Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court correctly found no legal basis for managing foreign tax debts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athens Court of Appeal's decision regarding the management of foreign tax debts. The appellant argued that the defendants lacked legal authority to settle pre-1992 tax liabilities without the selling company's explicit instruction, claiming the settlement was not in the selling company's best interest. The court rejected these claims, ruling that the lower court properly determined the settlement served the selling company's interests and that the appellant's arguments merely questioned the lower court's evidentiary analysis rather than presenting a valid legal defect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 730 and 736 of the Civil Code; The court held that managing foreign debts without specific instruction constitutes genuine administration of another's affairs when done for the principal's benefit and in accordance with presumed intent, thereby granting the administrator the right to claim reimbursement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 841 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 841/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην ….., με την ιδιότητά του ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... (...) ΑΕ" και συνεχίζοντος τις δίκες αυτής μετά το πέρας της εκκαθάρισής της. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Νασοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας ατομικά και ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της αρχικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει ομοίως και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευανθία Τσίρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και εταιρειών που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, τη με αριθ. κατάθεσης 2640/1996 προσεπίκληση, τη με αριθ. κατάθεσης 3028/1997 προσεπίκληση και τη με αριθ. κατάθεσης 7835/1996 κύρια παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθήνας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3883/1998 μη οριστική, 255/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1684/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η έννοια της γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων δίδεται από τις διατάξεις του άρθρου 730 ΑΚ, κατά τις οποίες όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέλησή του, δεν λαμβάνεται δε υπόψη αντίθετη θέληση του τελευταίου για τη διοίκηση της υπόθεσής του, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη.
Εφόσον ο διοικητής ανέλαβε τη διοίκηση της ξένης υπόθεσης και την διεξάγει ως ξένη, προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του κυρίου, πρόκειται για γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής έχει κατά το άρθρο 736 ΑΚ το δικαίωμα να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως, άλλως πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως, διοίκηση αλλοτρίων και ο διοικητής δικαιούται, κατά το άρθρο 737 ΑΚ, να ζητήσει μόνο την απόδοση των δαπανών του, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Αντίθετα, πρόκειται για μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, όταν ο διοικητής διοικεί την ξένη υπόθεση σαν δική του, δηλαδή αποβλέποντας στο δικό του συμφέρον και όχι στο συμφέρον του κυρίου (ΑΠ 668/2007), οπότε, αν μεν αγνοεί, ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και τη διεξάγει νομίζοντας πως είναι δική του, τότε, κατά το άρθρο 740 ΑΚ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων, αλλά αυτές για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή τις αδικοπραξίες, εφόσον ειδικότερα η πλάνη του διοικητή οφείλεται σε αμέλειά του και η διοίκηση της ξένης υπόθεσης συνιστά παράνομη πράξη, όπως κατά κανόνα συμβαίνει.
Αν όμως ο διοικητής γνωρίζει, ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση και παρόλα αυτά τη διοικεί σαν δική του, τότε κατά το άρθρο 739 ΑΚ και με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία έχει και πάλι τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλοτρίων, ενώ δαπάνες έχει δικαίωμα να απαιτήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή, ανεξάρτητα από την αδικοπρακτική ευθύνη του διοικητή, ο νόμος, με σκοπό την πληρέστερη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του κυρίου της υποθέσεως, ορίζει ως εφαρμοστέες και στη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων τις διατάξεις που ρυθμίζουν την ευθύνη του διοικητή στη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, παραπέμποντας έτσι μεταξύ άλλων και στη διάταξη του άρθρ. 734 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο διοικητής αλλοτρίων έχει απέναντι στον κύριο υποχρέωση να λογοδοτήσει, να αποδώσει όσα απέκτησε από τη διοίκηση και να καταβάλει τόκους κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως.
Κατ` αυτόν τον τρόπο ο κύριος της υπόθεσης μπορεί να επιτύχει όχι μόνο την αποκατάσταση της ζημίας του από την αυθαίρετη επέμβαση στη διαχείριση της υπόθεσής του, αλλά να αξιώσει και την απόδοση του κέρδους, που αποκόμισε ο διοικητής από τη διοίκηση αλλοτρίων κατά το ποσό που αυτό υπερβαίνει συνήθως τη προξενηθείσα ζημία (ΑΠ 1343/2013).
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, πραγματική βούληση υπάρχει, όταν ο κύριος της υπόθεσης έχει εκφραστεί περί της ανάγκης της ενεργείας των πράξεων, ενώ εικαζόμενη βούληση είναι, όχι εκείνη την οποία μπορεί να εικάσει ο διοικητής, αλλά η βούληση που μπορεί να θεωρηθεί σε παρόμοιες περιστάσεις, αντικειμενικά ερευνώμενες, ως τέτοια του κυρίου της υπόθεσης, άλλως πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως διοίκηση αλλότριων.
Αν ο διοικητής αλλοτρίων ενεργεί παρά την αντίθετη, ρητώς εκφρασθείσα βούληση του κυρίου, η ενέργεια του αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται προς την εικαζόμενη θέληση του κυρίου για τη διοίκηση της υπόθεσης, έστω και αν η επιχειρούμενη πράξη γίνεται προς το συμφέρον του τελευταίου. Το συμφέρον του κυρίου νοείται αντικειμενικώς, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η υποκειμενική παράσταση του διοικητή, αλλά η κρίση του μέσου συνετού ανθρώπου σε μία τέτοια περίπτωση.
Λαμβάνεται δε υπόψη όταν δεν μπορεί να διακριβωθεί η πραγματική ή η εικαζόμενη θέληση του. Κατ` αρχήν, δηλαδή, το συμφέρον αυτό είναι επικουρικό σε σχέση με την εν λόγω θέληση του κυρίου. Το γεγονός ότι, με τη διαχείριση της ξένης υπόθεσης, εξυπηρετείται συγχρόνως, έμμεσα ή εν μέρει, και του διοικητή το συμφέρον, έστω και αν τούτο προέχει, δεν εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων για τη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων.
Οι διατάξεις των άρθρων 730, 736 ΑΚ, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εφαρμόζονται και όταν η διοικηθείσα υπόθεση συνίσταται στην εξόφληση χρέους του κυρίου, διότι στην καταβολή ενυπάρχει το συμφέρον του υπόχρεου, όπως απαλλαγεί αυτού, σε συνδυασμό με την άλλη προϋπόθεση της διοίκησης αλλότριας υπόθεσης, δηλαδή εκείνη της διεξαγωγής αυτής, κατά την εκπεφρασμένη ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου (ΑΠ 2091/2013).
Εξάλλου, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αθέμιτης ή μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων πρέπει να ερευνάται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γέννηση της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 904 παρ 1 εδ. α` ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια".
Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, για να γεννηθεί η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πρέπει να επέλθει μία περιουσιακή μεταβολή στις σχέσεις δικαιούχου και υπόχρεου σε "βάρος" της περιουσίας του δικαιούχου χωρίς νόμιμη αιτία, αρκεί ο πλουτισμός του λήπτη να είναι πραγματικός και συγκεκριμένος, ιδιότητες που έχουν ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του πλουτισμού που "επιβάλλεται" στο λήπτη χωρίς την θέλησή του.
Επιβαλλόμενος, εντεύθεν, πλουτισμός υπάρχει, όταν έχει υλοποιηθεί συγκεκριμένη πραγματική, κατ` αντικειμενική κρίση, αύξηση της περιουσίας ενός προσώπου (πλουτισμός), η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη θέλησή του ή τα ενδιαφέροντά του. Κάτι τέτοιο, δηλαδή επιβαλλόμενος (ανεπιθύμητος) πλουτισμός μπορεί να συμβεί ειδικά στη διοίκηση αλλοτρίων, όπως προαναφέρεται, μόνο στις περιπτώσεις της αθέμιτης (γνήσιας) διοίκησης (ΑΚ 737 εδ.
β`) ή της μη γνήσιας (ΑΚ 739 εδ. β`), διότι στη γνήσια θεμιτή ο διοικητής ενεργεί προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, στοιχείο αντίθετο προς το εννοιολογικό περιεχόμενο του επιβαλλόμενου πλουτισμού (ΑΠ 562/2021, ΑΠ 670/2020, ΑΠ 855/2019). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα δικαίου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ. 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νομική βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992).
Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης. Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της ως άνω διάταξης, μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Ελλείψεις δε του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται απ` αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ` αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων. Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτο σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ` επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. (ΑΠ 562/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ...Με την από 27.3.1992 σύμβαση πώλησης και την από 27.5.1992 συμπληρωματική αυτής συμφωνία η αρχικώς εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία ήταν κυρία μέτοχος της ενάγουσας εταιρείας "..." (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), κατέχοντας 35.246.430 μετοχές αυτής, που αντιστοιχούσαν στο 69,8% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω εταιρείας, πώλησε το σύνολο των πιο πάνω μετοχών στις εταιρείες α) "..." β) "..." (...) και γ) "...", μετονομασθείσες οι δύο τελευταίες αργότερα σε "..." της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση τυγχάνει η εταιρεία "..." (πρώην .....
και πρώην ...) και κατ' αυτόν τον τρόπο έκτοτε οι ανωτέρω τρεις αγοράστριες εταιρείες κατέχουν η πρώτη ποσοστό 10,2% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ... ή 5.152.920 μετοχές, η δεύτερη ποσοστό 50,5% του μετοχικού κεφαλαίου της ... ή 25.497.930 μετοχές και η τρίτη ποσοστό 9,1% του μετοχικού κεφαλαίου ή 4.595.580 μετοχές. ....Η αρχικώς εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία ανήκε στο δημόσιο τομέα "ΔΕΚΟ" με μόνο μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο, λύθηκε, τέθηκε σε εκκαθάριση και μετά το πέρας της οποίας ειδικός διάδοχος αυτής τυγχάνει το Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον).
Κατά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης μεταβιβάσεως λόγω πωλήσεως των ως άνω μετοχών από την εταιρεία "... ΑΕ" δεν είχαν ολοκληρωθεί οι φορολογικοί έλεγχοι των οικονομικών ετών και δη από το έτος 1984 (διαχειριστική περίοδος 1.1.1983 έως 31.12.1983) και εντεύθεν με αποτέλεσμα να μην έχουν οριστικοποιηθεί οι φορολογικές υποχρεώσεις της ....
Οι έλεγχοι αυτοί διενεργήθηκαν μετά τη μεταβίβαση των παραπάνω μετοχών στις ως άνω αγοράστριες εταιρείες και είχαν ως αποτέλεσμα τον καταλογισμό σε βάρος της ... συμπληρωματικών φόρων και προσαυξήσεων. Ειδικότερα δε, μετά τον έλεγχο του οικονομικού έτους 1983 (διαχειριστική περίοδος 1.1 έως 31.12.1982), που διενεργήθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 1076235/1177/20.8.1991 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών από την ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών προέκυψαν τα παρακάτω:....".
Ακολουθεί λεπτομερής αναφορά των φόρων, κυρίων και συμπληρωματικών, και προσαυξήσεων που βεβαιώθηκαν σε βάρος τόσο της ... (πρώτη αναιρεσίβλητη) όσο και στις θυγατρικές αυτής εταιρείες "..." (δεύτερη αναιρεσίβλητη), "..." (τρίτη αναιρεσίβλητη) και "...", της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης, τυγχάνει η πρώτη αναιρεσίβλητη "...
ΑΕ", καθώς επίσης και των καταβληθέντων από αυτές ποσών είτε κατόπιν συμβιβασμού με την οικεία ΔΟΥ, είτε με απευθείας εξόφληση των οφειλόμενων ποσών είτε με την οικειοθελή υπαγωγή μερικών εκ των οφειλών τους σε ρύθμιση περαίωσης. Στη συνέχεια, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε: " Ωστόσο ουδόλως αποδεικνύεται ότι μεταξύ του ...
και της "..." ή των θυγατρικών αυτής εταιρειών με την επωνυμία "..." "..." και "..." καταρτίσθηκε κάποια έγγραφη ή άτυπη, ρητή ή σιωπηρή σύμβαση εντολής, γεγονός που δεν αμφισβητεί εξάλλου το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο), δυνάμει της οποίας ο ... να ανέθεσε στις ενάγουσες εταιρείες (ήδη αναιρεσίβλητες) τη διεξαγωγή της αποπληρωμής των ως άνω φόρων και προσαυξήσεων.
Ειδικότερα, από τον Οκτώβριο του έτους 1992 και εφεξής η "..." ενημέρωνε πάντοτε την πωλήτρια εταιρεία Ο.Α.Ε. Α.Ε. για τους επικείμενους φορολογικούς ελέγχους στην πωληθείσα εταιρεία και στις θυγατρικές εταιρείες αυτής, καθώς και για τα αποτελέσματα των εν λόγω ελέγχων ζητώντας μάλιστα και σχετικές οδηγίες για την αντιμετώπιση του εκάστοτε ζητήματος.......
ΣΕ απάντησή του ο Ο.Α.Ε. ανέφερε, ότι σχετικά με την τακτοποίηση των φορολογικών εκκρεμοτήτων συμφωνούσε "να αντιμετωπισθούν από την "..." κατά τον συμφερότερο γι' αυτήν, τις θυγατρικές της, τους αγοραστές και τον πωλητή τρόπο.....και ότι "η αντιμετώπιση αυτών από τις άμεσα ενδιαφερόμενες εταιρείες και την "..." κατά το συμφερότερο γι' αυτές τρόπο, κρίνεται κατά την άποψή μας και η πλέον συμφέρουσα και για τα λοιπά εμπλεκόμενα μέρη"......
Όμοιο περιεχόμενο είχε και η προηγηθείσα από 3.11.1994 επιστολή του Ο.Α.Ε., στην οποία απαντώντας στην ενάγουσα "..." σχετικά με την αντιμετώπιση φορολογικών εκκρεμοτήτων που αφορούσαν και την ίδια την πωληθείσα εταιρεία, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι "οι εν λόγω φορολογικές εκκρεμότητες και οι αντίστοιχες επιβαρύνσεις, στο βαθμό που μας αφορούν, συμφωνούμε να αντιμετωπισθούν από την ...
κατά το συμφερότερο γι' αυτήν, τις θυγατρικές της, τους αγοραστές και τον πωλητή τρόπο". .....Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο Ο.Α.Ε. δεν είχε εκφρασθεί ρητά ή σιωπηρά (ενώπιον τρίτων) περί της ανάγκης ενέργειας των συγκεκριμένων πράξεων, τις οποίες επιχείρησαν οι αρχικώς ενάγουσες, ήτοι του συμβιβασμού και της καταβολής των φόρων και των προσαυξήσεων κατά τα αναλυτικά ανωτέρω εκτιθέμενα.
Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος, ότι οι ενάγουσες προέβησαν στις ανωτέρω ενέργειες σύμφωνα με την πραγματική βούληση του Ο.Α.Ε. Όμως με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν παραπάνω πλήρως αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες ενήργησαν σύμφωνα με την εικαζόμενη βούληση της πωλήτριας εταιρείας.
Συγκεκριμένα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, από τον προαναφερόμενο φορολογικό έλεγχο, εκτός από τις ανωτέρω φορολογικές υποχρεώσεις που βάρυναν την πωλήτρια ... λόγω του ότι ανάγονταν στο χρονικό διάστημα πριν από την 27.5.1992, δηλαδή πριν από την πώληση και μεταβίβαση των μετοχών, είχαν προκύψει και άλλες φορολογικές υποχρεώσεις, οι οποίες ως αναγόμενες στο χρονικό διάστημα μετά την 27.5.1992 βάρυναν αποκλειστικά την "...".
Ενόψει αυτού, η εν λόγω εφεσίβλητη αποφάσισε να προχωρήσει σε συμβιβασμό όσον αφορούσε στις δικές της φορολογικές υποχρεώσεις. Όμως η φορολογική αρχή (ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών) ενόψει του ότι είχε καταλογίσει εσφαλμένως σε βάρος της (δηλ. της "...") ολόκληρο το φόρο εισοδήματος της διαχειριστικής περιόδου 1.1 έως 31.2.1992, δεν δέχθηκε να γίνει επιμερισμός αλλά απαίτησε ο συμβιβασμός να περιλάβει το σύνολο των βεβαιωθεισών φορολογικών υποχρεώσεων.
Σε αντίθετη περίπτωση η ως άνω ανώνυμη εταιρεία δεν θα μπορούσε να λάβει ούτε φορολογική ενημερότητα, η οποία ως γνωστόν ήταν αναγκαία για τη λειτουργία αυτής και των θυγατρικών της άνω εταιρειών και εν γένει για την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους. Κατόπιν αυτού, οι ενάγουσες έκριναν ότι ο συνολικός συμβιβασμός ήταν προς το συμφέρον της πωλήτριας εταιρείας και αυτών των ιδίων.
Με βάση τα ως άνω αντικειμενικά δεδομένα, αλλά και τις υποκειμενικές συνθήκες, που μέχρι τότε είχαν διαμορφωθεί από την προηγούμενη συμπεριφορά της Ο.Α.Ε. Α.Ε. και ειδικότερα από το περιεχόμενο των ως άνω απαντητικών επιστολών αυτής, οι ενάγουσες προχώρησαν σε συμβιβασμό με τη φορολογική αρχή ακόμα και ως προς τις φορολογικές υποχρεώσεις που αφορούσαν το χρονικό διάστημα πριν την 27.5.1992, οι οποίες υποχρεώσεις αφορούσαν την Ο.Α.Ε.
Α.Ε. και εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις αυτές, καταβάλλοντας τα σχετικά ποσά κατά τα αμέσως ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα. Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι ενάγουσες γνώριζαν ότι οι συγκεκριμένες φορολογικές υποχρεώσεις της χρονικής περιόδου πριν την 27.5.1992, καίτοι βεβαιώθηκαν σε βάρος τους, βάρυναν την πωλήτρια Ο.Α.Ε.
Α.Ε., λαμβανομένου υπόψιν και του γεγονότος ότι.... αυτό (δηλαδή η φορολογική επιβάρυνση της Ο.Α.Ε. Α.Ε. ως προς τις φορολογικές υποχρεώσεις πριν την 27.5.1992) ίσχυε και όσο αφορούσε τις θυγατρικές της "...". Ενόψει, όμως, της επαναλαμβανόμενης από την Ο.Α.Ε. δήλωσης χειρισμού και τακτοποίησης των σχετικών εκκρεμοτήτων, που βάρυναν και την ίδια κατά το συμφερότερο και για αυτήν τρόπο, οι ενάγουσες αποφάσισαν να αναλάβουν και να διαχειριστούν την υπόθεση ως ξένη, έχοντας συνείδηση ότι πράγματι διαχειρίζονταν ξένη υπόθεση και να προχωρήσουν στην κατάρτιση του συμβιβασμού και στην καταβολή ολόκληρου του ποσού του συμβιβασμού, ήτοι και το μέρος εκείνου που αναλογούσε στην Ο.Α.Ε.
ΑΕ. Οι ενέργειες αυτές, υπό τις εν λόγω συγκεκριμένες περιστάσεις αντικειμενικά ερευνώμενες,- ενόψει και του ότι η διοίκηση αλλοτρίων......ενθαρρύνεται όχι μόνο γιατί γίνεται προς το συμφέρον του κυρίου της διοικούμενης υπόθεσης (όπως εν προκειμένω η φορολογική υποχρέωση που βάρυνε τον ...), αλλά και γιατί γίνεται και προς το κοινόν συμφέρον αποτελούν βούληση του μέσου συνετού ανθρώπου (αγαθού ανδρός, εν προκειμένω επιχείρησης) και συνεπώς μπορούν να θεωρηθούν ως βούληση της Ο.Α.Ε.
Α.Ε., η οποία δεν είχε αποκλείσει το συμβιβασμό επί φορολογικών εκκρεμοτήτων ......, απεναντίας δε τον ενθάρρυνε. Επίσης, οι ανωτέρω ενέργειες των εναγουσών κατά την κρίση του μέσου συνετού ανθρώπου (αγαθού ανδρός- εν προκειμένω επιχειρηματία) και με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ήταν προφανώς προς το συμφέρον της πωλήτριας (δηλ.
της ... ΑΕ), αφού αφενός μεν με το συμβιβασμό μειώθηκε η σχετική υποχρέωση της τελευταίας και αφετέρου με την καταβολή του ποσού του συμβιβασμού εξοφλήθηκε πλήρως η υποχρέωση αυτή της Ο.Α.Ε. Α.Ε. προς την εφορία, ενώ παράλληλα αποφεύχθηκε και η επιβάρυνσή της ως πωλήτριας με προσαυξήσεις λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής του χρέους.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο της ανάληψης της διοίκησης από τις εν λόγω εταιρείες της ξένης υπόθεσης προς το συμφέρον και κατά την εικαζόμενη βούληση της Ο.Α.Ε. Α.Ε., ......συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη λειτουργία της (γνήσιας) διοίκησης αλλοτρίων, δικαιούνται δε αυτές να αναζητήσουν την ανωτέρω αναλυθείσα δαπάνη νομιμοτόκως (από την ημέρα πραγματοποιήσεως της κάθε δαπάνης κατά τη διάταξη του άρθρου 301 παρ. 1 ΑΚ ).
Εξάλλου, ο ειδικότερος ισχυρισμός του ... που περιέχεται στην έφεσή του και με τον οποίο, προκειμένου να αμφισβητήσει ότι οι εν λόγω καταβολές έγιναν προς το συμφέρον του, διατείνεται ότι αργότερα ο ... απηλλάγη ρητά με νόμο (ν.2741/1999) από οποιαδήποτε σχετική φορολογική του υποχρέωση (μετά από σχετική περί διαγραφής απόφαση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ) ελέγχεται ως αβάσιμος και κρίνεται απορριπτέος.
Ήδη, όπως προαναφέρθηκε, κρίσιμος χρόνος για να ελεγχθεί, αν η διοικούμενη πράξη έγινε προς το συμφέρον του κυρίου της υπόθεσης είναι εκείνος της έναρξης της χρησίμως αναληφθείσας διοίκησης αλλοτρίων και τούτο ανεξάρτητα από το αν η από αυτή προκύψασα ωφέλεια μεταγενεστέρως απωλέσθη. Σημειώνεται, ότι ως προς τα ως άνω κονδύλια δεν διατυπώνεται από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο κανένα ειδικό παράπονο, ούτε, εξάλλου, και ως προς την τοκογονία αυτών...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν τις συνεκδικαζόμενες α) από 23.1.2014 έφεση του αναιρεσείοντος και β) από 14.1.2014 έφεση τη Εθνικής Τράπεζας Ελλάδας, κατά της 255/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι το αναιρεσείον Δημόσιο, ως ειδικός διάδοχος του αρχικώς ενάγοντος στην κυρία δίκη "...
ΑΕ", οφείλει να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες τα αναφερόμενα στο διατακτικό της χρηματικά ποσά, έντοκα με τις επιμέρους εκεί διακρίσεις. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 730, 736 και 713 επ ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τις γενόμενες, αποκλειστικά προς το συμφέρον της κυρίας της υπόθεσης πωλήτριας εταιρείας, επίδικες ενέργειες των αναιρεσίβλητων εταιρειών, οι οποίες σε αντικειμενικά ερευνώμενες παρόμοιες περιστάσεις αποτελούν την βούληση του μέσου συνετού ανθρώπου και μπορούν στην προκείμενη περίπτωση να θεωρηθούν ως βούληση της πωλήτριας εταιρείας "...
ΑΕ", της οποίας ειδικός διάδοχος κατέστη το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, και που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι υφίσταται ευθύνη του αναιρεσείοντος από σχέση γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων προς απόδοση στις αναιρεσίβλητες, με βάση τις εφαρμοζόμενες αναλόγως στην περίπτωση αυτή διατάξεις περί εντολής των άρθρων 713 επ.
ΑΚ, των ένδικων δαπανών, ως γενομένων κατά την εικαζομένη βούληση της πωλήτριας εταιρείας "... ΑΕ", με τις υποστηρίζουσες αυτό ακόλουθες παραδοχές: α) ότι η πωλήτρια εταιρεία "Ο.Α.Ε. ΑΕ" σχετικά με την τακτοποίηση των φορολογικών εκκρεμοτήτων που προέκυψαν από τους ελέγχους που διενεργήθηκαν μετά τη μεταβίβαση των παραπάνω μετοχών στις αγοράστριες εταιρείες, συμφωνούσε να αντιμετωπιστούν από την "..." κατά τον συμφερότερο γι' αυτήν, τις θυγατρικές της, τους αγοραστές και την πωλήτρια τρόπο, χωρίς να έχει αποκλείσει το συμβιβασμό επί φορολογικών εκκρεμοτήτων, τον οποίο απεναντίας ενθάρρυνε, β) ότι μετά την απαίτηση της αρμόδιας ΔΟΥ να περιλάβει ο συμβιβασμός το σύνολο των βεβαιωθεισών φορολογικών υποχρεώσεων και να μη γίνει επιμερισμός τους σ' αυτές που ανάγονταν στο χρονικό διάστημα πριν την 27.5.1992, δηλαδή πριν την πώληση και μεταβίβαση των μετοχών, και βάρυναν αποκλειστικά την πωλήτρια εταιρεία "...
ΑΕ", και σ' αυτές που ανάγονταν στο μεταγενέστερο της πώλησης χρονικό διάστημα και βάρυναν αποκλειστικά την πρώτη αναιρεσίβλητη και τις θυγατρικές αυτής εταιρείες, οι αναιρεσίβλητες, κρίνοντας ότι ο συνολικός συμβιβασμός ήταν προς το συμφέρον της πωλήτριας εταιρείας και αυτών των ιδίων, και προκειμένου να λάβουν φορολογική ενημερότητα, αναγκαία για την άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, προχώρησαν, χωρίς την εντολή της "...
ΑΕ", στη διεξαγωγή της εν λόγω αλλότριας υπόθεσης, ήτοι στην εκπλήρωση και των φορολογικών υποχρεώσεων που αφορούσαν στο χρονικό διάστημα πριν την 27.5.1992 και βάρυναν αποκλειστικά την ανωτέρω εταιρεία, καταβάλοντας τα σχετικά ποσά, εν γνώσει ότι η υπόθεση αυτή είναι ξένη, και γ) ότι με το συμβιβασμό μειώθηκε η σχετική υποχρέωση της πωλήτριας ...
ΑΕ, ενώ με την καταβολή του ποσού του συμβιβασμού εξοφλήθηκε πλήρως η υποχρέωσή της αυτή προς την εφορία, ενώ παράλληλα αποφεύχθηκε και η επιβάρυνσή της με προσαυξήσεις λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής του χρέους. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην εκκαλούμενη απόφαση η από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια περί έλλειψης νόμιμης βάσης και ειδικότερα ότι δεν αιτιολογείται α) για ποιο λόγο είναι σύμφωνοι με την εικαζόμενη βούληση και το συμφέρον του ...
ΑΕ, ο συμβιβασμός, η εξόφληση και η ρύθμιση περαίωσης, σχετικά με φόρους που δεν συμπλέκονταν (υπό την έννοια της αναγκαιότητας ενιαίου χειρισμού) με ίδιες φορολογικές υποχρεώσεις των αναιρεσίβλητων, β) για ποιο λόγο μία συνετή επιχείρηση θα είχε σπεύσει να πληρώσει και όχι να ασκήσει προσφυγές που μεταθέτουν στο μέλλον τις υποχρεώσεις και γ) δεν συνεκτίμησε ότι, εάν στο μέλλον επακολουθούσε ορθός καταλογισμός, τότε θα παρέχονταν στον ...
η δυνατότητα να συμβιβαστεί, είναι αβάσιμος, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού, διότι οι αναφερόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο εκτίθεται σαφώς στην απόφαση. Επομένως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
μειούμενης, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ.1 ν.3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ.19 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.12 ν.1738/1987 και αριθ.2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20.1.1993) (ΑΠ 16/2020, ΑΠ 343/2018), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.10.2019 αίτηση του ... για αναίρεση της 1684/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ