Supreme Court dismisses appeal on debt cap calculation error regarding loan contracts concluded before 2001.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court correctly applied a specific debt cap formula for loans concluded before 2001, while the bank contended the calculation was erroneous. The court ruled that the correct multiplier for the loan principal was two, not three, rendering the appellants' claim for a lower debt amount valid and the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 30(1) of Law 2789/2000 as amended by Article 42 of Law 2912/2001; Article 39 of Law 3259/2004: The court established that for loan contracts concluded prior to the specified date, the debt cap calculation must strictly follow the statutory multiplier applicable at the time of contract formation, rejecting any erroneous application of a higher multiplier.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 842 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 842/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργίου Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Σταυρούλα Καραθάνου.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Χ. Σ. του Κ. και 2. Α. συζ. Χ. Σ. το γένος Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Αναστασάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Μαΐου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4762/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4354/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Απριλίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη μεν διάταξη του άρθρ. 30§1 του ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίζεται ότι "κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν άλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση : α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". Από δε τις διατάξεις του άρθρ. 39§§1, 2 και 12 του επιγενόμενου, ισχύοντος δε από 4.8.2004, ν. 3259/2004 ορίζεται, ότι "η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των §§4 και 5 του παρόντος άρθρου (§1).
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου ... (§2 εδαφ. α). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρ. 30 του ν. 2789/2000, όπως (αυτός) ισχύει (§12)", μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 42 του ν. 2912/2001.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, και όπως το ως άνω πολλαπλάσιο ορίστηκε τόσο με το άρθρ. 30§1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 42 του ν. 2.912/2001, σε συνδυασμό και με τη διάταξη της §12 του άρθρ. 39 του ν. 3259/2004, προκύπτει ότι με το άρθρ. 39 του ν. 3259/2004 βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του ως άνω άρθρ. 30§1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε, και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο, ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής, δεν καταργήθηκαν δε οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού.
Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρ. 42§1 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την§12 του ίδιου άρθρ. 39 του νόμου αυτού.
Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη, τόσο με τη γραμματική διατύπωση των εν λόγω διατάξεων, όσο και με το σκοπό και τη βούληση του νομοθέτη, εγκειμένων, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του νεότερου παραπάνω νόμου, στην βελτίωση των ισχυουσών ρυθμίσεων με τον περιορισμό της επιβαρύνσεως των οφειλετών από πολλαπλάσια χρέη σε σχέση με την αρχική οφειλή τους λόγω του συνδυασμού υψηλών επιτοκίων και συχνότητας ανατοκισμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών, όχι δε και στη μεταβολή προς το χειρότερο της υφιστάμενης ευνοϊκότερης ρύθμισης ως προς τον συντελεστή πολλαπλασιασμού (2 αντί 3) του άρθρ. 39§1 του ν. 2789/2000, όπως αυτός ισχύει, αν οι σχετικές συμβάσεις δανεισμού ή πιστώσεων είχαν συναφθεί ή το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού είχε συμβεί από 1.1.1991 και έως 31.12.2000.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : Δυνάμει συμβάσεως δανείου, που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθ. .../19.8.1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Τσιγγέλη, μεταξύ του αναιρεσίβλητου πρώτου ενάγοντος και της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, που συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την αναιρεσείουσα εναγομένη τράπεζα, οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες έλαβαν δάνειο ποσού 8.000.000 δραχμών, ήτοι 23.477,62 ευρώ, το οποίο έπρεπε να εξοφλήσουν κατά το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεωλυσίας εντός προθεσμίας δέκα ετών σε είκοσι συνεχείς εξαμηνιαίες δόσεις, η πρώτη εκ των οποίων είχε ορισθεί την 5.3.1993.
Το επιτόκιο συνομολογήθηκε σταθερό προς 23,25% για τις τέσσερις πρώτες δόσεις και στη συνέχεια κυμαινόμενο, ίσο με το εκάστοτε τρέχον επιτόκιο χορηγήσεων από την τράπεζα δανείων της ίδιας κατηγορίας και διάρκειας. Προς εξασφάλιση του δανείου η δεύτερη ενάγουσα, εκπροσωπούμενη κατά την υπογραφή του συμβολαίου από τον πρώτο σύζυγό της, παραχώρησε στη δανείστρια τράπεζα το δικαίωμα να εγγράψει στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αγίας Παρασκευής δεύτερη υποθήκη για το ποσό των 8.000.000 δραχμών επί ενός ακινήτου της (διαμερίσματος), κειμένου στην οδό ...
αριθ. 11α στο Χολαργό Αττικής. Κατόπιν αιτήσεως των εναγόντων περί υπαγωγής της οφειλής τους στη ρύθμιση του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 η εναγομένη τους απάντησε με την από 1.4.2005 επιστολή, ότι η οφειλή τους ανερχόταν την 4.8.2004 σε 71.446,14 ευρώ και ότι μετά από τον επαναπροσδιορισμό της, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, διαμορφώθηκε σε 56.679,52 ευρώ.
Ο ανωτέρω υπολογισμός της οφειλής των εναγόντων από την εναγομένη είναι εσφαλμένος, διότι, ενόψει του ότι η δανειακή τους σύμβαση καταρτίσθηκε στις 19.8.1992, το ληφθέν κεφάλαιο των 23.477,62 ευρώ έπρεπε να πολλαπλασιαστεί με συντελεστή δύο (2), σύμφωνα με την κατά την§12 του ν. 3259/2004 αναλόγως ισχύουσα διάταξη του άρθρ. 30§1 του ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 42 του ν. 2912/2001, και όχι με συντελεστή τρία (3).
Με τα δεδομένα αυτά η βάση της οφειλής των εναγόντων διαμορφωνόταν σε 46.955,24 ευρώ (23.477,62 Χ 2) και μετά την αφαίρεση συνολικών καταβολών 13.411,41 ευρώ, που έγιναν έως τις 9.5.2001, η τελική οφειλή των εναγόντων ανερχόταν στο ποσό των 33.543,83 ευρώ. Άρα, η ένδικη αγωγή των αναιρεσίβλητων εναγόντων, με την οποία επιδιωκόταν ο υπολογισμός της οφειλής αυτών με συντελεστή δύο και όχι τρία (3), ήταν βάσιμη και κατ' ουσίαν.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγόμενης δανείστριας τράπεζας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την αγωγή των εναγόντων οφειλετών ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, ερμήνευσε την διάταξη του άρθρ. 39 του ν. 3259/2004 και δεν την παραβίασε μη προβαίνοντας στην εφαρμογή της, διότι δεν συνέτρεχαν προς τούτο οι όροι αυτής.
Επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ακολούθως η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως διάδικο μέρος που νικήθηκε, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Απριλίου 2011 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 4354/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ