Appeal dismissed for failure to specify facts and mischaracterizing evidence evaluation as legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a dispute over joint bank accounts. The appellant argued the lower court erred by considering unproven facts and misapplying legal rules to evidence evaluation. The court rejected these claims because the appeal did not specify which facts were considered without being proposed, and because the alleged errors concerned the assessment of evidence rather than the application of legal norms.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) & 578(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging violation of substantive law must precisely identify the facts considered by the lower court and distinguish between errors in legal application and the evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 841 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 841/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύση Κλάδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γιάννη Μπαμπούνη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 305/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-5-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, διάβασε την από 13-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο α)την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ένσταση επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, β)αλλά και την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε ορισμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή ή η ένσταση να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί κατ' ουσίαν.
Σε όλες όμως αυτές τις περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και ως εκ τούτου να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα, στην μεν πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, στη δε δεύτερη οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου με βάση τις οποίες κατέληξε στην αποδοχή ή στην απόρριψη της αγωγής ως βάσιμης ή αβάσιμης κατ' ουσίαν.
Δεν αρκεί δε για το ορισμένο του άνω λόγου η ανάλυση της έννοιας που αποδίδει ο αναιρεσείων στην φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, γιατί μόνον ενόψει των ουσιαστικών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, στο αναιρετήριο παρατίθενται α)αποσπασματικές παραδοχές κατ' επιλογήν από τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου, το οποίο απέρριψε την έφεσή της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί αποδόσεως του ανήκοντος σ' αυτόν, ως συνδικαιούχου κοινού λογαριασμού, του ημίσεος του ποσού της χρηματικής καταθέσεως, το οποίο ανέλαβε εξ ολοκλήρου η αναιρεσείουσα, ως συνδικαιούχος επίσης του κοινού λογαριασμού, β) η άποψη της αναιρεσείουσας για την έννοια των νομικών διατάξεων των άρθρων 904, 489 και 493 ΑΚ και γ)αποσπασματικές περικοπές από το ιστορικό της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και από τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά και ζητείται η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως με τον πρώτο εκ του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, διότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, θεμελίωνε ο αναιρεσίβλητος, κυρίως μεν στις εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και επικουρικά στις εξ αδικοπραξίας όμοιες, ενώ (κατά την αναιρεσείουσα) η ανωτέρω ιεράρχηση των νομικών βάσεων της αγωγής δεν είναι νόμιμη, λόγω του επικουρικού χαρακτήρα της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξιώσεως, η οποία ασκείται μόνον όταν δεν συντρέχουν οι εκ της συμβάσεως ή οι εκ της αδικοπραξίας προϋποθέσεις.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι, ενόψει του ότι ο νομικός χαρακτηρισμός των συγκροτούντων την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικών περιστατικών είναι έργο του δικαστηρίου και όχι του διαδίκου, δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά, ώστε να κριθεί αν αυτά υπάγονται στον κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, ούτε οι πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, βάσει των οποίων η αγωγή έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ώστε να κριθεί αν υπάρχει παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.
Για την ίδια αιτία είναι απορριπτέος ο ίδιος πρώτος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτεται ευθεία παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ και ο δεύτερος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 πλημμέλεια, ότι το εφετείο ψευδώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του ν. 5638/1932, 489 και 493 ΑΚ, εφόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ούτε οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, 2) το συγκεκριμένο νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 904 και 3) σε τι συνίσταται η ψευδής ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Για να είναι επομένως ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, 1) τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή την μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει.
Ενόψει αυτών, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, διότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των δεκτών γενομένων από το Εφετείο περιστατικών, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον ούτε οι πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου αναφέρονται στο αναιρετήριο, ούτε σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει αυτή.
Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Πράγματα επομένως συνιστούν και τα περιστατικά που στηρίζουν κατά νόμο την αγωγή και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος, πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα πράγματα, δηλαδή ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά που δεν αναφέρονται στην αγωγή και παρά ταύτα έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς να προταθούν καθώς και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης. Ενόψει αυτών, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο "μετέβαλε την βάση της αγωγής παραδεχόμενο στοιχεία που δεν περιέχονταν σ' αυτήν", είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν προσδιορίζονται ποια περιστατικά που στηρίζουν κατά νόμο την αγωγή και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έλαβε υπόψη το Εφετείο χωρίς να προταθούν.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, όχι όμως και όταν αυτά χρησιμεύουν για την εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, με το να δεχθεί το εφετείο ότι α) "εφόσον οι τραπεζικοί λογαριασμοί του αρχικού καταθέτη περιείχαν αποκλειστικά και μόνον χρηματικές καταθέσεις του ίδιου είναι σαφές ότι η σύσταση των κοινών λογαριασμών από αυτόν με συνδικαιούχους τους διαδίκους, χωρίς κανένα αντάλλαγμα, αποτελεί δωρεά προς αυτούς" και β) "αν ο αρχικός καταθέτης ήθελε την αναιρεσείουσα ως μοναδική δικαιούχο των καταθέσεων, δεν θα προσέθετε και τον αναιρεσίβλητο στους κοινούς λογαριασμούς...
δεν θα του παρέδιδε τα δύο βιβλιάρια..., θα μπορούσε να αναλάβει όλα τα χρήματα από τις δύο καταθέσεις και να ανοίξει άλλον κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους τον ίδιον και την αναιρεσείουσα, αποκλείοντας τον αναιρεσίβλητο", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι οι φερόμενες παραβάσεις δεν αφορούν την εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών γεγονότων, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος, η με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως αποδιδόμενη στο Εφετείο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8) πλημμέλεια, ότι έλαβε υπόψη ομολογία της αναιρεσείουσας περί συστάσεως δωρεάς από τον αρχικό καταθέτη σε ίσα μέρη με την αναιρεσίβλητο, ενώ η ίδια (αναιρεσείουσα) δεν ομολόγησε τέτοιο περιστατικό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ομολογία της αναιρεσείουσας με τέτοιο περιεχόμενο.
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Μαΐου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 305/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ