Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling, upholding permanent insolvency finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Credit Guarantee Fund against the First Instance Court's decision to approve debt restructuring for the borrowers. The court found that the borrowers lacked the permanent ability to pay due to insufficient income covering basic family needs, despite the creditor's partial debt collection efforts. Consequently, the lower court correctly applied the law regarding insolvency and the specific procedural rules of the debt restructuring regime.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 4, 85 of Law 3869/2010; Article 560(1), (6) of the Code of Civil Procedure: The court must find permanent inability to pay based on insufficient income for basic needs, not merely partial debt collection, and the debt restructuring law excludes court costs in appeal proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 841 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 841/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Β.του Ι.και 2) Α. Χ., συζ. Β. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελεάνα Χατζησίμου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λήμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-9-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20-9-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 5/2018) αίτηση ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 117/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 27-12-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 13/2017) έφεση του ήδη αναίρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της υπ' αριθμ. 101/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λήμνου, με την οποία έγινε δεκτή η από 11-12-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων Β. Β. και Α. Χ., με την οποία ρυθμίστηκαν τα χρέη τους και εξαιρέθηκε από την εκποίηση η κοινή κύρια κατοικία τους, καθώς και η υπόλοιπη περιουσία του πρώτου τούτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010.
Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 παρ. Α1 του ν. 3995/2011, ορίζεται ότι: "1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α' 151). 3.
Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη δύναται να γίνει μία μόνο φορά". Εξάλλου ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις", ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:
α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθό, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙBEET κλπ), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (το παραπάνω αναφερόμενο ποσοστό των περιπτώσεων α και β μειώθηκε για όλα τα δάνεια, σε 3/10 με την ΥΑ 2/19843/0094-ΦΕΚ Β' 677/07-03-2012), γ) για τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σε αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).
Οι πιο πάνω εκχωρήσεις είναι ισχυρές καταργούμενης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διατάξεως (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 25 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 3453/2006 και 3867/2010. Κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων μπορεί ύστερα από αίτηση του υπόχρεου να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων οποιουδήποτε είδους δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη κατά νόμο προεκχώρηση του οριζομένου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.
Ο νόμος με την άνω ρύθμιση θέλησε να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του χρηματικές οφειλές από δάνεια προς όλους τους πιστωτές (ιδιώτες και μη), στην περίπτωση δε που ήθελε να εξαιρέσει από το νόμο τις εκ δανείων οφειλές προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου με το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 17 του ν. 3588/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στο δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π. και Δ. ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του Τ.Π.
και Δ. από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010, θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, καθότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010.
Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από τον πιστωτή (ΑΠ 1208/2017).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, η δε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 1208/2017).
Συνακόλουθα, η εξόφληση των πιστωτών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του.
Και τούτο γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, "...οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας", σύμφωνα δε με τον αριθμό 6 του άρθρου αυτού, όπως το εν λόγω άρθρο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την ημερομηνία αυτή (άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 189/2018).
Επίσης, σύμφωνα με τον αριθμό 6 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 551/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτούντες με την από 11-12-2015 αίτησή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λήμνου ισχυρίσθηκαν ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών προς τους πιστωτές τους και ζήτησαν να υπαχθούν τα υφιστάμενα χρέη τους στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κοινή πρώτη κατοικία τους, καθώς και υπόλοιπη ακίνητη περιουσία τους.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 101/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λήμνου, η οποία δέχθηκε την αίτηση, ρύθμισε α) τα χρέη του πρώτου αιτούντος προς το καθ' ου η αίτηση Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με μηνιαίες καταβολές ύψους 175 ευρώ επί τρία (3) έτη και β) τα χρέη της δεύτερης αιτούσας για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία των αιτούντων, καθώς και την υπόλοιπη ακίνητη και κινητή περιουσία του πρώτου των αιτούντων, και υποχρέωσε καθένα από τους αιτούντες να καταβάλουν μηνιαίως στο καθού η αίτηση, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους, το ποσό των 150 ευρώ καθένας επί 239 μήνες (20 έτη και εννέα μήνες).
Κατά της απόφασης αυτής το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 27-12-2017 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο με την ίδια διαδικασία και εξέδωσε την υπ' αριθμ. 117/2018 απόφασή του (αναιρεσιβαλλόμενη), με την οποία απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν με την ακόλουθη αιτιολογία: "...Ο πρώτος αιτών γεννήθηκε το έτος 1975, δηλαδή ήταν 40 ετών κατά το χρόνο υποβολής της υπό κρίση αίτησης και ήδη είναι 43 ετών.
Είναι στέλεχος του στρατού ξηράς με το βαθμό του ανθυπολοχαγού και έγγαμος με τη δεύτερη αιτούσα, η οποία γεννήθηκε το έτος 1979, δηλαδή ήταν 36 ετών κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης και ήδη 39 ετών. Έχουν τρία τέκνα, την Α., τη Δ. και την Ε. - Ά., γεννηθείσες την 10-10-2004, την 31-7-2006 και την 26-7-2010, αντίστοιχα, δηλαδή ανήλικες....
Το έτος 2009 το ετήσιο εισόδημα του πρώτου αιτούντος ανερχόταν στο ποσό των 21.684,62 ευρώ και η σύζυγός του δεν είχε εισόδημα, το έτος 2010 ανερχόταν τον με εισόδημα του πρώτου αιτούντος στο ποσό των 19.865 ευρώ της δε συζύγου του στο ποσό των 3.314,77 ευρώ, το έτος 2011 ανερχόταν το μεν εισόδημα του πρώτου αιτούντος στο ποσό των 18.900,06 ευρώ της δε συζύγου του στο ποσό των 4.483.74 ευρώ, το έτος 2012 ανερχόταν το μεν εισόδημα του πρώτου αιτούντος στο ποσό των 19.781,10 ευρώ της δε συζύγου του στο ποσό των 2.892 ευρώ, το έτος 2013 ανερχόταν το μεν εισόδημα του πρώτου αιτούντος στο ποσό των 16.632,82 ευρώ και η σύζυγός του δεν είχε εισόδημα, το έτος 2014 ανερχόταν το μεν εισόδημα του πρώτου αιτούντος στο ποσό των 18.192,35 ευρώ της δε συζύγου του στο ποσό των 192,80 ευρώ, το έτος 2015 ανερχόταν το μεν εισόδημα του πρώτου αιτούντος στο ποσό των 18.734,66 ευρώ και η σύζυγός του δεν είχε εισόδημα και το έτος 2016 ανερχόταν το μεν εισόδημα του πρώτου αιτούντος στο ποσό των 19.196,16 ευρώ της δε συζύγου του στο ποσό των 555,49 ευρώ.
Τα ανωτέρω εισοδήματα αναφέρονται στις αποδοχές του πρώτου αιτούντος από την εργασία του. Ο αιτών εισέπραττε και μίσθωμα από την εκμίσθωση ενός διαμερίσματος στην οικοδομή επί της οδού ..., αρ. .. στις ..., του οποίου είναι συγκύριος κατά το ιδανικό μερίδιο 3/8. Η αναλογία του μισθώματος, το οποίο εισέπραττε, ανερχόταν τα περισσότερα έτη στο ποσό των 1.125 ευρώ ετησίως, ήτοι στο ποσό των (1.125 : 12) 93,75 ευρώ μηνιαίως.
Αυτά τα ποσά προκύπτουν από τα αναγνωσθέντα αντίγραφα των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, τα οποία προσκόμισαν οι αιτούντες και αναφέρονται στις μικτές αποδοχές του πρώτου εξ αυτών. Κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, δηλαδή κατά τους τελευταίους μήνες του έτους 2015, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 1.376,88 ευρώ...
για τα έτη 2015 έως 2017 ανήλθαν στο ποσό των (1.376,88 + 33,25) 1.410,13 ευρώ. Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί και το προαναφερθέν ποσό των 93,75 ευρώ της αναλογίας του μισθώματος, το οποίο εισέπραττε, οπότε ο πρώτος αιτών κατά την τριετία 2015 έως και 2017 είχε συνολικά μηνιαία έσοδα 1.503,88 ευρώ.... Από το ποσό των καθαρών αποδοχών του πρώτου αιτούντος παρακρατούνταν 747,48 ευρώ για την αποπληρωμή δανείου προς το εκκαλούν και έτσι αυτός τα έτη 2012 και 2013 λάμβανε τελικά καθαρές αποδοχές κατά κανόνα χαμηλότερο των 600 ευρώ και ενίοτε περί τα 610 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2014 λάμβανε καθαρές αποδοχές 569,72 ευρώ μηνιαίως και το έτος 2015 λάμβανε καθαρές αποδοχές περί τα 630 ευρώ μηνιαίως.
Δυνάμει της χορηγηθείσας από την Ειρηνοδίκη Λήμνου προσωρινής διαταγής με ημερομηνία 29-3-2016 η παρακράτηση υπέρ του εκκαλούντος μειώθηκε στο 1/10, δηλαδή από το ποσό των 747,48 ευρώ στο ποσό των 74,75 ευρώ μηνιαίως. Από την παράθεση των αποδοχών του πρώτου αιτούντος κατέστη σαφές ότι αυτές μειώθηκαν ουσιωδώς από το έτος 2012 μέχρι και το χρόνο υποβολής της υπό κρίση αίτησης.
Προ του έτους 2012 οι καθαρές αποδοχές του ανέρχονταν περίπου στο ποσό των 1.800 ευρώ μηνιαίως αλλά η μείωση του βασικού μισθού και των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, ώστε να εναρμονισθούν με το νέο μειωμένο μισθό, αλλά και η περικοπή των επιδομάτων που συνοδεύουν το βασικό μισθό και συναπαρτίζουν μαζί με αυτόν τις τακτικές αποδοχές οδήγησαν στη μείωση των καθαρών αποδοχών στο ανωτέρω αναφερόμενο ποσό των 1.376,88 ευρώ.
Επιπλέον η σύζυγός του εισέπραττε κοινωνικά επιδόματα ως τρίτεκνη, τα οποία πλέον δεν χορηγούνται λόγω της αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής. Επιπλέον, λόγω της ιδιότητάς τους ως τριτέκνων είχαν ευμενή φορολογική αντιμετώπιση, η οποία επίσης καταργήθηκε, λόγω της αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής των προηγούμενων ετών....
Αυτή η μείωση του εισοδήματος των αιτούντων αποτέλεσε απρόβλεπτη ουσιώδη μεταβολή στην οικονομική τους κατάσταση και οδήγησε στην ανατροπή του σχεδιασμού τους ως προς την αποπληρωμή του δανείου που έλαβαν από το εκκαλούν, δηλαδή δικαιολογεί την αδυναμία καταβολής των συμφωνηθεισών μηνιαίων εξοφλητικών δόσεων...
Από την άλλη πλευρά, η δεύτερη αιτούσα δεν εργαζόταν, διότι απέκτησαν τρία τέκνα και ήταν αφοσιωμένη στη φροντίδα και την εν γένει ανατροφή τους. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε, ότι γνωρίζει ορισμένη τέχνη ή επάγγελμα, ώστε να κατορθώσει να το ασκήσει προς απόκτηση εισοδήματος... Οι αιτούντες δεν καταβάλουν μίσθωμα, διότι ανήγειραν κατοικία στη ....., με δάνειο που έλαβαν από το εκκαλούν.
Ειδικότερα, το έτος 2011 έλαβαν από το εκκαλούν στεγαστικό δάνειο ποσού 155.000 ευρώ, συνδεδεμένο με τον υπ' αριθμ. 11/21417 λογαριασμό και πληρωτέο σε εξήντα τοκοχρεωλυτικές δόσεις ποσού εκάστης 4.459,08 ευρώ. Το δάνειο ελήφθη από κοινού, διότι ο μεν πρώτος αιτών ήταν μισθωτός του Ελληνικού Δημοσίου και επομένως δικαιούταν να λάβει δάνειο από το εκκαλούν η δε δεύτερη ήταν η κατ' ιδανικό μερίδιο 1/2 συγκυρία του οικοπέδου, στο οποίο ανεγέρθηκε η οικία τους.
Για τη λήψη του δανείου υπεγράφη η σχετική σύμβαση με ημερομηνία 28-1-2011. Επί του ακινήτου την 31-1-2011 γράφτηκε υποθήκη πρώτης τάξης προς εξασφάλιση του εκκαλούντος μέχρι του ποσού των 155.000 ευρώ... Κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης το ποσό της οφειλής ήταν 145.735,10 ευρώ ενώ το μήνα Απρίλιο του έτους 2018, δηλαδή πριν από την εκδίκαση της έφεσης, αυξήθηκε στις 149.883,57 ευρώ.
Η αύξηση του οφειλομένου υπολοίπου οφείλεται στη μεγάλη μείωση της μηνιαίας εξοφλητικής δόσης, η οποία επιτεύχθηκε δια της προαναφερθείσας προσωρινής διαταγής. Ως προς τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης της οικογένειας των αιτούντων, πρέπει να ληφθεί υπόψιν, ότι πρόκειται για πενταμελή οικογένεια, οπότε οι δαπάνες αυτές είναι εκ των πραγμάτων αυξημένες...
Λαμβανομένων υπ' όψιν των ανωτέρω και επιπλέον του γεγονότος ότι κατά τα λοιπά οι προσωπικές ανάγκες των αιτούντων και των μελών της οικογενείας τους είναι οι συνήθεις για πρόσωπα της ίδιας κοινωνικής, οικονομικής κατάστασης, ηλικίας και φύλλου, οι εύλογες μηνιαίες δαπάνες που απαιτούνται για την κανονική, δηλαδή χωρίς στερήσεις, διαβίωση της οικογενείας τους ανέρχονται στο ποσό των 1.227 ευρώ και σε αυτό το ποσό ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Το ποσό αυτό δεν είναι υπερβολικό αλλά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, λαμβανομένων υπ' όψιν των σύγχρονων συνθηκών και του κόστους διαβίωσης σε συνδυασμό με τον αριθμό των μελών της οικογενείας των αιτούντων και τις ανάγκες, ιδίως εκπαιδευτικού χαρακτήρα, των τέκνων τους... Με βάση τα ανωτέρω..., ως προς το ύψος αφ' ενός του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος των αιτούντων και αφ' ετέρου των αναγκαίων δαπανών για την αξιοπρεπή διαβίωση της οικογενείας τους, το καθαρό μηνιαίο εισόδημά τους, μετά την αφαίρεση και της μηνιαίας εξοφλητικής δόσης των 747,48 ευρώ προς το εκκαλούν, δεν επαρκεί για την κάλυψη των συνήθων μηνιαίων ευλόγων δαπανών της οικογενείας των αιτούντων.
Αυτό ισχύει είτε ληφθεί υπ' όψιν το καθαρό μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως 31-12-2017, δηλαδή το ποσό των 1.503,88 ευρώ πλέον των ποσών των 555,49 ευρώ και 604,84 ευρώ, τα οποία εισέπραξε η δεύτερη αιτούσα από την εργασία της τα καλοκαίρια των ετών 2016 και 2017, είτε ληφθεί υπ' όψιν το καθαρό μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος από 1-1-2018 και έπειτα, δηλαδή το ποσό των 1.570,63 ευρώ...
ακόμη... μετά από την αφαίρεση του ποσού της ανωτέρω μηνιαίας εξοφλητικής δόσης απομένει στη διάθεση των αιτούντων ποσό (1.570,63 - 747,48) 823,15 ευρώ για την κάλυψη των ευλόγων μηνιαίων οικογενειακών δαπανών τους, οι οποίες όμως, όπως αποδείχθηκε, είναι κατά πολύ υψηλότερες. Επομένως οι αιτούντες αδυνατούν να ανταποκριθούν στην αποπληρωμή των παραπάνω εξοφλητικών δόσεων έναντι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.
Εάν το τελευταίο δεν παρακρατούσε το ποσό της μηνιαίας εξοφλητικής δόσης από τις αποδοχές του πρώτου αιτούντος και αυτός επέλεγε να καλύψει με τις καθαρές αποδοχές του τις παραπάνω ανάγκες της οικογενείας τους, δεν θα ήταν δυνατό να συνεχίσει να καταβάλει ολόκληρη τη μηνιαία εξοφλητική δόση του στο εκκαλούν ούτε όμως και τη μικρότερη δόση των 554,87 ευρώ, την οποία προτείνει το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με το δικόγραφο της έφεσής του ως νέα εξοφλητική δόση, διότι και πάλι το ποσό των (1.570,63 - 544,87) 1.025,76 ευρώ, το οποίο θα απέμενε, θα ήταν ανεπαρκές για την κάλυψη των ευλόγων μηνιαίων οικογενειακών δαπανών των αιτούντων.
Επομένως, οι αιτούντες περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής των μηνιαίων ληξιπρόθεσμων δόσεων της μοναδικής χρηματικής οφειλής τους, το δε γεγονός ότι λόγω της παρακράτησης στην πηγή, δηλαδή από τις αποδοχές του πρώτου αιτούντος, του ποσού της οφειλόμενης δόσης δεν είναι δυνατή η λογιστική απεικόνιση της αδυναμίας καταβολής των μηνιαίων εξοφλητικών δόσεων και η εμφάνιση των αιτούντων ως υπερήμερων ως προς την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων δόσεων της οφειλής τους, δεν αίρει το γεγονός της αδυναμίας πληρωμής, στην οποία περιήλθαν, η οποία μάλιστα είναι γενική, εφ' όσον αναφέρεται στη μοναδική οφειλή τους...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 27-12-2017 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Λήμνου, που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 11-12-2015 αίτηση των αναιρεσιβλήτων. Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 323 και 340 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου της χρηματικής του οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο δέχθηκε με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ότι, το εισόδημα των αναιρεσιβλήτων, μετά την αφαίρεση της μηνιαίας εξοφλητικής δόσης προς το ανωτέρω Ταμείο, που παρακρατείται από το μηνιαίο μισθό του πρώτου τούτων και αποδίδεται στο εν λόγω ταμείο, δεν επαρκεί για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών τους για τις συνήθεις βιοτικές ανάγκες των ιδίων και των μελών της οικογενείας τους, ότι οι δαπάνες αυτές είναι κατά πολύ υψηλότερες από το εισόδημα που απομένει μετά την αφαίρεση της μηνιαίας δόσης, και ότι αδυνατούν να ανταποκριθούν στην αποπληρωμή των παραπάνω εξοφλητικών δόσεων, με αποτέλεσμα να έχουν περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής των μηναίων ληξιπρόθεσμων δόσεων της χρηματικής οφειλής του, το δε γεγονός της παρακράτησης των δόσεων αυτών από το μισθό του πρώτου αναιρεσιβλήτου και η μη εμφάνιση αυτού ως υπερήμερου ως προς την πληρωμή των δόσεων της οφειλής του, δεν αίρει το γεγονός της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής της μοναδικής οφειλής τους.
Επομένως, οι επικαλούμενες αιτιάσεις από το αναιρεσείον ότι το ανωτέρω Δικαστήριο α) παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου με το να δεχθεί ότι το μοναδικό δάνειο των αναιρεσιβλήτων προς αυτό (Τ.Π. και Δ.) δεν είναι ενήμερο και ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην πληρωμή των ληξιπρόθεσμων δόσεών τους προς το Ταμείο και β) δεν αναφέρει αν κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάθεσης της από 11-12-2015 αίτησης των αναιρεσιβλήτων υπήρχε έστω και μια ληξιπρόθεσμη οφειλή τους προερχόμενη από την επίδικη δανειακή σύμβαση, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Και τούτο γιατί, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογενείας του.
Το γεγονός ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων παρακρατεί, δυνάμει καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη σύμβασης εκχώρησης ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό εκ του μισθού του, δεν σημαίνει ότι για τον λόγο αυτό και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογενείας του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των δανειακών του υποχρεώσεων.
Στην προκειμένη δε περίπτωση, το Δικαστήριο δέχθηκε με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είναι μεν υπερήμεροι ως προς την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων δόσεων της οφειλής τους προς το αναιρεσείον, λόγω της παρακράτησης αυτών από το μισθό του πρώτου, πλην όμως τα εισοδήματά τους δεν επαρκούν για την κάλυψη αυτών και των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες των ιδίων και των μελών της οικογενείας τους και ως εκ τούτου έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των μηνιαίων ληξιπρόθεσμων δόσεων της μοναδικής χρηματικής οφειλής τους προς το Τ.Π και Δ.
Ενόψει τούτων, το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του νόμου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β' του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2018 αίτηση του "Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 117/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ