6-6-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 24-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ’ αριθ. ... /23.10.2014 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ε. Ζ. προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, καθώς και της κλήσεως προς συζήτηση αυτής, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής. Επομένως, εφ’ όσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε στην δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.

Το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στη μεν παρ. 1ότι: "Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει....", στη δε παρ. 2 ότι: "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει".

Κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων, διοικητικές διαφορές ουσίας υπαγόμενες στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι και οι διαφορές από διοικητικές συμβάσεις, οι διαφορές δηλαδή που αιτία έχουν τη διοικητική σύμβαση και ειδικότερα ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής και σε κάθε παρεπόμενη από τη σύμβαση αξίωση.

Η σύμβαση, εξ άλλου, θεωρείται διοικητική, όταν συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις: α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου β) με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπού, ο οποίος έχει αναχθεί από το νόμο σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και γ) ο συμβατικός δεσμός διέπεται από εξαιρετικές ρήτρες, δηλαδή όρους αποκλίνοντες από το κοινό δίκαιο που προσδίδουν υπερέχουσα θέση στο Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την άσκηση εξουσίας μονομερούς επέμβασης στο συμβατικό δεσμό και επιβολής κυρώσεων (ΑΕΔ 21/1997, ΣτΕ 1383/2009).

Εξάλλου, στο άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (Α’ 123), με το οποίο αντικαταστάθηκε το αρθρ. 5 του ν. 1397/1983 (Α’ 143) ορίζεται: "Η περίθαλψη γενικά πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, με δαπάνες του δημοσίου ή των ασφαλιστικών οργανισμών και ταμείων του δημοσίου από ιδιωτικούς φορείς περίθαλψης ή ιδιώτες γιατρούς, γίνεται με ειδικές συμβάσεις ύστερα από έγκριση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και κάθε συναρμόδιου Υπουργού".

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν.δ. 1242/1972 (περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων και παρακλινικών εξετάσεων υπό του ΤΕΒΕ) ορίζεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6 και 10 του υπ’ αριθ. 1204/1972 Ν.Δ/τος "περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων από το Ι.Κ.Α" καθώς και οι διατάξεις των σε εκτέλεση του άρθρου 7 αυτού εκδιδομένων Κανονισμών, εφαρμόζονται αναλόγως, και για την παροχή από το ΤΕΒΕ των προβλεπόμενων από το παρόν ν.δ.

ιατρικών φροντίδων και στο άρθρο 3 του ίδιου ν.δ. 1242/72 ορίζεται ότι από το ΤΕΒΕ παρέχονται στους ασφαλισμένους του παρακλινικές εξετάσεις πάσης φύσεως εκτελούμενες κατ’ ελεύθερη εκλογή του δικαιούχου από οποιοδήποτε εργαστήριο, το οποίο αποδέχεται το τιμολόγιο του ΤΕΒΕ, (παρ. 1) και ότι με απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, που εκδίδεται μετά γνώμη του Δ.Σ.

του ΤΕΒΕ, ορίζεται η καταβλητέα δαπάνη για κάθε παρακλινική εξέταση και ειδική θεραπεία, καθώς και κάθε λεπτομέρεια αναγκαία για την παροχή των παρακλινικών εξετάσεων. Σε εκτέλεση του άρθρου 3παρ.2 του ν.δ/τος 1242/1972 εκδόθηκε η 407/3995/8-11-1972 απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β’ 1034), με την οποία εγκρίθηκε η 11079/465/17-10-1972 απόφαση του Δ.Σ.

του Τ.Ε.Β.Ε. Με το άρθρο 1 της τελευταίας, αυτής απόφασης, ορίζεται ότι για κάθε παρακλινική εξέταση καταβάλλεται αμοιβή καθοριζόμενη με απόφαση του Δ.Σ. του ΤΕΒΕ... ότι η εκτέλεση των παρακλινικών εξετάσεων θα ενεργείται αποκλειστικά από συμβεβλημένα με το Ταμείο εργαστήρια (αρθρ. 3 παρ.1), ότι η διάρκεια της σύμβασης θα είναι ενός έτους, η οποία παρατείνεται για αόριστη χρονική διάρκεια, εφόσον δεν ήθελε καταγγελθεί τριάντα ημέρες πριν από τη λήξη της από κάποιο συμβαλλόμενο (αρθρ. 3 παρ.2), ότι οι συμβάσεις με τα ιατρικά εργαστήρια μπορεί να καταγγέλλονται απροθέσμως και αζημίως από το ΤΕΒΕ και πριν από τη λήξη τους, αν είχαν παραβεί όρο της σύμβασης (άρθρο 3 παρ. 3) και ότι όλοι οι όροι κανονισμών, αποφάσεων και οδηγιών των αρμοδίων οργάνων του ΤΕΒΕ για τον τρόπο παροχής των παρακλινικών εξετάσεων, ισχύοντες ή μέλλοντες να ισχύσουν περιλαμβανόμενοι ή όχι στη σύμβαση θα θεωρούνται ως αναγραφόμενοι στη σύμβαση που υπογράφεται (αρθρ. 3 παρ. 6), ενώ στο άρθρο 5 παρ. 7 της ανωτέρω αποφάσεως ορίζεται ότι το ιατρικό εργαστήριο υποχρεούται να θέτει απροφασίστως στη διάθεση των εντεταλμένων διοικητικών ή υγειονομικών οργάνων του ΤΕΒΕ κάθε σχετικό στοιχείο σχετικά με τις παρακλινικές εξετάσεις που εκτελέστηκαν από αυτό σε ασφαλισμένους του ΤΕΒΕ.

Τέλος, στο άρθρο 2 του ν. 656/1977 "περί οργανώσεως και επεκτάσεως της υπό του Ταμείου Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδος (ΤΕΒΕ), παρεχομένης Υγειονομικής Περιθάλψεως" ορίζεται ότι "1. Η ιατρική περίθαλψις συνίσταται εις την παροχήν των καταλλήλων δια την πρόληψιν, την διάγνωσιν και την θεραπείαν των νόσων ιατρικών φροντίδων γενικής ιατρικής και εις την συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 3 του ν.δ. 1242/1972 διενέργειαν των απαραιτήτων παρακλινικών εξετάσεων....2.

Η ιατρική περίθαλψις παρέχεται δι’ ιατρών ειδικότητος Παθολόγου ή Παιδιάτρου ή εν ελλείψει ειδικευμένων ιατρών άνευ ειδικότητος, συμβαλλομένων μετά του ΤΕΒΕ δια συμβάσεως μισθώσεως έργου. Η αμοιβή αυτών καθορίζεται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά πρότασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου.

Οι όροι παροχής των ιατρικών φροντίδων ως και πάσα σχετική λεπτομέρεια καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου". Επίσης, στο άρθρο 2 παρ. 10 της Β6 /407/ 1197/24-8-1977 αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ 909/1977 τ. Β’ ) ορίζεται ότι οι ελεγκτές ιατροί του ΤΕΒΕ ελέγχουν και υποβάλλουν ανά εξάμηνο εκθέσεις ποιότητας των θεραπόντων ιατρών σχετικά με τη στάθμη των παρεχόμενων ιατρικών φροντίδων, προσέτι δε ελέγχουν και την ακριβή τήρηση από τους θεράποντες ιατρούς των όρων και των εκδιδομένων εγκυκλίων της υπηρεσίας.

Τέλος, ο κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση, που κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 20/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη) με τον διακριτικό τίτλο "...", είναι ιδιωτική διαγνωστική ιατρική ανώνυμη εταιρεία, προελθούσα από την καθολική διαδοχή δύο ιδιωτικών διαγνωστικών εργαστηρίων που λειτουργούσαν με την μορφή των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης με τις επωνυμίες..., από τις οποίες η πρώτη διατηρούσε ιατρικό εργαστήριο και η δεύτερη εργαστήριο βιοπαθολογίας.

Η ενάγουσα, για την άσκηση της δραστηριότητάς της διατηρεί, στην Αθήνα, επί της οδού ..., διαγνωστικό εργαστήριο εξοπλισμένο με τα κατάλληλα μηχανήματα και προσωπικό για την πραγματοποίηση διαφόρων ιατρικών αναλύσεων και εξετάσεων, όπως αντίστοιχα εργαστήρια διατηρούσαν και οι ως άνω δικαιοπάροχοι της ενάγουσας εταιρείας.

Με τις από 31/3/2000 και 14/3/2000 συμβάσεις εκτελέσεως ιατρικών πράξεων, που καταρτίστηκαν, εγγράφως μεταξύ των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας και του ΟΑΕΕ συμφωνήθηκε ότι ο εναγόμενος ΟΑΕΕ παρέχει ειδικές θεραπείες και παρακλινικές εξετάσεις στους ασφαλισμένους του, δικαιούχους περίθαλψης και ότι οι ως άνω ιατρικές εταιρείες αποδέχονται να εκτελέσουν ειδικές θεραπευτικές και παρακλινικές εξετάσεις στους δικαιούχους περίθαλψης από τον ΟΑΕΕ, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 35/1385/29-9-99 Υπουργική απόφαση και την υπ’ αριθμ. ...1/25-10.99 απόφαση Δ.Σ του Ο.Α.Ε.Ε, συμφωνία την οποία αποδέχθηκαν εξ ολοκλήρου οι ως άνω εταιρείες και με τους εξής, μεταξύ άλλων, όρους που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω συμβάσεις και έχουν ως εξής:

Άρθρο 1: "Το ιατρικό εργαστήριο αποδέχεται να εκτελεί ειδικές θεραπευτικές και παρακλινικές εξετάσεις στους δικαιούχους περίθαλψης από τον ΟΑΕΕ". Άρθρο 7: "Το ιατρικό εργαστήριο ή φυσιοθεραπευτήριο υποχρεούται να θέτει στη διάθεση των εντεταλμένων υγειονομικών οργάνων του Ταμείου κάθε στοιχείο σχετικό με τις παρακλινικές εξετάσεις και ειδικές θεραπείες που εκτελούνται στους δικαιούχους περίθαλψης του ΟΑΕΕ".

Άρθρο 11: "Όλοι οι όροι κανονισμών, αποφάσεις και οδηγίες των αρμοδίων οργάνων του ΟΑΕΕ σχετικά με τις παροχές παρακλινικών εξετάσεων και ειδικών θεραπειών που ισχύουν ή πρόκειται να ισχύσουν, θεωρούνται ότι έχουν αναγραφεί στην παρούσα σύμβαση ως όροι αυτής". Άρθρο 12: "Ο ΟΑΕΕ δικαιούται να λύει ελεύθερα αζημίως και χωρίς προθεσμία την παρούσα σύμβαση αν για οποιονδήποτε λόγο παύσει να παρέχει στους ασφαλισμένους τις παρακλινικές εξετάσεις και ειδικές θεραπείες".

Άρθρο 13: "Η παρούσα σύμβαση είναι διάρκειας ενός έτους και αρχίζει από σήμερα 1/1/2000 έως 31/12/2000. Εάν δεν καταγγελθεί τριάντα ημέρες πριν από τη λήξη της από ένα από τους συμβαλλόμενους, η σύμβαση παρατείνεται για αόριστη χρονική διάρκεια, εκτός των περιπτώσεων που αναφέρονται στην τελευταία παράγραφο του παρόντος άρθρου".

Άρθρο 15: "Ο ΟΑΕΕ δικαιούται να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση αζημίως και χωρίς προθεσμία εάν το εργαστήριο ή φυσικοθεραπευτήριο παραβεί κάποιον όρο της σύμβασης αυτής". Σημειωτέον ότι με την ΥΑ 35/1385/29-9-1999 (άρθρο 9 και 11 που αποτέλεσε σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, συμβατικό όρο των ενδίκων συμβάσεων), προβλέπονται, στα άρθρα 9 και 11 αυτής, αντίστοιχες με τις παραπάνω ρυθμίσεις για τον ΟΑΕΕ όσον αφορά τη σύμβαση με τα ιατρικά εργαστήρια και ειδικότερα ορίζεται ότι οι συμβάσεις με τα εργαστήρια μπορεί να καταγγέλλονται οποτεδήποτε και αζημίως υπό του ΟΑΕΕ και πριν από τη λήξη τους σε περίπτωση παράβασης των όρων της σύμβασης (άρθρο 11 παρ. 3) και ότι όλοι οι όροι κανονισμών, αποφάσεων και οδηγιών των αρμοδίων οργάνων του ΟΑΕΕ για τον τρόπο παροχής των παρακλινικών εξετάσεων και ειδικών θεραπειών, περιλαμβανόμενοι ή όχι στη σύμβαση θα θεωρούνται ως αναγραφόμενοι στη σύμβαση που έχει υπογράφει (άρθρο 11 παρ.4) Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι προπεριγραφείσες συμβάσεις, πληρούν τα δύο πρώτα από τα προαναφερόμενα κριτήρια, ήτοι το ένα συμβαλλόμενο μέρος (ΟΑΕΕ) είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, οι δε συμβάσεις, που συνάπτονται μεταξύ των ασφαλιστικών ταμείων και ιδιωτικού φορέα περίθαλψης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 2071/1992, ως εν προκειμένω, αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου ενδιαφέροντος, στην παροχή δηλαδή εξωνοσοκομειακής υγειονομικής περιθάλψεως στους ασφαλισμένους των Ταμείων αυτών, τούτο δε αποτελεί υλοποίηση της μέριμνας του Κράτους για την εξασφάλιση της υγείας της συγκεκριμένης κατηγορίας πολιτών και εκπλήρωση των στόχων της κοινωνικής ασφάλισης...

Όμως, ούτε από τις προαναφερθείσες διατάξεις κατ’ εφαρμογή των οποίων καταρτίστηκαν οι εν λόγω συμβάσεις, ούτε από το περιεχόμενο τους, προκύπτει ότι αυτές διέπονται από κανόνες που εξασφαλίζουν στον ΟΑΕΕ υπερέχουσα θέση σε σχέση με την ενάγουσα, υπό την έννοια της μονομερούς επέμβασης του στο συμβατικό δεσμό και της επιβολής κυρώσεων από αυτό σ’ αυτήν, δηλαδή ότι θεσπίζεται εξαιρετικό καθεστώς υπέρ αυτού, το οποίο να μην προσιδιάζει σε σύμβαση που διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο.

Τέτοιο καθεστώς δε συνιστούν οι όροι της σύμβασης που προαναφέρθηκαν και που σχετίζονται με την απρόθεσμη καταγγελία της εκ μέρους του ΤΕΒΕ, σε περίπτωση παράβασης των όρων της, καθώς και τη διενέργεια ελέγχου στο εργαστήριο της ενάγουσας, γιατί παρόμοιοι όροι μπορεί να αποτελέσουν περιεχόμενο της σύμβασης του κοινού δικαίου.

Επίσης, η διάταξη του άρθρου 11 παρ.4 της ένδικης σύμβασης, που ορίζει ότι όλοι οι όροι κανονισμών, αποφάσεων και οδηγιών των αρμοδίων οργάνων του ΟΑΕΕ για τον τρόπο παροχής των παρακλινικών εξετάσεων και ειδικών θεραπειών, περιλαμβανόμενοι ή όχι στη σύμβαση θα θεωρούνται ως αναγραφόμενοι στη σύμβαση που έχει υπογράφει, αποτελεί μεταφορά της ρήτρας που ήδη περιέχεται στην ΥΑ 35/1385/29-9-1999, αναφέρεται απλώς στους όρους και προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο ΟΑΕΕ παρέχει ιατρική φροντίδα στους ασφαλισμένους, συνιστά δηλαδή απλώς αποδοχή του κανονιστικού καθεστώτος και δεν προσδίδει υπερέχουσα θέση στον ΟΑΕΕ, δηλαδή θέση μη προσιδιάζουσα σε συμβατικό δεσμό, συναπτόμενο βάσει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου....

Ενόψει αυτών, οι ένδικες συμβάσεις δεν έχουν χαρακτήρα διοικητικής σύμβασης, αλλά σύμβασης ιδιωτικού δικαίου. Κατ’ ακολουθία, η προκειμένη διαφορά, που αφορά αξιώσεις της ενάγουσας, που απορρέουν από τις πιο πάνω συμβάσεις ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και όχι στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς, ως προερχόμενης από διοικητική σύμβαση, έσφαλε περί την εφαρμογή των άνω νομικών διατάξεων, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης της ενάγουσας.

Κατόπιν αυτών, πρέπει η έφεση αυτή να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσία βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση...". Όμως, με βάση το εκτιθέμενο στην αναιρεσιβαλλομένη περιεχόμενο των επίμαχων συμβάσεων και το νομικό καθεστώς που τις διείπε, κατά τα προαναφερθέντα, το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου είχε την εξουσία μονομερούς επέμβασης στο συμβατικό δεσμό.

Ειδικότερα, η εν λόγω εξουσία εκδηλωνόταν, ιδίως, με τον μονομερή καθορισμό της καταβλητέας αμοιβής για κάθε παρακλινική εξέταση με απόφαση του δ. σ. αυτού, την άσκηση εποπτείας και ελέγχου από τα εντεταλμένα διοικητικά και υγειονομικά του όργανα, τον μονομερή καθορισμό του τρόπου παροχής των παρακλινικών εξετάσεων, σύμφωνα με τους όρους των κανονισμών, αποφάσεων και οδηγιών των αρμοδίων οργάνων του ΟΑΕΕ περιλαμβανόμενων ή όχι στη σύμβαση, αλλά και τη δυνατότητα απρόθεσμης καταγγελίας εκ μέρους του ΟΑΕΕ αζημίως.

Εντεύθεν, οι εν λόγω συμβάσεις τελούσαν υπό εξαιρετικό νομικό καθεστώς, στα πλαίσια του οποίου εξασφαλιζόταν στο συμβαλλόμενο αναιρεσείον, υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου του ιδιωτικού φορέα περίθαλψης. Συντρεχουσών δε και των λοιπών προϋποθέσεων, ήτοι το ένα συμβαλλόμενο μέρος (ΟΑΕΕ) είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, οι δε συμβάσεις αυτές, είχαν συναφθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 2071/1992, αποβλέπουσες στην εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου ενδιαφέροντος, στην παροχή δηλαδή εξωνοσοκομειακής υγειονομικής περιθάλψεως στους ασφαλισμένους του ως άνω Ταμείου, είχαν (οι επίδικες συμβάσεις) χαρακτήρα διοικητικών συμβάσεων, ώστε οι εξ αυτών διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Συνεπώς, το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι οι επίδικες συμβάσεις είχαν χαρακτήρα συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου και κατ’ ακολουθία, η προκειμένη διαφορά, που αφορά αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, απορρέουσες από τις πιο πάνω συμβάσεις, ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και όχι στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, εσφαλμένα δέχθηκε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, αληθώς, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, για υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, είναι βάσιμος.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για έλλειψη δικαιοδοσίας, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαίωμα να ασχοληθούν πια με την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή αναιρείται και η πρωτόδικη απόφαση που έχει τυχόν επικυρωθεί με την απόφαση που αναιρέθηκε, εφόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που θα γίνει δεκτή η αναίρεση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ο Άρειος Πάγος μετά ταύτα αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση, και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβληθείσα απόφαση, αλλά απορρίπτει αυτός την αγωγή. Ενόψει των εκτιθέμενων στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή. Τα δικαστικά έξοδα της δίκης ενώπιον του Εφετείου, καθώς και του παρόντος Δικαστηρίου θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 845/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 1 Νοεμβρίου 2007 αγωγής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...".

Απορρίπτει αυτήν.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, καθώς και του παρόντος Δικαστηρίου, το οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων εξακοσίων (3.600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ