Supreme Court dismisses appeal regarding bank liability for forged checks, ruling the specific statute applies only to deposit certificates, not checks.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Navitas Compania Maritima S.A. against the Piraeus Court of Appeal's decision rejecting its claim against J.P. Morgan Chase Bank. The appellant argued that the bank's employees committed gross negligence by processing a forged check, thereby violating Article 3 of the 1923 Law on Limited Liability Companies. However, the Court held that this specific statutory provision applies exclusively to the issuance of deposit certificates, not to the payment of forged checks based on a contract. Consequently, the Court found the lower court's application of the law was correct and the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticle 3 of the Law of 17/7-23/8/1923 on Limited Liability Companies; The provision limiting bank liability to fraud or gross negligence applies strictly to the issuance of deposit certificates and does not extend to the payment of forged checks.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 841 / 2006 (Α, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 841/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Σουλτανιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Βερέτσο, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Βασίλειο Ρήγα και Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : εταιρείας με την επωνυμία "NAVITAS COMPANIA MARITIMA S.A", που εδρεύει κατά το καταστατικό της στην ..., ενταύθα δε νόμιμα εγκατεστημένης και λειτουργούσης, νομίμως εκπροσωπουμένης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Σπεντζόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "J.P. MORGAN CHASE BANK", πρώην "THE CHASE MANHATTAN BANK NA", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευστράτιο Σταμούλη και Γεώργιο Μωράτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-1989 αγωγή και τις με αριθμ. καταθέσεως 14267/ΤΠ 2644/6-9-89 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως και 17065/ΤΠ 3214/24-10-89 πρόσθετη παρέμβαση των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκε η 212/1990 πράξη και οι αποφάσεις : 5306/1999, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, 3581/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 502/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Ιανουαρίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Βερέτσος ανέγνωσε την από 13 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17/7-23/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" κατά την οποία "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ'αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμελεία", οριοθετούσα την ευθύνη της εταιρείας που πλήρωσε μόνο στην περίπτωση δόλου ή βαρείας αμελείας των οργάνων της, εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση της εκδόσεως ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων, όπως είναι το εκδιδόμενο από την Τράπεζα βιβλιάριο καταθέσεως Ταμιευτηρίου, όχι δε και στην περίπτωση που η πληρώτρια, βάσει συμβάσεως επιταγής, Τράπεζα εξοφλεί πλαστογραφημένη επιταγή στον φερόμενο κομιστή και χρεώνει με το αντίστοιχο ποσό τον λογαριασμό του πελάτου της, που φέρεται ως εκδότης αυτής.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση η Τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων, ως τούτο ειδικότερα προκύπτει από το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α' του ν. 5960/1933 που ορίζει ότι "η επιταγή εκδίδεται επί τραπεζίτου έχοντος κεφάλαια εις την διάθεσιν του εκδότου επί τη βάσει συμφωνίας, ρητώς ή σιωπηρώς, καθ'ην ο εκδότης έχει το δικαίωμα διαθέσεως των κεφαλαίων τούτων δι'επιταγής" και από το άρθρο 35 του ίδιου νόμου που ορίζει ότι "ο πληρωτής, ο πληρώνων επιταγήν οπισθογραφήσιμον, υποχρεούται να εξακριβώσει την κανονικότητα της συνεχείας των οπισθογραφήσεων, ουχί όμως και την υπογραφήν των οπισθογράφων".
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει η υποχρέωση της πληρώτριας Τράπεζας να ελέγχει την κανονικότητα της συνέχειας των γενομένων οπισθογραφήσεων, όχι όμως και το υπαρκτό των υπογραφών των οπισθογράφων. Επίσης, βάσει της σύμβασης περί επιταγής, η Τράπεζα υποχρεούται να ελέγχει την υπογραφή του εκδότη με αντιπαραβολή προς το τηρούμενο δείγμα υπογραφής του, ενώ όταν κατονομάζεται ο λήπτης της επιταγής, η Τράπεζα οφείλει να ελέγχει κατά πόσο η ταυτότητα του αιτούντος την πληρωμή κομιστού συμπίπτει με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, με βάση το κείμενο του τίτλου.
Εξ άλλου, ελλείψει ειδικής διατάξεως, σε κάθε άλλη περίπτωση, που εκ πταίσματος των οργάνων της Τράπεζας ζημιούται τρίτος, η ευθύνη της Τράπεζας, ως προστήσασας οριοθετείται από τον Α.Κ., ήτοι ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την αναιρεσίβλητη, Τράπεζα (τρίτη εναγομένη) η από 19/3/1989 αγωγή της αναιρεσείουσας εταιρείας, με την οποία αυτή ζήτησε αποζημίωση για την εξ αμελείας των οργάνων της εναγομένης Τράπεζας α) εξόφληση 35 νοθευμένων τραπεζικών επιταγών, που φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από την ενάγουσα, αλλά στην πραγματικότητα είχαν νοθευθεί από τον πρώτο εναγόμενο και εμφανίστηκαν από τον δεύτερο εναγόμενο, εμφανισθέντα ως κομιστή αυτών, στην αναιρεσίβλητη πληρώτρια Τράπεζα, τα όργανα της οποίας δεν αντελήφθησαν την πλαστότητα των τίτλων και εξόφλησαν αυτούς από το λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα η αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η τελευταία κατά το ποσόν των 263.200 δολλαρίων Η.Π.Α.
β) επί πλέον κατά το ποσόν των 63.364 δολλαρίων Η.Π.Α., ένεκα καταθέσεως στο λογαριασμό του δευτέρου εναγομένου ίσης αξίας γνησίων επιταγών της ενάγουσας που είχαν παραδοθεί σ' αυτόν για δραχμοποίηση, ως επίσης γ) και κατά το ποσόν των 589.534 μάρκων Δυτ. Γερμανίας λόγω πλαστογραφήσεως επιστολών (εντολών) της ενάγουσας προς την αναιρεσίβλητη Τράπεζα προς αποστολή αυτών στην Ελβετία, με αποτέλεσμα τα μάρκα αυτά να μην αποσταλούν στους πραγματικούς παραλήπτες αυτών, αλλά να καταλήξουν σε προσωπικό λογαριασμό του δευτέρου εναγομένου.
Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε, ότι αποκλείεται η ευθύνη της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, και για τις τρεις ως άνω περιπτώσεις που ζημιώθηκε η ενάγουσα, εκ των συναλλαγών που έγιναν από τους υπαλλήλους της Τράπεζας, καθόσον δέχθηκε ειδικότερα τα ακόλουθα: Όλες οι επιταγές έχουν εκδοθεί νόμιμα από την ενάγουσα, φέρουν την γνήσια εταιρική της σφραγίδα και υπογράφονται κανονικά από τον εξουσιοδοτημένο προς τούτο νόμιμο εκπρόσωπό της διευθύνοντα σύμβουλο Ν.
Μ.. Η νόθευση ή αλλοίωση του περιεχομένου τους συνίσταται στην έντεχνη αύξηση του ποσού για το οποίο εκδόθηκε κάθε επίδικη επιταγή όπως αναλυτικά παραπάνω κατά περίπτωση εκτέθηκε. Η νόθευση ή αλλοίωση του ποσού κάθε επιταγής αριθμητικώς και ολογράφως έγινε από το ίδιο φυσικό πρόσωπο (Π. Κ.) που έχει συμπληρώσει το κείμενο της επιταγής και σε κατάλληλα κενά που το ίδιο άτομο έχει αφήσει προς τούτο ώστε να χωράει άνετα η προσθήκη λέξεων και αριθμών.
Ως προς δε τις αλλοιώσεις που έγιναν στην ολόγραφη και αριθμητική ένδειξη του ποσού των εν λόγω επιταγών πρέπει να επισημανθεί ότι και αυτές έγιναν έντεχνα από το ίδιο και πάλι φυσικό πρόσωπο (Π. Κ.) που είχε συμπληρώσει το αρχικό κείμενο και επομένως με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα και χωρίς εμφανή ξέσματα και καταφανείς αποσβέσεις.
Συνεπώς οι προαναφερόμενες νοθεύσεις και αλλοιώσεις των επίδικων επιταγών δεν μπορούσαν άμεσα να γίνουν αντιληπτές από τους υπαλλήλους της τρίτης εναγομένης με τους οποίους συναλλάσσονταν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι. Πρέπει δε να ληφθεί εδώ υπόψη και το γεγονός ότι κατά τους χρόνους των επιδίκων συμβάντων, οι δύο υπάλληλοι της ενάγουσας ήσαν της απόλυτης εμπιστοσύνης της ενάγουσας και ως τέτοιους τους αντιμετώπιζε και η τρίτη εναγόμενη Τράπεζα χωρίς να έχει περιέλθει στην τελευταία οποιαδήποτε αντίρρηση ή επιφύλαξη εκ μέρους της ενάγουσας σε σχέση με την συμπεριφορά και τις κινήσεις των δύο πρώτων εναγομένων.
Όλες οι επιταγές (πλην μίας) έχουν εκδοθεί σε διαταγή της εκδότριας εταιρείας και φέρουν κανονική εν λευκώ δική της οπισθογράφηση με την υπογραφή του ίδιου εκπροσώπου της που υπογράφει και για την έκδοση. Συνέπεια του γεγονότος τούτου είναι ότι ο κομιστής των επιταγών αυτών εμφανίζοντας αυτές στην πληρώτρια Τράπεζα δικαιούται να τις εισπράξει ως νόμιμος κομιστής αυτών με βάση την εν λευκώ οπισθογράφηση.
Επομένως οι υπάλληλοι της εναγόμενης Τράπεζας κανονικά εξοφλούσαν τις επίδικες επιταγές στον κομιστή αυτών Α. Γ. και στη συνέχεια η ίδια Τράπεζα πλήρως ενημέρωνε την ενάγουσα με την αποστολή σ' αυτή των μηνιαίων καταστάσεων κίνησης του λογαριασμού της (STATEMENT) για την εμφάνιση και εξόφληση των εν λόγω επιταγών.
Περαιτέρω υποχρέωση της εναγόμενης Τράπεζας για ενημέρωση της ενάγουσας για το πού κατατίθενται τα εισπραττόμενα από τον υπάλληλό της χρήματα δεν υπήρχε, όπως αβάσιμα διατείνεται η ενάγουσα. Το Εφετείο απέκρουσε τους ισχυρισμούς της ενάγουσας που αποδίδει αμέλεια στους υπαλλήλους της εναγόμενης Τράπεζας για το ότι αυτοί δεν ήλεγξαν το γεγονός ότι η υπογραφή του δεύτερου εναγόμενου (Α.
Γ.) δεν ήταν ποτέ όμοια η μία με την άλλη στα διάφορα έγγραφα που αυτός υπέγραφε δηλ. κατά την οπισθογράφηση των επιταγών και στα έγγραφα των βεβαιώσεων αγοράς συναλλάγματος, δεχθέν ότι η ανομοιογένεια αυτή στις διάφορες υπογραφές του Α. Γ. δεν μπορούσε να προκαλέσει ανησυχία τους υπαλλήλους της Τράπεζας, αφού η υπογραφή του οπισθογράφου επιταγής, η οποία γίνεται ενώπιον του υπαλλήλου της Τράπεζας και δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί, δεν ελέγχεται και ούτε γίνεται αντιπαραβολή αυτής με οποιοδήποτε δείγμα, τα αυτά δε ισχύουν και για την υπογραφή των βεβαιώσεων αγοράς συναλλάγματος.
Το Εφετείο περαιτέρω δέχθηκε ως προς τις άλλες (τις γνήσιες) επιταγές συνολικού ποσού 63.364 δολ. Η.Π.Α. που δεν έχουν υποστεί καμία αλλοίωση ή νόθευση και έχουν νομίμως εκδοθεί από το διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας, ότι αυτές κατατέθηκαν στον προαναφερόμενο δολλαριακό λογαριασμό που τηρούσε νομίμως ο Α.
Γ. από κοινού με τη μητέρα του Δ. Γ. στην ίδια Τράπεζα. Η κατάθεση των επιταγών αυτών στο λογαριασμό του Α. Γ. γινόταν νόμιμα, αφού αυτός εκτός από εξουσιοδοτημένος υπάλληλος της ενάγουσας ήταν ταυτόχρονα και δικαιούχος ατομικά της κάθε επιταγής ως κομιστής αυτής εν λευκώ και με δεδομένο ότι ο Α. Γ. για τους υπαλλήλους της Τράπεζας ήταν ο έμπιστος υπάλληλος της ενάγουσας αρμόδιος για τη διαχείριση των οικονομικών της και γνωστό στο κατάστημά της.
Ούτε είχε υποχρέωση η Τράπεζα να γνωρίζει τι είδους συναλλαγές είχε η ενάγουσα με τους υπαλλήλους της, ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ ενάγουσας και του υπαλλήλου της Α. Γ.. Αντίθετα γνώριζε ότι ο καταθέτης ήταν πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης της ενάγουσας η δε τελευταία παραλάμβανε κανονικά την κίνηση του λογαριασμού της και δεν είχε υπάρξει ποτέ εκ μέρους της ενάγουσας αμφισβήτηση για την κίνηση αυτού.
Εξ άλλου, ως προς την εκτέλεση των προαναφερομένων τεσσάρων εντολών για την έμβαση χρημάτων (μάρκων Δυτικής Γερμανίας) στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό στην Ελβετική Τράπεζα "SOCIETE DE BANK SUISSE" σε χρέωση του λογαριασμού Νο ... της ενάγουσας οι οποίες πλαστογραφήθηκαν ως προς την υπογραφή του διευθύνοντος συμβούλου της ενάγουσας Ν.
Μ., το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η τρίτη εναγόμενη εκτέλεσε τις εντολές αυτές και ενέβασε στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό στην Τράπεζα SOCIETE DE BANK SUISSE το συνολικό ποσό των 589.534 μάρκων Δυτικής Γερμανίας, αφού προηγουμένως ο αρμόδιος υπάλληλός της ακολούθησε κάθε φορά την προβλεπόμενη διαδικασία ελέγχου της υπογραφής με αντιπαραβολή προς το σχετικό δείγμα που αυτή (Τράπεζα) τηρούσε.
Από την αντιπαραβολή αυτή κάθε φορά προέκυπτε ότι η υπογραφή ομοίαζε αρκούντως με το δείγμα και έτσι ο υπάλληλός της έθετε στις εντολές με τη σφραγίδα του και τη μονογραφή του, την επιβεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέα. Εξάλλου οι επίδικες εντολές παρουσιάστηκαν στην τρίτη εναγόμενη Τράπεζα δακτυλογραφημένες κανονικά σε γνήσια έντυπα της εταιρείας με γνήσια εκτύπωση του λογότυπου και της επωνυμίας της ενάγουσας, από εξουσιοδοτημένο και της απόλυτης εμπιστοσύνης της ενάγουσας πρόσωπο, τον υπάλληλό της Α.
Γ., για το πρόσωπο του οποίου έως τότε ουδεμία υποψία παρανομίας είχε διατυπωθεί. Κατά την αποστολή δε των εμβασμάτων αυτών στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό στην ελβετική Τράπεζα SOCIETE DE BANK SUISSE, η εναγόμενη Τράπεζα αγνοούσε τον δικαιούχο του παραλήπτη λογαριασμού, αφού στις εντολές δεν αναγράφεται το όνομα του δικαιούχου αλλά μόνον ο αριθμός του παραλήπτη λογαριασμού.
Η δε εντολή της ενάγουσας για έμβασμα με αριθμητικό λογαριασμό, χωρίς όνομα δικαιούχου υπήρξε κατά πάντα νόμιμη. Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι αν και ο λογαριασμός μάρκων Δυτικής Γερμανίας που τηρούσε στην εναγόμενη Τράπεζα ήταν "λογαριασμός ασφαλείας", εν τούτοις δέχθηκε η τρίτη εναγόμενη και ενέβασε στον υπ' αριθ. ...
της Τράπεζας SOCIETE DE BANK SUISSE το ανωτέρω ποσό των γερμανικών μάρκων, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ως προς την εναγόμενη Τράπεζα ποτέ ο εν λόγω λογαριασμός δεν χαρακτηρίστηκε ως "ασφαλείας" ούτε αυτή (Τράπεζα) γνώριζε τους σκοπούς της ενάγουσας σε σχέση με την κατάθεσή της αυτή σε γερμανικά μάρκα, αλλά και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πότε θα αναφυόταν έκτακτη οικονομική ανάγκη της ενάγουσας που θα την ανάγκαζε να κινήσει τον εν λόγω λογαριασμό.
Η τρίτη εναγόμενη εξεπλήρωνε την υποχρέωσή της να ενημερώνει την ενάγουσα για την κίνηση του λογαριασμού της, αποστέλλοντας σ' αυτήν μηνιαίες καταστάσεις με λεπτομερή αναφορά των γενομένων κινήσεων. Κατ' ακολουθία των παραπάνω οι υπάλληλοι της τρίτης εναγόμενης Τράπεζας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους δεν ενήργησαν αμελώς, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, και συνεπώς η τρίτη εναγόμενη δεν συνέβαλε στην επέλευση της προαναφερόμενης ζημίας της ενάγουσας τόσον ως προς εκείνην των δολλαρίων Η.Π.Α.
όσο και ως προς εκείνην των μάρκων Δυτικής Γερμανίας. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέκλεισε κάθε ευθύνη της Τράπεζας και για τις τρεις ως άνω περιπτώσεις που ζημιώθηκε η ενάγουσα, γιατί έκρινε, ότι ουδεμία υπαιτιότητα και ειδικότερα ουδεμία αμέλεια βαρύνει τους υπαλλήλους της Τράπεζας, κατά τις πιο πάνω συναλλαγές τους με τους υπαλλήλους της ενάγουσας, οι οποίοι, δολίως ενεργούντες, την ζημίωσαν.
Απέρριψε δε κατόπιν τούτων το Εφετείο, ως προς την αναιρεσίβλητη, την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ισχυριζόταν ότι στη ζημία της συνετέλεσε η βαρεία αμέλεια των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης. Ενόψει τούτων οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της ως προς την αναιρεσίβλητη, γιατί έκρινε ότι δεν υπάρχει βαρεία αμέλεια των οργάνων της, εφαρμόζοντας πλημμελώς την διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 17/7-13/8/23, την οποία παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, υποπίπτοντας στις πλημμέλειες των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμοι ως ερειδόμενοι επί ανακριβούς προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο δεν εφήρμοσε ούτε υπήρχε έδαφος εφαρμογής της άνω διατάξεως.
Αλλά και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., κατά το μέρος που θεωρεί ως εφαρμοσθείσα την παραπάνω διάταξη είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως, ενώ κατά το μέρος που αποδίδει στην απόφαση πταίσμα για μη εφαρμογή του ν. 2076/1992 με τον οποίο ενσωματώθηκαν στην ελληνική νομοθεσία οι οδηγίες 89/646/Ε.Ο.Κ.
και 77/780 Ε.Ο.Κ., οι οποίες, κατά την αναιρεσείουσα αποκλείουν τον περιορισμό της ευθύνης της Τράπεζας μόνο σε δόλο και βαρεία αμέλεια και οι οποίες κατά την αναιρεσείουσα παραβιάστηκαν, ως επίσης και οι διατάξεις των άρθρων 330 και 914 Α.Κ., είναι επίσης αβάσιμος προεχόντως ως αλυσιτελής.
Επειδή οι προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου είναι επαρκείς και ουχί αντιφατικές, στηρίζουν δε το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, περί απορρίψεως της αγωγής ως προς την αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. είναι αβάσιμος. Τέλος ο έκτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδει στο Εφετείο παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος, αφού κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον αν τα διδάγματα αυτά παραβιάστηκαν κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ενώ κατά το μέρος που αποδίδει στο Εφετείο την αυτή πλημμέλεια, γιατί αποκλείει την ευθύνη της Τράπεζας δεχόμενο ότι "από την αντιπαραβολή κάθε φορά προέκυπτε ότι η υπογραφή ομοίαζε αρκούντως με το δείγμα (υπογραφής) και έτσι ο υπάλληλος έθετε στις εντολές με τη σφραγίδα του και τη μονογραφή του την επιβεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέα", ενώ κατά την αναιρεσείουσα σ' αυτό ακριβώς συνίστατο η ευθύνη του υπαλλήλου, ως πλήττων την εκτίμηση του Εφετείου περί της ουσίας των πραγματικών γεγονότων είναι ωσαύτως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Ιανουαρίου 2004 αίτηση της εταιρείας "NAVITAS COMPANIA MARITIMA S.A." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 502/2003 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ