Supreme Court dismisses appeal on limitation of action, upholding lower court's finding that five-year period expired.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment awarding damages for tortious conduct. The appellant argued that the five-year limitation period under Article 937A of the Civil Code had not expired, but the Court found that the appellant became aware of the damage and the liable party by the end of 2003. Consequently, the Court ruled that the five-year limitation period had already elapsed before the lawsuit was filed in 2010, rendering the claim time-barred.
Legislator headnote
AI generatedArticles 937A, 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code: The limitation period for a claim for damages begins to run when the claimant becomes aware of the damage and the person liable for it; if the damage becomes apparent only after the completion of construction works, the period expires upon such completion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 841 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 841/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Τ. του Ε., συζύγου Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαπέτρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χρονόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 224/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/6/2020 αίτησή της και τους από 14/9/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 24/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε δεκτή η ασκηθείσα από τον ερημοδικασθέντα στον πρώτο βαθμό αναιρεσίβλητο έφεση κατά της υπ' αρ. 224/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσείουσας και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να της καταβάλει ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας το ποσό των 62.480 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι από 14-9-2023 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 15-9-2023 και επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα, μετά από αναβολή, ημερομηνία συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία άρχισε η εκδίκασή της (άρθρο 281 ΚΠολΔ - βλ. την υπ' αρ. 10046β/22-9-2023 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, Γ. Ι. Ε. - Τ.) και αφορούν στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να συνεκδικαστούν, αφού είναι συναφείς (246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση (ΑΠ 304/2020) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003). Προς τους μη προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς εξομοιώνονται και οι προταθέντες απαραδέκτως, όπως π.χ. ένσταση ή αντένσταση για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, χωρίς τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, ή η ένσταση ή αντένσταση που δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά (ΑΠ 1778/2014, ΑΠ 1275/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 44 παρ. 2 του νόμου 3994/2011, "αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση από εναγόμενο που δικάστηκε ερήμην, με συνέπεια να θεωρηθούν ομολογημένοι κατά το άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ οι αγωγικοί πραγματικοί ισχυρισμοί και να γίνει δεκτή η αγωγή, η εκκαλουμένη απόφαση με μόνη την κατ' άρθρο 532ΚΠολΔ τυπικά παραδεκτή άσκηση της εφέσεως εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους αυτής λόγους, προκειμένου να ανατραπεί το σε βάρος του εναγόμενου τεκμήριο ομολογίας.
Επομένως, αν στην έφεση περιέχεται άρνηση της αγωγής, η απόφαση εξαφανίζεται στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να γίνει προηγουμένως δεκτός κάποιος λόγος εφέσεως και η υπόθεση συζητείται εκ νέου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο ο εκκαλών - εναγόμενος μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν είχε παραστεί.
Έτσι, παρέχεται μια ευκαιρία "ουσιαστικής ακροάσεως" στον ερημοδικασθέντα και μη ακουσθέντα πρωτοδίκως, επανορθώνοντας με την έφεσή του τις δυσμενείς συνέπειες από την απουσία του στον πρώτο βαθμό και το εφετείο λειτουργεί πλέον ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 828/2021, ΑΠ 229/2020, ΑΠ 579/2018). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως, η οποία δεν είχε προταθεί παραδεκτά με την έφεση ούτε με άσκηση προσθέτων λόγων, αλλά με τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την συζήτηση της από 26-6-2010 αγωγής της αναιρεσείουσας, στις 4-10-2012, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος δεν εκπροσωπήθηκε στη δίκη.
Εκδόθηκε έτσι, ερήμην του εναγομένου η υπ' αριθ. 224/2012 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 271 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ, καθώς θεωρήθηκαν ομολογημένοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που περιέχονταν στο αγωγικό δικόγραφο, υποχρεώθηκε δε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 62.480 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων, ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας. Ακολούθως, ο ερημοδικασθείς εναγόμενος άσκησε την από 30-1-2013 έφεση, με την οποία αρνήθηκε την αγωγή και ζήτησε την εξαφάνιση της παραπάνω αποφάσεως, προκειμένου, αφού ερευνηθεί εκ νέου, να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή. Το Μονομελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την υπ' αρ. 224/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και δικάζοντας εκ νέου την από 26-6-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας απέρριψε αυτήν, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή ως βάσιμης της ενστάσεως παραγραφής που προέβαλε ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της εφέσεως. Η ένσταση αυτή παραδεκτώς προτάθηκε στο Εφετείο από τον ερημοδικασθέντα στον πρώτο βαθμό εκκαλούντα, ο οποίος σύμφωνα με τ' ανωτέρω λεχθέντα, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως δικαιούτο να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως.
Συνεπώς, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την νομοτύπως, κατά τα άνω, προβληθείσα ενώπιόν του ένσταση παραγραφής και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας, η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, τα πρακτικά εξετάσεως των μαρτύρων και οι ένορκες βεβαιώσεις (339ΚΠολΔ). Όμως, η γνωμοδότηση πραγματογνωμοσύνης που έχει διεξαχθεί σε άλλη δίκη, συναφή ή όχι, μεταξύ ή όχι των ίδιων διαδίκων, προσκομιζόμενη σε μεταγενέστερη δίκη, εκτιμάται όχι ως το αυτοτελές αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, αλλά ως έγγραφο προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 807/2015).
Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1409/2015, ΑΠ 6/2012, ΑΠ 1320/2011).
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κάτωθι έγγραφα, τα οποία, με νόμιμη επίκληση στις προτάσεις της προσκόμισε στην κατ' έφεση δίκη, προς απόκρουση της ενστάσεως παραγραφής που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος και από τα οποία, όπως ισχυρίζεται, προέκυπτε ότι οι επικαλούμενες στην αγωγή της ζημίες που επήλθαν μεταγενέστερα από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων εξ αρχής προβλέψιμες.
Ειδικότερα, προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) την υπ' αρ. καταθ. στο Ειρηνοδικείο Βόλου 172/2009, από Μαρτίου 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Δ. Λ., η διενέργεια της οποίας είχε διαταχθεί με την υπ' αρ. 118/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου στο πλαίσιο δίκης που ανοίχθηκε με προηγούμενη αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, με την οποία είχε ζητήσει αποζημίωση λόγω της ίδιας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού, β) την υπ' αρ. 53/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου, που εκδόθηκε επί εκείνης της αγωγής και τα πρακτικά της και γ) την υπ' αρ. 118/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου και τα πρακτικά αυτής.
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη "όλα τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς μνημονευόμενα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, χρήσιμα είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να ήταν αναγκαίο, σύμφωνα με τ' ανωτέρω λεχθέντα, να μνημονευθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, η από Μαρτίου 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Δ. Λ., αφού αυτή είχε διεξαχθεί σε άλλη συναφή δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.10 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Απορρίπτεται, έτσι, ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1935/2014, AΠ 436/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση παραγραφής της αγωγικής της αξιώσεως που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος και απέρριψε την αγωγή της χωρίς να προσκομισθεί απόδειξη για τον ισχυρισμό αυτό. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βόλου βεβαίωση των Ε. Δ. και Κ. Λ. - Γ. και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η ένσταση ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα.
Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ1014/2010, ΑΠ 27/1988). Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την ένσταση, μολονότι το δικόγραφο των προτάσεων σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, της ενστάσεως είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διατάξεως του άρθρου 262 Κ.Πολ.Δ να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1014/2010, ΑΠ558/2008, ΑΠ 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της ενστάσεως, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 571/2004).
Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της προβολής του, όπως και επί της αοριστίας της αγωγής, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 835/2018, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1676/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση αυτών, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την προταθείσα από τον αναιρεσίβλητο ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξιώσεώς της λόγω αοριστίας, καθώς δεν αναφερόταν σε αυτή πότε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση, που συνιστά τον εναρκτήριο χρόνο της προβλεπόμενης από το άρθρο 937ΑΚ παραγραφής. Οι λόγοι όμως αυτοί της αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο.
Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι και αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων και μετά της προσθήκης αυτών της αναιρεσείουσας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο ισχυρισμός της τελευταίας περί αοριστίας της ενστάσεως παραγραφής δεν προτάθηκε στο Εφετείο.
Ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της αποδείξεως στον αναιρεσείοντα, μολονότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ αυτό έφερε ο αντίδικός του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων. Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται, μετά την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, το οποίο καθορίζει τον διάδικο που επωμίζεται την ευθύνη της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και το οποίο καθορίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 233/2022, ΑΠ 1382/2019, 1693/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση παραγραφής της αγωγικής της αξιώσεως, που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος, αν και δεν αποδεικνυόταν από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε αυτός, έχοντας το σχετικό βάρος αποδείξεως.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η ενάγουσα είναι κυρία οικοπέδου, κατά παρέκκλιση άρτιου και οικοδομήσιμου, εμβαδού 108,50 τετρ. μέτρων, κειμένου, επί της οδού ..., της πόλης του ..., μετά της εντός αυτού υφιστάμενης ισόγειας οικίας, συνολικού εμβαδού 90 τ.
μ. περίπου, αποτελούμενη από τρία επί μέρους κτίρια σε ένα λειτουργικό σύνολο και δη το παλαιότερο, εμβαδού 65 τ.μ. κτισμένο προ πεντηκονταετίας και πλέον και άλλα δύο μικρότερα που είναι νεότερα και πρόσθετα στο πρώτο, που περιήλθε σ' αυτή εκ κληρονομίας εξ αδιαθέτου αφενός της μητέρας της Κ. συζ. Ε. Τ., το γένος Ν.
Τ., κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, αφετέρου του πατέρα της Ε. Θ. Τ. κατά το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου ποσοστό, συνταχθεισών νομίμως των δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας υπ' αριθμ. ....2010 της συμβολαιογράφου Βόλου Δ. Ζ. - Μ. και υπ' αριθμ. ....2016 του συμβολαιογράφου Βόλου Π. Λ., αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νόμιμα. Στο όμορο της άνω ιδιοκτησίας της οικόπεδο, κυριότητας των αδελφών Λ.
και Α. Τ., ο εναγόμενος, μετά νομίμως εκδοθείσα οικοδομική άδεια, ανήγειρε, με το σύστημα της αντιπαροχής, πενταόροφη οικοδομή. Με δύναμη δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 53/2010 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου, που κατέστη τελεσίδικη (βλ. υπ' αριθμ. 864/27.10.2014 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Βόλου), που έκρινε επί προγενεστέρως ασκηθείσας αγωγής της ήδη ενάγουσας και του συγκυρίου τότε πατέρα της κατά του αυτού εναγομένου (αρ.
έκθ. κατάθ. 416/31.10.2006) με την αυτή ιστορική και νομική αιτία, κρίθηκε ότι ο εναγόμενος κατά την εκσκαφή των θεμελίων της νεοανεγειρόμενης οικοδομής δεν έλαβε, ως όφειλε, επαρκή προστατευτικά μέτρα, ώστε να μην προκληθούν ζημίες στην όμορη αυτής οικία της ενάγουσας με αποτέλεσμα να υποστεί καθίζηση το έδαφος αυτής και να δημιουργηθούν ραγίσματα σε τοίχους πληρώσεως και πλακάκια δαπέδου των δύο μικρών κτιρίων, ειδικά στο σημείο ένωσης αυτών.
Ότι επιπλέον ο εναγόμενος κατά την κατασκευή της νέας οικοδομής δεν άφησε, ως όφειλε, ικανό σεισμικό αρμό μεταξύ των δύο κτιρίων και η υπάρχουσα οριζόντια υδρορροή μεταξύ παλαιού κτιρίου (οικίας ενάγουσας) και της νέας οικοδομής συμπιέστηκε με αποτέλεσμα να υπολειτουργεί και επί έντονων βροχοπτώσεων να υπερχειλίζει και το νερό από την κεραμοσκεπή στέγη και τον εξωτερικό τοίχο να εισέρχεται στο εσωτερικό της οικίας με αποτέλεσμα να εμφανίζεται μεγάλη υγρασία και εκτεταμένες φθορές στην οροφή της οικίας και τους τοίχους και επιπλέον ότι η υγρασία στο εσωτερικό του σπιτιού της ενάγουσας επιτείνονταν εξαιτίας των ζημιών που υπέστη η κεραμοσκεπής στέγη της οικίας της κατά την κατασκευή των επιχρισμάτων της όμορης νεοανεγειρόμενης οικοδομής.
Κρίθηκε, δηλαδή, ότι εξαιτίας των άνω παράνομων ενεργειών του εναγόμενου κατά την ανέγερση της οικοδομής προκλήθηκαν ζημίες στην όμορη αυτής οικία, αποκλειστικής ήδη κυριότητας της ενάγουσας και επιδικάσθηκε ισόποση με την αξιούμενη τότε αποζημίωση για την αποκατάσταση του εσωτερικού ελαιοχρωματισμού των τοίχων και της οροφής της οικίας, για την αντικατάσταση της κεραμοσκεπούς στέγης και την αποκατάσταση των φθορών στα επιχρίσματα των εσωτερικών τοίχων καθώς και μέρος της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Ήδη η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή, επικαλούμενη την αυτή ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, αξιώνει αποζημίωση για τις ζημίες που μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής εξακολουθούν να εμφανίζονται στην οικία της, ζημίες, οι οποίες όμως όλες εξαρχής ήσαν προβλέψιμες, ανεξαρτήτως του ότι αυτή τότε δεν είχε διαγνώσει την ακριβή έκταση της ζημίας ή είχε προβεί σε εσφαλμένο υπολογισμό του κόστους αποκατάστασης αυτής με συνέπεια οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας να έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, κατά τη βάσιμη ένσταση που παραδεκτά ο εναγόμενος με τις προτάσεις του προβάλλει ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, αφού, κατά την ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη, αυτός, ως ερημοδικασθείς στην πρωτοβάθμια δίκη, μετά την παραδεκτή άσκηση της έφεσής του και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, μπορεί να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως είχε δικαίωμα να προτείνει, μεταξύ των οποίων και την ένσταση της παραγραφής, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την ενάγουσα - εφεσίβλητη.
Είναι δε βάσιμη η ένσταση παραγραφής, εφόσον, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι επιζήμιες συνέπειες της ανωτέρω εκτεθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου άρχισαν να αναδίδονται και γίνονται αντιληπτές από την ενάγουσα με την αποπεράτωση της οικοδομής στα τέλη του έτους 2003, που αποτελεί τον εναρκτήριο χρόνο της πενταετούς παραγραφής (και όχι από την εκσκαφή των θεμελίων της στις αρχές του έτους 2002), αφού όλες από τότε μπορούσαν να προβλεφθούν ότι θα επέρχονταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αφού εξαρχής είχε εμφανισθεί υγρασία στους τοίχους και την οροφή της οικίας της σε βαθμό που να απαιτούνται εργασίες ανακατασκευής της στέγης και στεγανοποίησης, καθώς και ρωγμές στους τοίχους και καθίζηση της όλης οικίας με συνέπεια να καθίστανται εξαρχής προβλέψιμες οι εντεύθεν με την ένδικη αγωγή ιστορούμενες περαιτέρω ζημίες στα πλακάκια δαπέδου, στις ντουλάπες και ντουλάπια κουζίνας, καθώς και στις πόρτες και παράθυρα της οικίας, μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής (κατατέθηκε στις 02.07.2010 και επιδόθηκε μεταγενέστερα) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, μη εφαρμοζομένης εν προκειμένω της διάταξης του άρθρου 268 εδ.
α' ΑΚ, που προβλέπει εικοσαετή παραγραφή σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας, όταν μέρος αυτής βεβαιώθηκε ήδη με δικαστική απόφαση, αφού οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας είχαν ήδη υποκύψει σε παραγραφή προ της έκδοσης της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 53/26.02.2010, καταστάσης ήδη τελεσίδικης, απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου.
Θα πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή ως βάσιμης της ένστασης παραγραφής, που προβάλλει ο εναγόμενος, να απορριφθεί η αγωγή, ως αβάσιμη..." Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι η ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως, ότι δηλαδή από την εκσκαφή της οικοδομής και τη γνώση περί των φερόμενων προβλημάτων επί της οικίας της αναιρεσείουσας, μέχρι την άσκηση της αγωγής έχει παρέλθει πενταετία, έγινε δεκτή όχι εξαιτίας μη (αντ) αποδείξεως του αντίθετου (αρνητικού) ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι έλαβε γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου σε μεταγενέστερο της εκσκαφής και αποπερατώσεως της οικοδομής χρόνο, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από τον αναιρεσίβλητο (ενιστάμενο) σχετικές αποδείξεις.
Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 150/2023). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 164/1994). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Με τους τέταρτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914, 937 παρ. 1 ΑΚ, δεχόμενο: α) με αντιφατική αιτιολογία ότι το χρονικό διάστημα της γνώσεως, κατά το οποίο οι επιζήμιες συνέπειες της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου άρχισαν να αναδίδονται και να γίνονται αντιληπτές από την αναιρεσείουσα ήταν κατά την ανέγερση της οικοδομής και στη συνέχεια ότι το εν λόγω χρονικό διάστημα της γνώσεως συμπίπτει με την αποπεράτωση της οικοδομής στα τέλη του έτους 2003 και όχι από την εκσκαφή των θεμελίων της οικοδομής στις αρχές του έτους 2002 και β) με ανεπαρκή αιτιολογία ότι οι ζημίες στην οικία της αναιρεσείουσας ήταν όλες εξ αρχής προβλέψιμες, ανεξαρτήτως του ότι αυτή δεν είχε διαγνώσει την ακριβή έκταση της ζημίας και ότι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι επιζήμιες συνέπειες άρχισαν να αναδίδονται και να γίνονται αντιληπτές με την αποπεράτωση της οικοδομής στα τέλη του 2003 που αποτελεί τον εναρκτήριο χρόνο της πενταετούς παραγραφής και όχι από την εκσκαφή των θεμελίων στις αρχές του 2002, μέχρι την έγερση της αγωγής έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.
Από τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την έναρξη και συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσείουσας, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι από το χρόνο (τέλη του 2003), που σε κάθε περίπτωση έλαβε γνώση η αναιρεσείουσα της περιγραφομένης στην αγωγή ζημίας της και του υποχρέου προς αποζημίωση έως την άσκηση της αγωγής της (2010) έχει συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 937ΑΚ πενταετής χρόνος παραγραφής.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι, ακόμη και αν η ενάγουσα - αναιρεσείουσα δεν αντελήφθη τις επιζήμιες συνέπειες της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου ήδη από την εκσκαφή των θεμελίων της, γειτνιάζουσας στην οικία της, οικοδομής του αναιρεσιβλήτου, στις αρχές του έτους 2002, και πάλι οι αξιώσεις της για αποζημίωση, όπως αυτές περιγράφονται στην αγωγή, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937ΑΚ, καθόσον αυτή αντελήφθη τις ως άνω επιζήμιες συνέπειες με την αποπεράτωση της οικοδομής στα τέλη του έτους 2003, καθώς όλες από τότε μπορούσαν να προβλεφθούν ότι θα επέρχονταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, διότι εξαρχής είχε εμφανισθεί υγρασία στους τοίχους και την οροφή της οικίας της σε βαθμό που απαιτούνταν εργασίες ανακατασκευής της στέγης και στεγανοποίησης, όπως επίσης και ρωγμές στους τοίχους και καθίζηση της όλης οικίας και συνεπώς, μέχρι την άσκηση της αγωγής (2010), είχε ήδη παρέλθει χρόνος πέραν της πενταετίας.
Με τις παραδοχές αυτές, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914, 937 παρ. 1 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων. Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει επίσης να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 23-6-2020 αίτηση αναιρέσεως και τους από 14-9-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-6-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 24/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και τους από 14-9-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ