Supreme Court remands partnership dissolution case for retrial due to appellate court's failure to justify damages for abusive termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Thessaloniki Court of Appeal's decision dismissing a partner's claim for damages following the dissolution of an unlimited-duration partnership. The appellant argued the dissolution was abusive because he refused to fund renovations while the other partner proceeded with them and operated individually. The appellate court rejected the claim without sufficient reasoning regarding the costs or the appellant's financial capacity to contribute. Consequently, the Supreme Court found the lower court's decision legally flawed and remanded the case for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 767, 281, 914, 297, 298, 932 of the Civil Code; A partner's termination of an unlimited-duration partnership constitutes an unjust enrichment and liability for damages if exercised abusively, and the appellate court must provide sufficient reasoning to justify the denial of such damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 841 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 841/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αναστασίου.
Του αναιρεσιβλήτου:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μανώλη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25237/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1882/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-12-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 767 ΑΚ, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της καλής πίστης, επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 288 και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι η εταιρία που έχει αόριστη διάρκεια λύεται οποτεδήποτε με καταγγελία (τακτική) οποιουδήποτε εταίρου, η οποία αποτελεί δικαίωμα αυτού και ανεξάρτητα από τη συνδρομή ή όχι σπουδαίου προς τούτο λόγου, επιφέρει τη λύση της εταιρίας.
Αν όμως η καταγγελία έγινε άκαιρα και δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος που να τη δικαιολογεί, ο εταίρος που κατήγγειλε ενέχεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων, εκτός αν επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τη δημόσιας τάξης διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της ανεντιμότητας και κακοπιστίας στις συναλλαγές και απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, συνάγεται περαιτέρω ότι καταγγελία της αορίστου διαρκείας εταιρίας, που αποτελεί δικαίωμα του εταίρου, αν ασκήθηκε καταχρηστικώς, έγινε δηλαδή κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, επιφέρει μεν τη λύση της εταιρίας, πλην όμως συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, από την οποία γεννιέται ευθύνη προς αποζημίωση η και χρηματική ικανοποίηση των λοιπών εταίρων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 932 ΑΚ.
Το δικαίωμα ασκείται καταχρηστκά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν' αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του. Ειδικότερα, το δικαίωμα του εταίρου, να προβεί σε λύση με καταγγελία της αορίστου διάρκειας εταιρίας, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών, όταν η καταγγελία αυτή εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τους λοιπούς εταίρους δυνατότητες του καταγγέλοντος και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης, ούτε αναγνωρίζεται από το νόμο το δικαίωμα αυτό στον καταγγέλοντα εταίρο, ως κύρωση έναντι της τυχόν αντισυμβατικής συμπεριφοράς των άλλων εταίρων (Ολ.ΑΠ 12/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δίκασε την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως προς την επικουρική της βάση, με την οποία ζητείτο αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία αδικοπραξίας του εναγομένου, λόγω καταχρηστικής καταγγελίας από αυτόν της μεταξύ τους λειτουργούσας ομόρρυθμης εταιρίας αόριστης διαρκείας, απέρριψε την αγωγή, δεχθέν τα εξής κρίσιμα περιστατικά:
Μεταξύ των διαδίκων αδελφών συστήθηκε το έτος 1988 ομόρρυθμη εταιρία αόριστου χρόνου, με την επωνυμία "...ΟΕ" και με σκοπό την εκμετάλλευση παντοπωλείου, στην οποία καθένας των εταίρων θα συμμετείχε κατά ποσοστό 50% στις κερδοζημίες, υποχρεουμένων των εταίρων να παρέχουν και την προσωπική τους εργασία. Διαχειριστής αυτής ορίστηκε ο εναγόμενος, μετά δε τη σύστασή της εκμεταλλεύετο κατάστημα παντοπωλείου, επί της οδού ..., όπου και η έδρα της.
Για πολλά χρόνια, η μεταξύ των αδελφών εταίρων συνεργασία ήταν αρμονική και η πορεία της επιχείρησης αρκετά καλή, αφού από τα κέρδη από την εταιρική επιχείρηση αντιμετώπιζαν ικανοποιητικά τις οικογενειακές τους ανάγκες. Από τις αρχές όμως του έτους 2000 οι μεταξύ τους σχέσεις διαταράχθηκαν σε μεγάλο βαθμό, διότι ο ενάγων αρνείτο να συμμετάσχει στις απαιτούμενες δαπάνες για την ανανέωση του εξοπλισμού και την ανακαίνιση του καταστήματος, ο οποίος ήταν παλαιός και απαιτείτο η ανανέωσή του, τόσο για λόγους υγιεινής όσο και για λόγους ανταγωνιστικότητας.
Η άρνηση αυτή του ενάγοντος οφείλετο στο ότι αυτός ήταν ηλικίας 58 ετών και ανέμενε το έτος 2005 για να αποχωρήσει, συνταξιοδοτούμενος από το ΤΕΒΕ όπου ήταν ασφαλισμένος, ενώ ο εναγόμενος αδελφός του, που ήταν νεότερος σε ηλικία, απέβλεπε στη διατήρηση και πρόοδο της εταιρείας. Εξ αιτίας των διαφωνιών αυτών, διαταράχθηκαν σοβαρά και οι προσωπικές τους σχέσεις, με συνέπεια να εργάζονται εκ περιτροπής στο κατάστημα, για να μη συναντώνται στον ίδιο χώρο, διότι όσες φορές συνέβη αυτό δημιουργήθηκαν σοβαρά επεισόδια μεταξύ τους, με χειροδικίες και εξυβρίσεις του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου.
Την 6.5.2003 ο ενάγων, έχοντας πληροφορηθεί την πρόθεση του εναγομένου διαχειριστή της εταιρίας να συνάψει τραπεζικό δάνειο στο όνομα της εταιρίας για την αντιμετώπιση των δαπανών ανακαίνισης του καταστήματος, επέδωσε στον εναγόμενο εξώδικη δήλωση με την οποία διαμαρτυρήθηκε για τη συμπεριφορά του και δήλωσε για πολλοστή φορά ότι αρνείται να συναινέσει σε οποιαδήποτε ανακαίνιση του καταστήματος, στην οποία, αν τελικά προέβαινε, ο εναγόμενος θα επιβαρύνονταν ατομικά ο ίδιος.
Μετά από αυτά ο εναγόμενος με το από 29.5.2003 έγγραφό του, επικαλούμενος σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην άρνηση τον ενάγοντος να συμμετάσχει στις δαπάνες ανακαίνισης του καταστήματος και την εξαιτίας αυτής διατάραξη των σχέσεών τους και αδυναμία συνεργασίας, κατάγγειλε την εταιρεία, στη συνέχεια δε, μετά το πέρας της εκκαθάρισης που έγινε την 13-6-2003, ο καταγγείλας την εταιρεία εναγόμενος συνήψε νέα μίσθωση του ιδίου καταστήματος με τον ιδιοκτήτη του, αφού δε προέβη στην ανακαίνιση του καταστήματος, ένα μήνα μετά άρχισε να λειτουργεί την ίδια επιχείρηση ατομικά πλέον.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά απέρριψε (το Εφετείο) την επικουρική, εξ αδικοπραξίας λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, βάση της αγωγής, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω έλλειψης επαρκών αιτιολογιών, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς τη μη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 281 ΑΚ.
Και τούτο διότι α) δεν δέχεται ότι ο ενάγων, που αρνείτο να συμμετάσχει στις δαπάνες ανακαίνισης του εταιρικού καταστήματος, υποχρεούτο, κατά την εταιρική σύμβαση, εν όψει της διατάξεως του άρθρου 745 ΑΚ, να αυξήσει ή συμπληρώσει την εισφορά του στην εταιρία, με την καταβολή του αναλογούντος στην εταιρική του μερίδα ποσοστού επί των απαιτουμένων για την ανακαίνιση του καταστήματος δαπανών και β) δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποιο ποσό απαιτείτο για την ανακαίνιση του καταστήματος, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν ο ενάγων, ο οποίος, όπως δέχεται το Εφετείο, ήταν ηλικίας 58 ετών και ανέμενε τη συνταξιοδότησή του μετά διετία (2005), θα ανέμενε κατά τη διετία αυτή την απόσβεση των δαπανών στις οποίες θα προέβαινε για την ανακαίνιση του καταστήματος, δεδομένου ότι, όπως επίσης δέχεται το Εφετείο, τα κέρδη από την εταιρική επιχείρηση επαρκούσαν για την αξιοπρεπή συντήρηση των οικογενειών τους.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1882/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ