Legislator Case Law & Legislation
841/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on construction safety liability, rejecting claims of employer's fault and lack of supervision.

Case Number 841/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding construction site safety liability. The appellant argued the employer was liable for the accident, but the court found the employer had not retained supervision or technical control over the work. Consequently, the court ruled the employer was not responsible for the subcontractor's negligence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court's reasoning is clear and the appellant fails to demonstrate specific errors regarding the absence of supervision or control over a subcontractor's work.

Keywords

AI generated
construction safety liability employer responsibility subcontractor negligence lack of supervision appeal dismissal Code of Civil Procedure technical control

Cited Legislation

AI generated
Article 576, paragraph 2, items a and g of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 841 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 841/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Kαλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: S. K. του H. (Σ. Κ. του Χ.), κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ζούμπο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΟΜΕΙΑ ΕΛΛΑΣ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Δ. Γ. του Α., κατοίκου …, και 3)ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΝΩΝΥΝΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η και ο 2ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (με αριθμό κατάθεσης 32813/936/2011). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 968/2012 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6684/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/9/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Αθανασόπουλος ανέγνωσε την από 14/10/2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδαφ. α' και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις 10394Δ/19-6-2020 και 10395 Δ/19-6-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστού επιμελητή Αθηνών Η. Μ., που προσκομίζει ο αναιρεσείων προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 3/9/2019 κλήσης του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτη και δεύτερο αναιρεσίβλητους. Εφόσον όμως αυτοί δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά του πινακίου, πρέπει το δικαστήριο του Αρείου Πάγου να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία των πρώτης και δευτέρου αναιρεσιβλήτων κατ' εφαρμογή του άρθρου 576 παρ. 2 εδαφ. α' και γ' του ΚΠολΔ.

Με την από 1-9-2015 και με αριθμό καταθέσεως 799/2015 αίτηση αναιρέσεως, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ), προβάλλεται η 6684/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα με την από 15-2-2011 και με αριθμό καταθέσεως 936/2011 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά των 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Διομεία Ελλάς - Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Α.Ε." (πρώτης αναιρεσίβλητης), 2) Δ. Γ. (2ου αναιρεσίβλητου), 3) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "ΗΟΗ Ελλάς Φ. - Χ.

Ε.Π.Ε. Μελέτες Κατασκευές Τεχνικών Έργων", 4) Ζ. Φ., 5) Ν. Χ., 6) Ε. - Α. Τ., 7) Σ. Β. και 8) Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Allianz Α.Ε.Γ.Α." (τρίτης αναιρεσίβλητης). Ο αναιρεσείων ισχυριζόμενος ότι η πρώτη εναγομένη νομίμως εκπροσωπούμενη από τον δεύτερο Πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής προκειμένου να διαμορφώσει σε ξενοδοχειακή μονάδα παλαιό κτίριο, ανέθεσε στην τρίτη εναγόμενη ΕΠΕ νομίμως εκπροσωπουμένη από τους τέταρτο και πέμπτο εναγομένους την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών διατηρώντας οι πρώτη και δεύτερος εναγόμενοι την εποπτεία και επίβλεψη όλου του έργου με δικαίωμα παροχής οδηγιών και κατευθύνσεων προς την εργολάβο, ενώ ο δεύτερος ήταν και υπεύθυνος ασφαλείας του έργου, η προσηθείσα τρίτη εναγομένη εργολάβος εταιρεία, δια των νομίμων εκπροσώπων της, που ήταν ταυτόχρονα και επιβλέποντες μηχανικοί ανέθεσε στους έκτη και έβδομο την επίβλεψη του έργου τον Αύγουστο του έτους 2005.

Οι πρώτη και τρίτη εναγόμενες προσέλαβαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τον ενάγοντα, ο οποίος απασχολήθηκε στο έργο, ως οικοδόμος και ο οποίος κατά την εκτέλεση της εργασίας του στις 27/2/2006 τραυματίσθηκε στο δεξιό οφθαλμό περιελθών σε μόνιμη αναπηρία, το εργατικό δε αυτό ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα της πρώτης έως έβδομου εναγομένων.

Η όγδοη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία είχε αναλάβει κατά το χρόνο του ατυχήματος την κάλυψη της αστικής ευθύνης της πρώτης εναγομένης έναντι τρίτων και του προσωπικού, που θα απασχολείτο στο έργο, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου σωματικών βλαβών από εργατικό ατύχημα. Ζήτησε κατόπιν αυτού ο ενάγων να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ο καθένας εις ολόκληρον το ποσό των 780.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τον τραυματισμό του.

Με την 968/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ως προς την όγδοη εναγομένη - Τρίτη αναιρεσίβλητη και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τους πρώτη και δεύτερο εναγομένους - αναιρεσίβλητους, ενώ ως προς τους λοιπούς εναγομένους αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο ενάγων άσκησε έφεση στρεφόμενη κατά των πρώτης, δευτέρου και όγδοης εναγομένων, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη κατ' ουσίαν 684/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε μεταξύ των άλλων ότι στις 27-2-2006 ο ενάγων υπέστη εργατικό ατύχημα, δηλαδή ολοκληρωτική καταστροφή του βολβού του δεξιού οφθαλμού και απώλεια της όρασης από αυτόν, ότι με σύμβαση εργασίας ο ενάγων συνδεόταν μόνο με την εργολάβο εταιρεία (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη) που τον προσέλαβε, ως οικοδόμο υπό τις εντολές και τις οδηγίες της και όχι και με την πρώτη εναγομένη αναιρεσίβλητη εταιρεία, ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εργολάβου εταιρείας προστήθεντες απ' αυτήν μηχανικοί δεν υπόκεινται στον έλεγχο και την εποπτεία της πρώτης αναιρεσίβλητης και του νομίμου εκπροσώπου της, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στην εργολάβο εταιρεία.

Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς ενάγων - εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αυτής.

Ι. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, με την ασφαλιστική σύμβαση ο ασφαλιστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον αντισυμβαλλόμενό του (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα (ή άλλη παροχή σε είδος, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία), όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, ο ζημιωθείς τρίτος έχει ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική. Η διάταξη όμως αυτή περί ευθείας αξίωσης του τρίτου κατά του ασφαλιστή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί κατά τη ρητή επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5 του πιο πάνω άρθρου, αφού δεν έχει εκδοθεί η προβλεπόμενη απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης για τον καθορισμό των υπηρεσιών που θα δέχονται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, της διαδικασίας ελέγχου τήρησης της υποχρεωτικής ασφάλισης καθώς και των αναγκαίων λεπτομερειών για τη λειτουργία των υποχρεωτικών ασφαλίσεων αστικής ευθύνης.

Κατά συνέπεια η ασφάλιση της αστικής ευθύνης για την περίπτωση ατυχήματος κατά την εκτέλεση ενός δημοσίου ή ιδιωτικού έργου είναι προαιρετική, αφού δεν έχει εκδοθεί η προβλεπόμενη ΚΥΑ, η έκδοση της οποίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της ευθείας αξίωσης του τρίτου κατά του ασφαλιστή, τούτο δε ισχύει ειδικότερα και για την κατ' άρθ. 6 παρ.1 ν. 3212/2003 καταρχήν υποχρεωτική ασφάλιση των μελετών και ιδιωτικών έργων, που υπάγεται στην ως άνω περίπτωση, και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν έχει εκδοθεί το προβλεπόμενο από την παρ. 2 του άρθρου αυτού ΠΔ για τον καθορισμό των μελετών και των ιδιωτικών έργων, για τα οποία είναι υποχρεωτική η ασφάλιση, του περιεχομένου της ασφάλισης κλπ., ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το άρθ. 6 παρ. 1 ν. 3212/2003 δεν θέτει ρητά ως προϋπόθεση ισχύος του την έκδοση του συναφούς ΠΔ, αφού χωρίς αυτό η περιεχομένη σ' αυτήν ρύθμιση καθίσταται ουσιαστικά ανεφάρμοστη.

Συνάγεται περαιτέρω από τις ως άνω διατάξεις, ότι στα πλαίσια του ν.2496/1997 επί προαιρετικής ασφάλισης, με την προεκτεθείσα έννοια (όπως είναι, κατά τα προαναφερθέντα, αυτή της αστικής ευθύνης για την περίπτωση ατυχήματος κατά την εκτέλεση ενός δημόσιου ή ιδιωτικού έργου), δημιουργείται συμβατική σχέση και συνακόλουθα δικαιώματα και υποχρεώσει μόνο μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλομένου του και ο ζημιωθείς τρίτος δεν έχει ευθεία αξίωση έναντι του ασφαλιστή παρά μόνο κατά του λήπτη της ασφάλισης, από τις υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις του, εκτός εάν οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης δεν συμπίπτουν (ως συνήθως συμβαίνει) στο ίδιο πρόσωπο, αλλά η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου, στην περίπτωση δηλ.

της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου διεπομένης από τα άρθ.410 επ. ΑΚ. Διαφορετικά, εάν δηλ. η ασφαλιστική σύμβαση δεν έχει συμφωνηθεί ως γνήσια υπέρ τρίτου σύμβαση, ο τρίτος μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή μόνο πλαγιαστικά (ΑΠ 180, 179, 106/2014, 441/2010). Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ κατά την οποία "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτου τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπο του" συνάγεται, ότι, προϋποθέσεις για την άσκηση πλαγιαστικής αγωγής είναι ο ενάγων να είναι δανειστής του φορέα του ασκούμενου υπέρ αυτού δικαιώματος, να έχει δηλαδή συγκεκριμένη απαίτηση κατ' αυτού, ο δε τελευταίος (οφειλέτης) να έχει κατά του τρίτου (εναγομένου διά της πλαγιαστικής αγωγής) κάποιο δικαίωμα, το δικαίωμα να έχει περιουσιακή αξία και να μην είναι προσωποπαγές και η αδράνεια του οφειλέτη, συνιστάμενη στην παράλειψη (αμέλεια και αδιαφορία) αυτού να προβεί στην καταδίωξη του δικού του οφειλέτη, η οποία και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του ενάγοντος δανειστή προς άσκηση της αγωγής του οφειλέτη του κατά του τρίτου (βλ.

ΑΠ 106/2014, 499/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθ. κατ. 936/2011 ένδικη αγωγή του (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθεσε, ότι η 1η εναγομένη (και ήδη 1η αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία "ΔΙΟΜΕΙΑ ΕΛΛΑΣ-ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής 2° εναγόμενο (και ήδη 2° αναιρεσίβλητο) Δ.

Γ., προκειμένου να διαμορφώσει σε ξενοδοχειακή μονάδα το επί της οδού ... στην … παλαιό κτίριο, που είχε μισθώσει από το ν.π.δ.δ. "Εκκλησία της Ελλάδος", ανέθεσε στην 3η εναγομένη και μη διάδικο στην αναιρετική δίκη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νόμιμα εκπροσωπούμενη από τους 4° και 5° εναγομένους, επίσης μη διαδίκους στην δίκη αυτήν, την εκτέλεση των αναφερομένων στην αγωγή οικοδομικών εργασιών, διατηρώντας, 1η και 2ος των εναγομένων αναιρεσιβλήτων, την εποπτεία και επίβλεψη όλου του έργου, με δικαίωμα παροχής οδηγιών και κατευθύνσεων για την πρόοδο του προς την εργολάβο εταιρεία, ότι ακολούθως η προστηθείσα από τους 1η και 2° εναγομένους αναιρεσιβλήτους, ο οποίος (2ος) ετύγχανε συγχρόνως και υπεύθυνος ασφαλείας του έργου, 3η εναγομένη εργολάβος εταιρεία διά των ως άνω εκπροσώπων της, οι οποίοι ήσαν ταυτόχρονα και επιβλέποντες πολιτικοί μηχανικοί, ανέθεσε στους 6η και 7° εναγομένους, μη μετέχοντες στην αναιρετική δίκη, επίσης την επίβλεψη του έργου, με βάση και την εκδοθείσα οικοδομική άδεια, ότι στα πλαίσια της εκτέλεσης του έργου αυτού η 1η εναγομένη αναιρεσίβλητη και η 3η εναγομένη τον Αύγουστο του 2005 προσέλαβαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τον ενάγοντα, ο οποίος απασχολήθηκε, αντί ημερομισθίου, στο έργο ως οικοδόμος, ότι την 27-2-2006 και ενώ εκτελούσε, υπό τις οδηγίες και κατευθύνσεις των 1ης και 2ου των εναγομένων αναιρεσιβλήτων και των 3ης , 4ου , 5ου , 6ης και 7ου των εναγομένων, την ανατεθείσα σ' αυτόν εργασία της κοπής μαρμάρου με γωνιακό τροχό, αποσπάσθηκε από το εργαλείο αυτό ένα τμήμα του τροχού, το οποίο σφηνώθηκε στον δεξιό οφθαλμό του με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική καταστροφή του βολβού και την οριστική απώλεια της όρασής του από τον οφθαλμό αυτόν, ότι το εργατικό αυτό ατύχημα, ο συνεπεία αυτού τραυματισμός του και η εντεύθεν μόνιμη αναπηρία του οφείλονται σε υπαίτια συμπεριφορά των 1ης και 2ου εναγομένων αναιρεσιβλήτων και των 3ης-7ου των (μη διαδίκων εδώ) εναγομένων, οι οποίοι δεν έλαβαν, αν και όφειλαν, τα αναφερόμενα εκεί μέτρα ασφαλείας, και ότι "προσέτι η όγδοη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία ALLIANZ (δηλ.

η 3η αναιρεσίβλητη), δυνάμει της υπ' αριθ…./…/…-5-2005 έγκυρης και ισχύουσας κατά τον χρόνο του επιδίκου συμβάντος, ασφαλιστικής συμβάσεως ανέλαβε την αστική ευθύνη προς τρίτους για σωματικές βλάβες ή θάνατο στο εργοτάξιο της πρώτης και τρίτης των αντιδίκων και λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου συνεπεία εργατικού ατυχήματος (ασφαλιστική περίπτωση), ευθύνεται εις ολόκληρο ομού μετά των επτά πρώτων εναγομένων, ως ασφαλίσασα και ως δικονομική εγγυήτρια" και έναντι αυτού, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι, 1η, 2ος και 8η των εναγομένων αντίστοιχα, καθώς και οι λοιποί εναγόμενοι, να του καταβάλουν, κάθε ένας εις ολόκληρον, το ποσό των 780.0006 ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον τραυματισμό του.

Με την προσβαλλομένη απόφαση η αγωγή αυτή απορρίφθηκε, με την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, ως μη νόμιμη, καθόσον μέρος της εστρέφετο κατά της 3ης αναιρεσίβλητης (8ης εναγομένης) ασφαλιστικής εταιρείας, κατά της κρίσης δε αυτής του Εφετείου προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις: (Α) Με τον 4ο λόγο αναίρεσης και κατά το συναφές σκέλος του από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου έγινε δεκτό ότι η ασφάλιση της αστικής ευθύνης της 1ης αναιρεσίβλητης στην 3η δεν είναι υποχρεωτική, αλλά προαιρετική και ότι κατά συνέπεια ο αναιρεσείων δεν έχει ευθεία αξίωση κατ αυτής (3ης αναιρεσίβλητης) ασφαλιστικής εταιρείας, ως εκ τούτου δε το Εφετείο, καταλήγει ο αναιρεσείων, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθ. 6 ν. 3212/2003.

Κατά το σκέλος αυτό ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, και η κατά την ως άνω διάταξη προβλεπομένη ασφάλιση της αστικής ευθύνης από την εκτέλεση ιδιωτικού έργου είναι προαιρετική, διότι η διάταξη του άρθ.26 παρ.1 ν.2496/197, που προβλέπει ευθεία αξίωση του τρίτου κατά του ασφαλιστή και που καταλαμβάνει κάθε περίπτωση ασφάλισης αστικής ευθύνης (εκτός από την ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, άρθ. 26 παρ. 6 ν. 2496/1997) δεν εφαρμόζεται λόγω μη έκδοσης της προβλεπομένης από την παρ.5 του αυτού άρθρου ΚΥΑ με το προαναφερθέν περιεχόμενο.

Ο αυτός λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, κατά το οποίο το Εφετείο παραβίασε την ως άνω διάταξη "προσέτι με τας ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίας του" είναι απαράδεκτος, διότι, όπως είναι γνωστόν, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, βέβαια, μόνον όταν το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ((αντί πολλών ΟλΑΠ 3/1997), όπως στην προκειμένη περίπτωση (Β) Με τους λόγους αναίρεσης (1) 5° από τους αριθ.1 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (προβάλλεται) ότι το Εφετείο "κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου εξετίμησε εσφαλμένα το περιεχόμενο" της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, στην οποία εξέθετε, ότι άσκησε αυτήν και κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας "ως αναλαβούσης την αστική ευθύνη της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ...προς τρίτους εργαζομένους στο εργοτάξιο ταύτης..., τόσον ως ασφαλισάσης το όλον έργον για την προς τρίτους αστική της ευθύνη, η οποία ασφάλισις της αστικής της ευθύνης ήτο υποχρεωτική εκ του νόμου, όσον και ως δικονομικής εγγυήτριας ταύτης προς την πρώτην αναιρεσίβλητον" έναντι αυτού (2) 6°, από τον αριθ. 8 της ως άνω διάταξης, ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου έκρινε ότι από τα εκτιθέμενα στην αγωγή του αναιρεσείοντος, σχετικά με το περιεχόμενο της επίμαχης ασφαλιστικής σύμβασης, στο πρόσωπο της 1ης αναιρεσίβλητης συμπίπτουν οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης και ότι κατά συνέπεια, εφόσον η ασφάλιση αυτή δεν καταρτίσθηκε για λογαριασμό τρίτου και δη του αναιρεσείοντος, δεν συνιστά γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και συνακόλουθα ότι μη νομίμως εστράφη κατά της 3ης αναιρεσίβλητης, στην αγωγή του, όμως, επάγεται στην συνέχεια ο αναιρεσείων, εξέθετε ότι η 3η αναιρεσίβλητη ενάγεται αφενός ως ασφαλίσασα, με εκ του νόμου υποχρεωτική ασφάλιση, το εργατοτεχνικό προσωπικό της 1ης αναιρεσίβλητης και αφετέρου ως δικονομική εγγυήτρια αυτής και ως εκ τούτου η αγωγή εγκύρως εστράφη ευθέως (και) κατά της 3ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής : (α) Η επίμαχη ασφαλιστική σύμβαση καταρτίσθηκε μεταξύ της 3ης και της 1ης των αναιρεσιβλήτων, η οποία είχε τις ιδιότητες τόσο του ασφαλισμένου όσο και του λήπτη της ασφάλισης, ενώ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ασφάλιση αυτή δεν θεωρείται υποχρεωτική, αλλά προαιρετική (β) Δεν περιέχεται, ειδικότερα, στην αγωγή ισχυρισμός ότι η ασφάλιση αυτή είχε συναφθεί για λογαριασμό (και) του αναιρεσείοντος, ότι επρόκειτο δηλ.

για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ούτε, άλλωστε, αναφέρονται τα στοιχεία πλαγιαστικής αγωγής κατά της 3ης αναιρεσίβλητης, για την άσκηση της οποίας, πάντως, ο αναιρεσίων θεωρεί ότι δεν υπήρχε λόγος, αφού, όπως υπολαμβάνει, είχε ιδία ευθεία αγωγή κατ' αυτής, βλ. 4° λόγο της κρινόμενης αίτησης). Εξάλλου, η εναγωγή της 3ης αναιρεσίβλητης (και) ως "δικονομικής εγγυήτριας" της 1ης στερείται εννόμου επιρροής (και δεν μπορεί ν' αναπληρώσει τις ως άνω ελλείψεις), καθόσον, όπως συνάγεται από το άρθ. 88 ΚΠολΔ, μόνον ο εναγόμενος μπορεί, στα πλαίσια προσεπίκλησης, ν' ασκήσει (παρεμπίπτουσα) αγωγή αποζημίωσης κατά του "δικονομικού εγγυητή", δηλ.

κατά του προσώπου, το οποίο με βάση την μεταξύ τους έννομη σχέση είναι δυνατόν να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εναγόμενο της κύριας δίκης το ποσό, το οποίο αυτός (εναγόμενος της κύριας δίκης) θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα σε περίπτωση ευδοκίμησης της κατ' αυτού κύριας αγωγής του (πρβλ.

ΑΠ 2077, 934/2013). Σύμφωνα με τα παραπάνω το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς και προέβη στην εκτίμηση και τον χαρακτηρισμό αυτών και επομένως δεν τίθεται θέμα παρά το νόμο μη λήψης υπόψη "πραγμάτων", όπως υπονοεί ο αναιρεσείων με τον 6° λόγο αναίρεσης.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί, ότι η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ για παρά το νόμο κήρυξη (ή μη κήρυξη) ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου, που αναφέρεται μόνον αριθμητικά στον 5° λόγο της κρινόμενης αίτησης, αφορά αποκλειστικά ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 576/2015, 786/2014), ενώ τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, η ορθή δηλ. ή μη απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης κλπ., όπως στην κρινομένη περίπτωση, ελέγχονται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ.1 του ως άνω άρθρου (ΑΠ 214/2006).

II. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει ν' αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθ. 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση, διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπάγγελτα ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή στην προσβαλλομένη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα.

Ειδικότερα : (Α) Ως προς τους προβλεπομένους από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου), για να είναι ορισμένοι, άρα και παραδεκτοί, πρέπει, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, ν' αναφέρονται, εκτός των άλλων, στο αναιρετήριο (α) αριθμητικά ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, ευθέως ή εκ πλαγίου (β) επί ευθείας παραβιάσεως τ' αποδιδόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση νομικά σφάλματα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επί δε εκ πλαγίου παραβιάσεως εξειδίκευση του σφάλματος της έλλειψης νόμιμης βάσης, ποιά δηλ.

επιπλέον περιστατικά έπρεπε να διαλάβει η απόφαση, ή, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα (ΟλΑΠ 20/2005, 18/2005, 32/1996, ΑΠ 550/2012, 167/2012). Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι λόγοι αναίρεσης (Α) 1ος, κατά τα α' σκέλος του από τους αριθ.1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, κατά το οποίο το Εφετείο "ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένως εφήρμοσε τας σχετικάς διατάξεις σχετικά με την έννοια του εργοδότου στερώντας την απόφαση του νομίμως (ενν. :

νομίμου) βάσεως αφού εν αυτή περιέλαβε ανεπαρκείς και ασαφή(εί)ς αιτιολογίας επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή εις την έκβαση της δίκης" (Β) 2ος, κατ' εκτίμηση του οποίου και στον βαθμό που μπορεί να εκτιμηθεί, κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθ.1 της ίδιας διάταξης (με απλή και μόνον αριθμητική αναφορά του αριθ. 19 αυτής), σύμφωνα με το οποίο το Εφετείο "ουχί ορθώς παρά το Νόμο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου....μη νομίμως.,.και κατά παράβαση του Νόμου κατέληξε εις την εσφαλμένην κρίσιν..ότι η πρώτη και ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων δεν είχον επιφυλάξει διά τον εαυτόν τους την διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στην εργολάβο εταιρία", είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω πλήρους αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται, ούτε προσδιορίζονται με οποιονδήποτε τρόπο οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες ευθέως ή/και εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου ή τα σφάλματα ως προς την έλλειψη νόμιμης βάσης.

ΙΙΙ.(Α) Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, καθόσον καμία διάταξη δεν επιβάλλει αυτήν και μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενώ από την αναφορά στην απόφαση των αποδεικτικών μέσων και δη εγγράφων που κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας είχαν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία και σημασία δεν συνάγεται κατ' ανάγκην ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά (ΑΠ 52/2012, 137/2012, 394/2012).

Προκειμένου περί δικαστικής ομολογίας, δηλ. της ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση παραδοχής επιζήμιων γι' αυτόν που ομολογεί πραγματικών περιστατικών (άρθ. 352, 353 ΚΠολΔ, ΑΠ 1407/2014), η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον αυτού, αυτή πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 530/2015). Πρέπει να επισημανθεί, ότι, όπως προκύπτει από το άρθ.75 παρ.1 ΚΠολΔ, η δικαστική ομολογία του απλού ομοδίκου δεν είναι δεσμευτική για τους άλλους ομοδίκους, μπορεί, όμως, να στηρίξει την συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου σε βάρος τους (ΑΠ 95/2014) (Β) Κατά το άρθ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που περιέχονται στο έγγραφο αυτό.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "έγγραφα" για την στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθ.339 και 432 επ. ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 25/2011), και ως εκ τούτου δεν είναι νοητή (και δεν προβλέπεται ως αναιρετική πλημμέλεια) "παραμόρφωση" της κατάθεσης μάρτυρος ενώπιον δικαστηρίου, παρά μόνο, μη ελεγχομένη αναιρετικά, εσφαλμένη εκτίμηση και αποδεικτική αξιολόγηση αυτής (Γ) Τέλος, οι σωρευτικά (και όχι απλά επικουρικά) ασκούμενοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 11γ' και 20 ΚΠολΔ, εφόσον αναφέρονται στα ίδια έγγραφα και στο αυτό περιεχόμενο τους, είναι απορριπτέοι αμφότεροι ως απαράδεκτοι, διότι λογικά αντιφάσκουν και αποκλείονται αμοιβαία (ΑΠ 757/2015, 537/2012), καθόσον ή λήφθηκε υπόψη κάποιο αποδεικτικό έγγραφο και είναι δυνατόν, επομένως, το δικαστήριο να παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ή δεν λήφθηκε υπόψη και ως εκ τούτου δεν είναι νοητή και η παραμόρφωσή του, δεν είναι δηλ.

δυνατόν να συντρέχουν ταυτόχρονα και οι δύο αυτές αναιρετικές πλημμέλειες. Στην προκειμένη περίπτωση: (1) Με τον 1° λόγο αναίρεσης και το με στοιχ.β σκέλος του προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον αυτού προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι εργοδότριά του (μαζί με την μη διάδικο στην δίκη αυτήν αρχικά 3η εναγομένη ε.π.ε.) ήταν και η 1η αναιρεσίβλητη, η οποία είχε επιφυλάξει στον εαυτό της την εποπτεία και επίβλεψη του έργου και την απεύθυνση οδηγιών προς την εργολάβο εταιρεία, προβάλλεται δηλ.

λόγος κατ' ορθό χαρακτηρισμό από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθ.559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ.8 του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα φέρεται, καθόσον τα αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν "πράγμα", αντί πολλών ΑΠ 87/2013), και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη : (i) Τα παρατιθέμενα εκεί έγγραφα, μεταξύ δε αυτών υπό στοιχ.1 την με αριθ. πρωτ.

…/…-4-2006 "Έκθεση Έρευνας" για το επίδικο εργατικό ατύχημα, την οποία συνέταξε ο Τεχνικός Επιθεωρητής ΚΕΠΕΚ Αθηνών και Κρήτης I. Π. και από την οποία προκύπτει, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι εργοδότριά του ήταν και η 1η αναιρεσίβλητη, ως προς το αυτό, όμως, έγγραφο και σε σχέση με το ως άνω περιεχόμενο του (την ιδιότητα της 1ης αναιρεσίβλητης ως εργοδότριας του αναιρεσείοντος) με τον 8° λόγο αναίρεσης (τελευταίο) προτείνεται, σωρευτικά, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του ίδιου άρθρου, ισχυρίζεται δηλ.

ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του, παραλείποντας κρίσιμη φράση και δεχόμενο γεγονότα που δεν περιέχονται σ' αυτό. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα οι λόγοι αυτοί, 1ος κατά το ως άνω μέρος του και 8ος, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και δη ως αντιφάσκοντες μεταξύ τους. Ως προς τα λοιπά έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο το αποδεικτικό του πόρισμα σχημάτισε "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν...

ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου..., όπως εκτιμώνται μεμονωμένα και σε συνδυασμό μεταξύ τους, καθώς και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραλειφθεί κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, στην οποία γίνεται ειδική μνεία και αποδεικτική αξιολόγηση πολλών εξ αυτών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα αποδεικτικά αυτά μέσα (ii) Τα αναφερόμενα εκεί υπό τον αριθ. 17 "γεγονότα", αποδεικνυόμενα, κατά τον αναιρεσείοντα, από τα προσκομισθέντα (και φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη) έγγραφα κλπ. (και δη ενδεικτικά, το γεγονός ότι η 1η αναιρεσίβλητη είχε ασφαλίσει τον αναιρεσείοντα ως εργοδότρια του στο ΙΚΑ, το γεγονός ότι στις μηνιαίες αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις που υπέβαλλε στο ΙΚΑ για το εργατοτεχνικό προσωπικό της ανέφερε και τον αναιρεσείοντα ως εργαζόμενο σ' αυτήν, το γεγονός ότι η 1η αναιρεσίβλητη τον πλήρωνε για την εργασία του κλπ.).

Κατά το μέρος τούτο του β' σκέλους του ο ερευνώμενος εδώ λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων (άρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) (iii) Την περιεχομένη στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της 3ης αναιρεσίβλητης δικαστική ομολογία της, κατά την οποία "...η εταιρεία μας (3η αναιρεσίβλητη) δυνάμει του...

ασφαλιστηρίου ασφάλιζε την εργοδοτική αστική ευθύνη της ΔΙΟΜΕΙΑ ΕΛΛΑΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ (δηλ. της 1ης αναιρεσίβλητης) και μόνον, για ατυχήματα...που θα προκληθούν στο υπαλληλικό και εργατοτεχνικό της προσωπικό ...εντός των χώρων του εργοταξίου ...ο δε αντίδικος πράγματι ανήκε στο εργατοτεχνικό προσωπικό της ασφαλισμένης" και από την οποία αποδεικνύεται, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι και η 1η αναιρεσίβλητη ήταν εργοδότρια του.

Κατά το μέρος τούτο του β' σκέλους του ο αυτός 1ος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η ομολογία της 3ης αναιρεσίβλητης δεν δεσμεύει ως τοιαύτη την απλή ομόδικο της 1η, ενώ, ενόψει της περιεχόμενης στην αναιρεσιβαλλομένη ως άνω βεβαίωσης και του λοιπού περιεχομένου της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτή λήφθηκε υπόψη ως τεκμήριο (iv) Την περιεχομένη στην προσθήκη των ενώπιον του Πρωτοδικείου προτάσεών τους, τις οποίες επανέφεραν και στο Εφετείο, ομολογία των 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων ότι ήταν εργοδότες του αναιρεσείοντος, αναφέροντας ειδικότερα ότι "Διά του άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου καλύψαμε όλους τους εργαζομένους στο κτίριο της οδού ...

όλων των συνεργείων ...Ασφαλιζόμενος είναι η ΔΙΟΜΕΙΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ και τυχόν υπεργολάβοι αυτού". Κατά το μέρος τούτο του ως άνω σκέλους του ο κρινόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, άλλως ως αβάσιμος, διότι στην φερομένη ως άνω ομολογία δεν διαλαμβάνεται σαφής και ορισμένη παραδοχή εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων αυτών του περιστατικού ότι ήσαν εργοδότες του αναιρεσείοντος.

Τις αυτές ακριβώς αναιρετικές αιτιάσεις, δηλ. της μη λήψης υπόψη ομολογίας της 3ης και 1ης των αναιρεσιβλήτων με το ίδιο περιεχόμενο (ως άνω υπό στοιχ. iii και iv), διατυπώνει ο αναιρεσείων και με τον 7° λόγο αναίρεσης, ο οποίος, επομένως, κρίνεται απορριπτέος για τους αυτούς ως άνω λόγους.

Τα περαιτέρω εκτιθέμενα στο σκέλος αυτό του 1ου λόγου, ότι η ιδιότητα της 1ης αναιρεσίβλητης ως εργοδότριας (και αυτής) του αναιρεσείοντος επιβεβαιώθηκε και από τις καταθέσεις του αναιρεσείοντος και των κατονομαζομένων εκεί μαρτύρων κατά την προανάκριση και κατά την διαδικασία ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μετά την οποία εκδόθηκε η 25993/2011 απόφασή του, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως, εάν θεωρηθούν αυτοτελείς αναιρετικές αιτιάσεις, αυτές είναι απαράδεκτες (άρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Τέλος, με το γ' σκέλος του αυτού 1ου λόγου αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ότι δηλ. το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως αληθινά "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά το σκέλος του αυτό ο ως άνω λόγος, πέραν της αοριστίας του, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην ουσιαστική κρίση του όχι χωρίς απόδειξη, αλλά με βάση τα μνημονευόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα (2) Με τον 2° λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του από την ως άνω διάταξη του αριθ.11 περ.

γ' του άρθ.559 ΚΠολΔ προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις περιεχόμενες στην 25993/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταθέσεις των εκεί αναφερομένων μαρτύρων και απολογία του 2ου αναιρεσιβλήτου, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η 968/2012 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, από τις οποίες αποδεικνυόταν ο ουσιώδης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η 1η αναιρεσίβλητη είχε επιφυλάξει γι' αυτήν το δικαίωμα επίβλεψης του έργου και απεύθυνσης οδηγιών προς την (μη διάδικο εδώ αρχικά 3η εναγομένη) εργολάβο εταιρεία.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την ρητή αναφορά και αποδεικτική αξιολόγηση ειδικά των καταθέσεων των μαρτύρων D. D. και N. C. ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την περιεχομένη στην αναιρεσιβαλλομένη ως άνω βεβαίωση, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και όλα τα αναφερόμενα στο λόγο αυτόν αποδεικτικά μέσα, ενώ ως προς την αποδιδόμενη "παραμόρφωση" της κατάθεσης του D.

D. ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εάν αυτή ήθελε θεωρηθεί ως αυτοτελής αναιρετική πλημμέλεια, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος, όπως και κατά τα λοιπά, εφόσον πλήττει ευθέως την εκτίμηση των αποδείξεων.

IV. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 757/2015). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 §3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.

Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 757/2015). Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός για εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (έλλειψη νόμιμης βάσης) στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει ν' αναφέρεται, εκτός από τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, και εξειδίκευση του σφάλματος της έλλειψης νόμιμης βάσης, δηλ.

ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να διαλάβει η απόφαση, ή, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα ((ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 167/2012) (Β) Εξάλλου: (1) Κατά την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 1396/1983 "περί μέτρων ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα", αν δεν ανατίθεται η εκτέλεση του έργου σε έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν οι εργολάβοι και υπεργολάβοι.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθ. 1, 2, 16 του ν. 551/1915 (που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθ.38 εδ. α' ΕισΝΑΚ), 681, 688-691, 698, 914, 922, 932 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος κατά την εκτέλεση έργου ο κύριος του έργου (πλασματικός εργοδότης, μη συμβληθείς δηλ.

και με συνδεόμενος ευθέως με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τον παθόντα εργαζόμενο) δεν ευθύνεται, για την καταβολή, ειδικότερα, χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη από το ατύχημα αυτό, ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις και παραλείψεις του εργολάβου ή υπεργολάβου, αν με εντολή του ολόκληρο το έργο ή τμήματα αυτού με σύμβαση μίσθωσης έργου ανατέθηκε σε εργολάβο και δεν επιφύλαξε στον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου, αλλά ευθύνεται ο εργολάβος, εφόσον, βέβαια, συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας (ΑΠ 181/2016, 139/2014, 127/2011) (2) Στο άρθ. 3 παρ. 2 και 3 ΠΔ 305/1996 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/57/ΕΟΚ" ορίζεται ότι (α) για εργοτάξια, όπου είναι παρόντα πολλά συνεργεία ορίζεται ένας ή περισσότεροι συντονιστές σε θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου, σύμφωνα με την παρ.9 του άρθ.2 του διατάγματος αυτού, δηλ.

κατά τα προβλεπόμενα στην τελευταία αυτήν διάταξη από τον εργολάβο ολόκληρου του έργου και, εάν δεν υπάρχει εργολάβος, από τον κύριο του έργου (β) πριν από την έναρξη λειτουργίας του εργοταξίου ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και, εάν δεν υπάρχει, ο κύριος του έργου μεριμνά για την εκπόνηση σχεδίου ασφάλειας και υγείας και για την κατάρτιση φακέλου ασφάλειας και υγείας.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι οι προβλεπόμενες με αυτές υποχρεώσεις (η παράλειψη των οποίων γεννά και αντίστοιχη ευθύνη) επιβάλλονται καταρχήν στον εργολάβο ολοκλήρου του έργου (ως τοιούτου νοουμένου, για την εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω ΠΔ, κατά το άρθ.3 παρ.1α αυτού, του προσώπου που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση του έργου κλπ.), και μάλιστα με την πρόσθετη προϋπόθεση ότι πρόκειται για εργοτάξια, στα οποία έχουν εγκατασταθεί πολλά συνεργεία, μόνο δε εάν δεν υπάρχει εργολάβος βαρύνουν τον κύριο του έργου (το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για λογαριασμό του οποίου εκτελείται αυτό, άρθ.1 παρ.2).

Πρέπει να σημειωθεί, ότι κατά την παρ.4 του αυτού ως άνω άρθρου ως "εργοδότης" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και εν προκειμένω οι παράγοντες του έργου που αναφέρονται στα εδ. α' και β' της προηγουμένης παραγράφου, δηλ. οι εργολάβοι και υπεργολάβοι, μη αποκλειομένου του κυρίου του έργου, όταν, όμως, αυτός συνδέεται απευθείας με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο.

Περαιτέρω, με το άρθ.8 παρ.1 εδ.α', 2 εδ.α' και β' του αυτού ΠΔ θεσπίζονται υποχρεώσεις των εργοδοτών, των εργολάβων και υπεργολάβων για την λήψη μέτρων για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, καθώς και για την λήψη υπόψη των υποδείξεων των συντονιστών για θέματα ασφάλειας και υγείας, σύμφωνα δε με την ρητή διάταξη της παρ.3 του άρθρου αυτού ανάλογες υποχρεώσεις με αυτές των προαναφερθεισών παρ. 1 και 2 έχει και ο κύριος του έργου, αλλά υπό τις προϋποθέσεις του ως άνω άρθ.4 ν.1396/1983, εφόσον δηλ.

δεν έχει ανατεθεί η εκτέλεση ολοκλήρου του έργου σε έναν εργολάβο, στην περίπτωση μάλιστα αυτήν η υποχρέωση του κυρίου του έργου για την λήψη μέτρων ασφαλείας δεν αφορά τα τμήματα του έργου, τα οποία ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι και υπεργολάβοι. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, με την προσβαλλομένη 6684/2014 απόφασή της και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι η 1η αναιρεσίβλητη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο 20ς αναιρεσίβλητος, έχοντας μισθώσει με το από 28-1- 2004 ιδιωτικό συμφωνητικό από το ν.π.δ.δ. "Εκκλησία της Ελλάδος" παλαιά οικοδομή επί της οδού ...

και προκειμένου να προβεί στις αναγκαίες εργασίες διαρρύθμισης του ακινήτου αυτού, ώστε να καταστεί κατάλληλο για την συμφωνηθείσα χρήση ως ξενοδοχείο κλασικού τύπου, με σύμβαση έργου που καταρτίσθηκε με τα από 15-5-2005, 15-6-2005, 21-11-2005 και 24-6-2006 ιδιωτικά συμφωνητικά ανέθεσε στην (μη διάδικο στην δίκη αυτήν 3η εναγομένη) εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "ΗΟΗ ΕΛΛΑΣ Φ.- Χ.

Ε.Π.Ε." την εκτέλεση των (αναλυτικά αναφερομένων εκεί) συναφών οικοδομικών και άλλων εργασιών, καθώς και την επίβλεψη των εργασιών αυτών από την έναρξη μέχρι την ολοκλήρωσή τους, αντί συμφωνηθείσης κατά περίπτωση αμοιβής, ότι η ως άνω εργολάβος εταιρεία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από την σύμβαση έργου προσέλαβε εργαζομένους, στους οποίους ανέθετε τις εργασίες που θα εκτελούσε ο κάθε ένας, υπό τις οδηγίες, εντολές και επίβλεψή της, ότι, ειδικότερα, τον Αύγουστο του 2005 η εργολάβος, μεταξύ άλλων εργατοτεχνιτών, προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα), που ασκούσε το επάγγελμα του οικοδόμου, και έκτοτε τον απασχόλησε στο ως άνω οικοδομικό έργο με συμφωνημένο ημερομίσθιο 53€, υπό τις οδηγίες και εντολές των νομίμων εκπροσώπων της και των προστηθέντων απ' αυτήν μηχανικών, ότι την 27-2-2006 ο ενάγων κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν από την εργοδότρια του ως άνω εταιρεία εργασίας κοπής μαρμάρων με την χρήση γωνιακού τροχού υπέστη (υπό τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη συνθήκες) εργατικό ατύχημα, δηλ.

ολοκληρωτική καταστροφή του βολβού του δεξιού οφθαλμού και απώλεια της όρασης απ' αυτόν, οφειλόμενο, κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα, σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των εκπροσώπων της εργολάβου εταιρείας που ήσαν συγχρόνως και υπεύθυνοι για την επίβλεψη του έργου, ότι μόνο η εργολάβος εταιρεία συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τον αναιρεσείοντα ενάγοντα, τον οποίο και προσέλαβε αυτή για να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες του ως οικοδόμου, υπό τις εντολές και οδηγίες της, για την εκτέλεση του αναληφθέντος οικοδομικού έργου, καταβάλλοντάς του το συμφωνημένο ημερομίσθιο, ότι το ως άνω έργο διαρρύθμισης του επί της οδού ...

σε ξενοδοχειακή μονάδα κλασικού τύπου εκτελέσθηκε αποκλειστικά υπό την διεύθυνση και επίβλεψη της εργολάβου εταιρείας και εργοδότριας του ενάγοντος, η οποία διά των νομίμων εκπροσώπων της παρείχε εντολές οδηγίες και κατευθύνσεις στους εργαζομένους που απασχολούσε στο έργο αυτό και επέβλεπε την εκτέλεση των εργασιών, ελέγχοντας την τήρηση των εντολών και οδηγιών της, ενώ οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εργολάβου και οι προστηθέντες απ' αυτήν μηχανικοί δεν υπέκειντο στον έλεγχο και την εποπτεία της 1ης εναγομένης αναιρεσίβλητης και του νομίμου εκπροσώπου της (2ου αυτών), μη αποδειχθέντος ότι οι τελευταίοι είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους την διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στην εργολάβο εταιρεία, ως εκ τούτου δε η εργολάβος εταιρεία δεν τελούσε σε σχέση πρόστησης προς την κυρία του έργου 1η αναιρεσίβλητη, ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος (και εναγόμενος) ύστερ' από παρακολούθηση προγράμματος επιμόρφωσης ασκούσε καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας στην ξενοδοχειακή μονάδα "ATHENS CYPRLA", η οποία ήδη λειτουργούσε κατά τον χρόνο του ατυχήματος επί της οδού Διομείας 5, η ως άνω δε άσκηση καθηκόντων τεχνικού ασφαλείας από τον 2° αναιρεσίβλητο αφορούσε αποκλειστικά και μόνο την προσήκουσα λειτουργία των εγκαταστάσεων, μηχανημάτων και εξοπλισμού του ήδη λειτουργούντος, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ξενοδοχείου, καθώς και την μέριμνα προς λήψη μέτρων για την ασφάλεια του απασχολουμένου σε αυτό προσωπικού και όχι το κτίριο, στο οποίο εκτελούνταν εργασίες διαρρύθμισης, προκειμένου να λειτουργήσει ως ξενοδοχείο, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους 1η και 2° αναιρεσιβλήτους εναγομένους.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε (και στην συνέχεια εφάρμοσε, μαζί με άλλες) τις ως άνω διατάξεις του ν. 1396/1983 (δεχθέν ειδικότερα στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο κύριος του έργου, αν ολόκληρο το έργο ή τμήματα αυτού ανατέθηκε με σύμβαση έργου σε εργολάβο, δεν ευθύνεται ως προστήσας για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου, εφόσον δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου), οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, ενώ ορθά, επίσης, δεν εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΠΔ 305/1996, οι οποίες με βάση τις ως άνω παραδοχές του δεν ήσαν εφαρμοστέες, αφού δέχθηκε, ειδικότερα, κατά τρόπο αναιρετικά ανέλεγκτο, ότι (α) ο αναιρεσείων ενάγων συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μόνο με την (μη διάδικο εδώ) ως άνω εργολάβο εταιρεία, η οποία τον προσέλαβε και τον απασχολούσε υπό τις οδηγίες και την επίβλεψη αυτής, των εκπροσώπων και των υπ' αυτής προστηθέντων μηχανικών, καταβάλλοντάς του και την συμφωνηθείσα αμοιβή (β) η εκτέλεση του έργου, κατά την διάρκεια της οποίας συνέβη το επίδικο ατύχημα, είχε ανατεθεί εξ ολοκλήρου στην ως άνω εταιρεία ως εργολάβου, η έλλειψη του οποίου (εργολάβου) αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, για την δημιουργία υποχρεώσεων και αντίστοιχης ευθύνης του κυρίου του έργου σε θέματα ασφαλείας των εργαζομένων σ' αυτό κατά τις διατάξεις του ΠΔ 305/1996, ενώ εξάλλου δεν υπάρχει παραδοχή ούτε για την ύπαρξη πολλών συνεργείων, όπως ανακριβώς αναφέρει ο αναιρεσείων (γ) οι 1η και 2ος αναιρεσίβλητοι δεν είχαν επιφυλάξει γι' αυτούς την διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, που ανήκαν αποκλειστικά στην εργολάβο εταιρεία, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας και οι απ' αυτήν προστηθέντες μηχανικοί δεν υπέκειντο στο έλεγχο και στην εποπτεία των 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων (δ) ο 2ος αναιρεσίβλητος δεν είχε τη ιδιότητα του τεχνικού ασφαλείας του έργου αυτού.

Συνεπώς ο 3ος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος (α) κατά το σκέλος του από τον αριθ.1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ως αβάσιμος (β) κατά το σκέλος του από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου ως απαράδεκτος, καθόσον μεν αναφέρεται στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης (στην ειδικότερη νομική σκέψη ότι ο κύριος έργου, η εκτέλεση του οποίου ανατέθηκε με σύμβαση έργου σε εργολάβο, εφόσον δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου, δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις και παραλείψεις του εργολάβου), διότι ο λόγος αυτός αφορά ελλείψεις της ελάσσονος πρότασης (ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως "αιτιολογιών" νοουμένων των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου), καθόσον δε, κατ' εκτίμηση αυτού, μπορεί να θεωρηθεί ότι πλήττει και την ελάσσονα πρόταση (αιτιολογίες) ως πλήρως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται τα σφάλματα του δικαστηρίου ως προς την έλλειψη νόμιμης βάσης, σε τι συνίσταται δηλ. η αποδιδομένη ασάφεια και αντιφατικότητα, σε κάθε, όμως, περίπτωση και ανεξάρτητα από τα παραπάνω ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του (τις προαναφερθείσες) πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2015 και με αριθμό καταθέσεως 799/2015 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 6684/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ