Legislator Case Law & Legislation
842/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax debt prosecution for lack of specific reasoning.

Case Number 842/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Third-instance Court of Petty Offenses' decision regarding tax debt prosecution. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning for rejecting claims of statute of limitations, pending litigation, and missing control sheets. The court held that since these arguments lacked concrete evidence or were not formally lodged as objections, the lower court was not obligated to address them individually.

Legislator headnote

AI generated

Art. 25(1) Law 1882/1990; Art. 510(1)(d) Code of Criminal Procedure: A criminal prosecution for tax debt violations is valid if the debt is established and overdue, and the lower court's rejection of unsupported or procedurally defective defense arguments does not constitute a lack of specific reasoning.

Keywords

AI generated
tax debt prosecution statute of limitations pending litigation control sheet requirement lack of specific reasoning appeal dismissal criminal procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 25(1) Law 1882/1990
Art. 23(1) Law 2523/1997
Art. 510(1)(d) Code of Criminal Procedure
Art. 73 Code of Criminal Procedure
Art. 583(1) Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 842 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 842/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένους Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόκοτα, για αναίρεση της ΒΤ 6982/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 39/2006.

Αφού άκουσεΤον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του ν.1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν.2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ με καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής.

Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ.1 του Ν.1882/1990, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφ' ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήσαν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες.

Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του από τις διατάξεις αυτές προβλεπομένου πιο πάνω εγκλήματος που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία.

Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο, όπως και ο ισχυρισμός του ότι έχει παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένως έχει βεβαιωθεί, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος – οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή, οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του Κώδικα Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974) ανακοπή για να εξαλειφθεί το χρέος και αν αυτό δεν συμβεί το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17,18, 19 και 21 παρ.2 του Ν.2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των εγκλημάτων φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο προβλεπομένων εγκλημάτων, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη.

Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε, σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου.

Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσια οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου).

Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.

Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. 2.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την υπ' αριθμ. 6982/2005 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 του Ν.1882/1990, δηλαδή για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο.

Δέχθηκε ειδικότερα ότι από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την κατάθεση του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τον εκπροσωπούντα τον κατηγορούμενο δικηγόρο, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε προς το Δημόσιο οφειλές συνολικού ύψους 1.758.430,89 ευρώ που αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά που έχουν βεβαιωθεί στην Δ΄ ΔΥΟ Πειραιώς και ήταν ληξιπρόθεσμα στις 31-12-1998 το ποσό των 116.416,73 ευρώ, στις 31-12-1998 το ποσό των 72.760,46 ευρώ, στις 31-12-1998 το ποσό των 582.083,64 ευρώ, στις 31-12-1998 το ποσό των 332.619,22 ευρώ και στις 31-3-1998 το ποσό των 654.550,84 ευρώ, και συγκεκριμένα, όπως διευκρινίζεται στο διατακτικό, δεν κατέβαλε εφάπαξ και καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών από του χρόνου καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ.

Ακολούθως τον κήρυξε ένοχο κατ' εξακολούθηση καθυστέρησης καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών ετών.

3. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση καθυστέρησης καταβολής βεβαιωμένων προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν.2523/1997, την οποία εφάρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα στην απόφαση προσδιορίζονται α) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, β) το ύψος των χρεών και συνολικά και αναλυτικά, το γεγονός ότι το ποσό αυτό, κατά τον αναιρεσείοντα, ανέρχεται σε 900.000 ευρώ δεν αφορά την έλλειψη αιτιολογίας, αλλά αναφέρεται σε ανέλεγκτη παραδοχή της απόφασης, γ) ο τρόπος πληρωμής που με σαφήνεια προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό ότι πρόκειται για εφάπαξ καταβολή, και δ) ο ακριβής χρόνος που κάθε ένα από τα μερικότερα χρέη κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και συνακόλουθα ο χρόνος τέλεσης κάθε μίας μερικότερης πράξης.

Διευκρινίζεται δε στην απόφαση ότι τα καθυστερούμενα χρέη είναι χρέη προς το Δημόσιο και όχι προς τρίτους και αφορούν καθυστερούμενους φόρους και λοιπά χρέη, χωρίς να είναι αναγκαία η περαιτέρω διευκρίνιση της ακριβούς προέλευσης κάθε ποσού ούτε ο χρόνος βεβαίωσής τους. Από την αναφορά στο σκεπτικό, μετά την παράθεση των χρεών και του χρόνου καταβολής ενός εκάστου μερικότερου χρέους, ότι αυτός δεν κατέβαλε αυτά «είτε εφάπαξ είτε σε δόσεις» δεν δημιουργεί αντίφαση, αφού από το σύνολο του σκεπτικού, αλλά ειδικότερα από το διατακτικό, το οποίο στο σημείο αυτό συμπληρώνει παραδεκτώς το σκεπτικό, διευκρινίζεται με σαφήνεια ότι πρόκειται για εφάπαξ καταβολή και συγκεκριμένα αναφέρεται στο τέλος του διατακτικού «δηλαδή δεν κατέβαλε εφάπαξ και καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ».

Επομένως, ο μοναδικός, κατά το εδώ ερευνώμενο πρώτο μέρος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Π.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος.

4. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων προέβαλε κατά τη συζήτησης α) ότι η αξίωση του Δημοσίου για τα επίδικα χρέη έχει παραγραφεί και συνακόλουθα ένσταση παραγραφής της πράξης για την οποία ασκήθηκε η δίωξη, β) ότι υπάρχει «για τα διάφορα καταβληθέντα ποσά μερική ένσταση εκκρεμοδικίας διότι τα ποσά που αναφέρονται σε προηγούμενες ποινικές διώξεις περί των οποίων προσκομίζονται αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά» και τέλος γ) ότι η ασκηθείσα ποινική δίωξη δεν συνοδεύεται από φύλλο ελέγχου ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος των ποσών και ο χρόνος βεβαίωσης και επομένως η άσκηση της ποινικής δίωξης έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη.

Με τον ίδιο λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ο αναιρεσείων αιτιάται την απόφαση ότι απέρριψε τους ισχυρισμούς του αυτούς με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία. Όμως, το Δικαστήριο της ουσίας, ενόψει του ότι ο πρώτος ισχυρισμός, εφόσον ο αναιρεσείων δεν ισχυρίσθηκε ότι άσκησε, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, ανακοπή, για ποία ακριβώς χρέη και αν εκδόθηκε σχετικώς απόφαση, δεν ήταν ορισμένος, όπως επίσης δεν ήταν ορισμένος και ο ισχυρισμός για εκκρεμοδικία, αφού δεν αναφέρει κανένα απολύτως στοιχείο για να μπορέσει το Δικαστήριο να κρίνει για την βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού.

Επομένως το Εφετείο, παρά το ότι απάντησε στους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Τέλος, αναφορικά με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη γιατί η μηνυτήρια αναφορά δεν συνοδευόταν από το φύλλο και την έκθεση ελέγχου και το Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτόν, πρέπει να λεχθεί ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, στην περίπτωση του αναιρεσείοντος, ο οποίος καταδικάσθηκε για παραβίαση προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, δεν ήταν απαραίτητη η επισύναψη στην μηνυτήρια αναφορά αντιγράφων των φύλλων ελέγχου και της οικείας έκθεσης ελέγχου, και επομένως το Δικαστήριο ορθώς απέρριψε και τον ισχυρισμό αυτό.

Έτσι ο μοναδικός, κατά το εδώ ερευνώμενο μέρος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Π.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2005 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6982/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ