Supreme Court dismisses appeal on tort damages, upholding lower court's award for psychological suffering.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision awarding significant damages for psychological suffering. The appellants argued the lower court erred in assessing the compensation amount without considering the defendant's specific assets. The court rejected this, ruling that the trial court properly evaluated the severity of the fraud and the victims' distress, and that the defendant's financial status was irrelevant to the calculation of damages for non-pecuniary loss.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 C.P.C.; Art. 1047 para. 1 sec. b C.P.C.; Art. 11 ECHR: The Supreme Court held that a claim for damages for psychological suffering in a tort case is independent of the defendant's ability to pay, and the lower court's assessment of the compensation amount based on the severity of the wrong and the victims' pain is not subject to appellate review absent clear error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 842 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 842/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χ. Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 2. Χ. συζ. Ν. Σ., κατοίκου ... και 3. Σ. θυγ. Ν. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Xρήστο Χηνιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Απριλίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2947/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5573/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 21 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997, κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η, κατά τους όρους του ως άνω άρθρου 1047 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί από αδικοπραξία, δεν καταργήθηκε ούτε περιορίσθηκε από το ανωτέρω άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997. (ΑΠ 1010/2005, ΑΠ 60/2001, ΑΠ 25/2000), το οποίο (άρθρο 11) εισάγει διακωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατ' εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, όταν η μή εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εξόφληση, την οποία αδυναμία πρέπει αυτός να επικαλεσθεί και να αποδείξει (Ολομ.ΑΠ 23/2005, ΑΠ 1010/2005, ΑΠ 60/2001).
Προκειμένου να διαταχθεί προσωπική κράτηση για απαίτηση από αδικοπραξία, αρκεί η υποβολή σχετικού αιτήματος και η απαίτηση να έχει αποδειχθεί, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην αγωγή ότι ο εναγόμενος στερείται περιουσίας, από την οποία θα ήταν δυνατή η ικανοποίηση του δανειστή με άλλα μέσα (ΑΠ 1010/2005, ΑΠ 867/1998).
Αν αποδείχθηκε η αδικοπραξία, στην κρίση, του δικαστηρίου της ουσίας εναπόκειται να διατάξει η όχι προσωπική κράτηση (ΑΠ 1010/2005, ΑΠ 683/1995, ΑΠ 554/2007). Η διάταξη του άρθρου 11 του ΔΣΑΠΔ δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ούτε αναλογικώς και επί απαιτήσεων από αδικοπραξίες (ΑΠ 1180/2004). Η προσωπική κράτηση δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 5 παρ. 3 του Συντάγματος , 5 παρ. 1 περ.
β' της ΕΣΔΑ (ΝΔ. 53/1974 ), 9 παρ. 1 εδ. β' και 11του ΔΣΑΠΔ (Ν. 2462/1977).Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αντίθετος, τρίτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
- Επειδή, με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί, οι οποίοι μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, δηλαδή πρέπει να είναι: α) κατάλληλοι, δηλαδή πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκομένου σκοπού, β) αναγκαίοι, δηλαδή να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό και γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολομ.ΑΠ 43/2005).
Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας δύναται να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές υποχρεώσεις του, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρ 914 επόμ. ΑΚ) και ειδικώτερα στο ζήτημα της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντας αυτή στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας προβάλλεται απαραδέκτως, διότι η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν δύναται να ελεγχθεί αναιρετικώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 25 του Συντάγματος.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αναγόμενοι στο ζήτημα τούτο, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι (Ολομ.ΑΠ 6/2009, Ολομ.ΑΠ 5/2010, ΑΠ 373/2011).
- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1731/2008, ΑΠ 701/2008). Η πρακτική σημασία του λόγου αυτού αναιρέσεως μειώθηκε μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως με τους Ν. 2207/1994 και 2479/1997, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (Ολομ.ΑΠ 12/1991).
Συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στις διαδικασίες των μονομελών πρωτοδικείων (ΑΠ 1248/2006, ΑΠ 235/2004, ΑΠ 418/57, ΑΠ 555/93).
Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση δικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 § 7 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικ. από το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001, δηλαδή η οριστική απόφαση εκδόθηκε με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος.- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και δέχθηκε ως βάσιμο τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος περί του ότι ήταν μειωμένου καταλογισμού κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας και τούτο για το βαθμό του πταίσματός του. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αντίθετος, τρίτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής: Η Α. Σ. του Ν., κόρη των εναγόντων Ν. Σ. και Χ. συζύγου Ν. Σ. και αδελφή της ενάγουσας Σ. Σ., δολοφονήθηκε την 11-5-1999 από τον εναγόμενο σύζυγό της Γ.
Κ. του Ε. στη συζυγική κατοικία τους, που βρίσκεται επί της οδού ... στην ... . Συγκεκριμένα ο εναγόμενος στον άνω τόπο και χρόνο, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με πρόθεση στραγγάλισε δια βρόχου την σύζυγό του αυτή, πράξη για την οποία κατεδικάσθη αμετάκλητα δια της 437, 438, 446, 463, 470, 522, 523, 530 και 531/2004 αποφάσεως του ΜΟΕ Αθηνών, ως δράστης μειωμένου καταλογισμού, κατ' άρθρο 36 του ΠΚ, σε κάθειρξη είκοσι (20) ετών, λόγω σοβαρής αγχώδους καταθλιπτικής συνδρομής, ψυχοσωματικής δηλαδή ασθένειας από την οποία έπασχε κατά τους τελευταίους έξι (6) μήνες προ του εγκλήματος.
Ωσαύτως, περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Α. Σ. κατά το χρόνο του θανάτου της διήγε το 38° έτος της ηλικίας της, ήταν δικηγόρος, γνώστης ξένων γλωσσών με ευρεία μόρφωση και με τον σύζυγο της είχαν αποκτήσει (3) τέκνα, την Η. που γεννήθηκε το 1999 και τους Ο. και Ά., διδύμους, που γεννήθηκαν το 1994. Τα τέκνα τους αυτά η Α.
Σ. τα αγαπούσε και ήταν αφοσιωμένη στην ανατροφή τους, έχοντας μάλιστα αναστείλει την επαγγελματική της δραστηριότητα χάριν αυτών, ενώ, εξ άλλου, με τους ενάγοντες γονείς και αδελφή της διατηρούσε άριστες σχέσεις και ισχυρό ψυχικό δεσμό, η αγάπη δε αυτών προς τη θανούσα επέφερε σε αυτούς βαθύτατη ψυχική οδύνη, μετά δε το θάνατο της οι γονείς της, καίτοι διήγον το 70° έτος της ηλικίας τους, ανέλαβαν την ανατροφή των τριών ανήλικων τέκνων, επιχειρούντες να αμβλύνουν τις βαρύτατες συνέπειες του τραγικού θανάτου της μητέρας τους.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο ενάγων Ν. Σ. του είναι συνταξιούχος (εν αποστρατεία) αρχιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού με σύνταξη 1.500 € μηνιαίως, η Χ. σύζυγος Ν. Σ. είναι συνταξιούχος του. δημοσίου (δασκάλα) με σύνταξη εξακοσίων (600) περίπου ευρώ μηνιαίως, η δε ενάγουσα αδελφή της θανούσας είναι απόφοιτος της Γερμανικής φιλολογίας και εργάζεται ως δημοσιογράφος με εισόδημα 800 € περίπου.
Ο εναγόμενος παρέμεινε έγκλειστος στις φυλακές επί οκτώ χρόνια για την αξιόποινη αυτή πράξη του και μέχρι τότε μετήρχετο με μεγάλη επιτυχία το επάγγελμα του δικηγόρου και είναι ιδιοκτήτης μεγάλης ακίνητης περιουσίας. Συγκεκριμένα είναι ιδιοκτήτης διαμερίσματος εμβαδού 189 τετραγωνικών μέτρων μετά αποθήκης 100 περίπου τετραγωνικών μέτρων και χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου, που βρίσκονται στην οδό ...
στην .... Είναι επίσης κύριος κατοικίας που βρίσκεται στην ... της Σύρου, ως και οικοπέδου τεσσάρων περίπου στρεμμάτων που βρίσκεται στην Άνδρο και είναι παραθαλάσσιο και ασφαλώς έχει καταθέσεις, το ύψος των οποίων δεν έχει εξακριβωθεί. Τα ανωτέρω ακίνητα τα έχει μεταβιβάσει δια δωρεάς-αιτία θανάτου στα άνω ανήλικα τέκνα τους και μέχρι της επελεύσεως αυτής μπορεί να τα καρπούται ως κύριος νομέας και κάτοχος.
Ενόψει τούτων, ήτοι των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων της κοινωνικής καταστάσεως αυτών, της εντάσεως του δόλου με τον οποίο ο εναγόμενος τέλεσε την πράξη αυτή και του τρόπου τελέσεώς της, ως και του ψυχικού άλγους και πόνου τον οποίο δοκίμασαν και εις το μέλλον θα δοκιμάζουν οι ενάγοντες, πρέπει, ως υποστάντες βαθύτατη ψυχική οδύνη, να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση προς άμβλυνση αυτής, το ποσό των 200.000 € υπέρ του ενάγοντος Ν.
Σ., το ποσό ομοίως των 200.000€ υπέρ της ενάγουσας Χ. Σ. και το ποσό των 150.000 ευρώ υπέρ της ενάγουσας Σ. Σ., ποσά τα οποία ενόψει των ανωτέρω περιστάσεων το Δικαστήριο τα κρίνει εύλογα και τα οποία επιδίκασε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, ενώ περιέχει τις διαλαμβανόμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες.
Για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως που επιδίκασε ως ψυχική οδύνη στους ενάγοντες, δεν έλαβε υπόψη του καταθέσεις χρηματικών ποσών, αφού δεν δέχθηκε ότι αποδείχθηκε το ύψος αυτών. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση.
Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2010 αίτηση του Γ. Ε. Κ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 5573/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26-5-2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ