Legislator Case Law & Legislation
842/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court considered all material facts and arguments despite rejecting specific claims.

Case Number 842/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding child support and custody. The appellant argued the lower court ignored their claim of abusive exercise of rights and distorted the content of initial proposals, but the court found these arguments insufficient to establish a procedural error. The court ruled that the appellate court had properly considered all relevant facts and evidence, and that the appellant's complaints regarding the reasoning and evidence weighing did not constitute grounds for annulment under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 no. 8, Art. 559 para. 1 no. 20 of the Civil Procedure Code; An appeal based on the failure to consider material facts or the distortion of document content is inadmissible if the lower court actually considered the arguments and rejected them for substantive or formal reasons.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal grounds Material facts Document distortion Evidence weighing Abusive exercise of rights Child support

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 no. 8 of the Civil Procedure Code
Art. 559 para. 1 no. 20 of the Civil Procedure Code
Art. 559 para. 1 no. 11 of the Civil Procedure Code
Art. 559 para. 1 no. 19 of the Civil Procedure Code
Art. 93 para. 3 of the Constitution

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 842 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 842/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.

Της αναιρεσίβλητης : ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Μαρκομιχελάκη-Σπανού, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2676/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-5-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτηση και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ήτοι διότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, ουσιώδεις δηλαδή για την έκβαση της δίκης πραγματικούς ισχυρισμούς του διαδίκου, θεμελιωτικούς αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο ουσιαστικό ή τυπικό.

Δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης, ούτε τα αποδεικτικά μέσα. Εξ άλλου, κατά την έννοια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αποτελούν έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων να ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο, τα διαδικαστικά έγγραφα όπως είναι και το δικόγραφο των εγγράφων προτάσεων του διαδίκου.

Στην προκειμένη περίπτωση προσάπτονται στο Εφετείο οι εξής αιτιάσεις: α) ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη (λόγος υπό στοιχείο Β' κατά το πρώτο σκέλος του) και β) ότι, με το να απορρίψει, ως απαραδέκτως το πρώτον ενώπιον του υποβληθείσα, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος (λόγος υπό στοιχείο ΣΤ).

Οι λόγοι αυτοί, ο πρώτος από τον αριθμό 8 και ο δεύτερος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, ο μεν πρώτος αβάσιμος, διότι, από τη προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και απέρριψε αυτόν ως απαράδεκτο, ο δε δεύτερος απαράδεκτος, διότι οι έγγραφες προτάσεις δεν είναι αποδεικτικό έγγραφο.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 536 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίας μπορεί να εκδώσει απόφαση δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα και χωρίς την άσκηση από τον εφεσίβλητο (αντίθετης) δικής του έφεσης ή αντέφεσης.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια" και ότι ως προς τα "κεφάλαια" αυτά μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφαση του να προσκρούει στην εκ του άρθρου 536 του Κ.Πολ.Δ.

αρχή της "μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης. Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" της κύριας απαίτησης αξίωσης και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο" και είναι ζήτημα εκτιμήσεως του δικογράφου της εφέσεως, υποκείμενης, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ,Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτή προσβάλλεται και το περί τόκων κεφάλαιο.

Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου" (που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων εφέσεως - αρθ. 520 παρ. 2 και αντεφέσεως - αρθ. 523), δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 του Κ.Πολ.Δ., και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως.

Παρέπεται ότι το Εφετείο, αν μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης, δικάζοντας την αγωγή, επιδικάσει τόκους επί του κεφαλαίου, που δεν επιδικάσθηκαν με την εκκαλουμένη και το κεφάλαιο αυτό δεν είχε μεταβιβασθεί ενώπιον του με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, υποπίπτει στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την αγωγή της κατά του ήδη αναιρεσείοντος, η αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό, νομιμοτόκως από τους αναφερόμενους στην αγωγή της χρόνους, άλλως από την επίδοση της αγωγής, λόγω αποκλειστικής χρήσεως από εναγόμενο του περιγραφομένου ακινήτου (διαμερίσματος), που ανήκε, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή εξ αδιαιρέτου ποσοστά, στους διαδίκους.

Με την υπ' αριθμ. 113/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή , δεχθέντος του δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα ως κεφάλαιο το ποσό των 16.043,93 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το ποσό δε αυτό κεφαλαίου καταδικάσθηκε να καταβάλει ο εναγόμενος στην ενάγουσα, με σχετική περί τούτου διάταξη στο διατακτικό της απόφασης αυτής, χωρίς όμως στο διατακτικό της, προφανώς από παραδρομή, να περιληφθεί και διάταξη για το κεφάλαιο των τόκων.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση μόνο ο εναγόμενος, χωρίς, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, να πλήττεται με αυτή η εκκαλουμένη και ως προς το κεφάλαιο των τόκων. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν και κατεδίκασε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα ως κεφάλαιο το ποσό των 10.303 δρχ.

νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, δεχθέντος του Εφετείου ότι ως προς τους τόκους περιελήφθη διάταξη στο σκεπτικό της εκκαλουμένης. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά τον νόμο πράγματα μη προταθέντα, όπως αιτιάται με τον υπό στοιχείο Β β λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων και άρα ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

III. Ο από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ήτοι διότι το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, ιδρύεται όταν οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη, ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης, πραγματικοί ισχυρισμοί προτάθηκαν, ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τον αναιρεσείοντα και όχι τον αντίδικό του, τούτο δε διότι ο αναιρεσείων δεν έχει συναφώς έννομο συμφέρον.

Στην προκειμένη περίπτωση ,με τον υπό στοιχείο Β γ λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο, επί λέξει, η πλημμέλεια ότι "δεν έλαβε υπ' όψιν τα πραγματικά γεγονότα που εγώ πρότεινα και τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα και μέσα που επικαλέστηκα και προσκόμισα και που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εκείνης και συγκεκριμένως δεν έλαβε υπ' όψιν της τα όσα ισχυρίσθηκε η αναιρεσίβλητος και περιλαμβάνονται ...1) στο από έγγραφο σημείωμά της ενώπιον του Μον.

Πρωτοδικείου Αθηνών, 2) στις από 7.12.1998 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 3) στο από 26.7.2000 έγγραφο σημείωμα της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 4) στις από 13.11.2000 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5) στην από 9.5.2000 αίτηση της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη πραγματικοί ισχυρισμοί προτάθηκαν, κατά τον αναιρεσείσντα, από την αναιρεσίβλητη ενώπιον όχι του δικάσαντος Εφετείου, αλλά άλλων δικαστηρίων, σε δίκες μεταξύ των ίδιων διαδίκων.

IV. Κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔικ το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, όμως για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔικ, πρέπει να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός περί δεδικασμένου με λόγο έφεσης ή με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης και να γίνεται περί τούτου ρητή μνεία στο αναιρετήριο. Αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔικ, τότε μόνο όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που προκύπτει από αυτή προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή προς απόκρουση αυτής και τον ισχυρισμό αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης παρέλειψε να ερευνήσει το δικαστήριο, εκτός αν ο ισχυρισμός για το δεδικασμένο είναι μη νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους υπό στοιχεία Γ και Δ λόγους, υπό την επίκληση των αριθμών 14 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντιστοίχως, αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή και δεν δέχθηκε δεδικασμένο. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έκρινε περί υπάρξεως ή μη δεδικασμένου και επομένως οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι.

VI. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για άμεση ή έμμεση (δια δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ.β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε πως ο εναγόμενος έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου (διαμερίσματος) των διαδίκων μετά τη διακοπή της έγγαμης αυτών συμβίωσης, επιδίκασε δε στην ενάγουσα αποζημίωση, εκτός για το χρονικό διάστημα από 22.6.1998 μέχρι 21.6.2000, κατά το οποίο, όπως δέχεται, η αξίωση της ενάγουσας αναλώθηκε με τον υπολογισμό της μισθωτικής αξίας της χρήσης, κατά τον καθορισμό, με την υπ' αριθμ. 414/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οφειλόμενης από την ενάγουσα στον εναγόμενο διατροφής των ανηλίκων τέκνων τους, την επιμέλεια των οποίων είχε ο εναγόμενος και συμβίωνε μαζί τους στο κοινό των διαδίκων συζύγων διαμέρισμα, δεχόμενο περαιτέρω πως με τις μετέπειτα αποφάσεις, που εκδόθηκαν μεταξύ των διαδίκων για τη διατροφή των τέκνων τους, δεν ελήφθη υπόψη η μισθωτική αξία της χρήσεως του μεριδίου της ενάγουσας στο κοινό ακίνητο, ως συνεισφορά αυτής στη διατροφή των ανηλίκων.

Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, σε συνδυασμό και με τη βεβαίωση του στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αναμφίβολα προκύπτει ότι αυτό έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και τα εξής έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εναγόμενος:

α) το από 3.4.1998 έγγραφο σημείωμα της ενάγουσας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων για καταβολή από την ενάγουσα προσωρινής διατροφής των ανηλίκων τέκνων τους, β)τις από 7.12.1998 έγγραφες προτάσεις τις ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε την από 21.6.1998 τακτική αγωγή περί διατροφής των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ.414/1999 απόφαση, γ) το από 26.7.2000 σημείωμα της ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία Ασφαλιστικών μέτρων) κατά την εκδίκαση αίτησης του εναγομένου για προσωρινή διατροφή των ανηλίκων τέκνων, δ) τις από 13.11.2000 έγγραφες προτάσεις της ενάγουσας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε αντίθετες αγωγές των διαδίκων για την ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων και την καταβολή διατροφής αυτών και ε) την από 9.5.2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της ενάγουσας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.

Επομένως,ο υπό στοιχείο Β λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα άνω έγγραφα, είναι αβάσιμος.

VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία ) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Με τον υπό στοιχείο Ε λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, σχετικώς με την παραδοχή του, ότι από τις μετέπειτα εκδοθείσες μεταξύ των διαδίκων περί διατροφής των ανηλίκων τέκνων τους δικαστικές αποφάσεις δεν προκύπτει ρητώς πως κατά τον καθορισμό με τις αποφάσεις αυτές της οφειλομένης διατροφής των ανηλίκων συνυπολογίστηκε η συνεισφορά της ενάγουσας στη διατροφή των ανηλίκων με την παραχώρηση της χρήσης του μεριδίου της επί του κοινού διαμερίσματος για την αντιμετώπιση των αναγκών διατροφής των ανηλίκων.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος , διότι η αποδιδομένη πλημμέλεια ανάγεται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2.676/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ