Appeal against default judgment dismissed due to public trial violation; case remanded for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a default judgment rendered in absentia by the Athens Single First Instance Court. While the court found the third ground of appeal valid, it held the fourth ground inadmissible because the absence of other defendants in the minutes did not prove a violation of public trial requirements. Consequently, the contested judgment was annulled and the case remanded for retrial before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 576 of the Code of Civil Procedure; The annulment of a default judgment is warranted if the absence of a defendant in the minutes fails to exclude the possibility of a public trial, whereas the mere omission of absent parties' names does not constitute a procedural violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 840 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 840/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Φ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Εξαρχουλάκου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εντολοδόχου και διαχειριστή της εδρεύουσας στο Λονδίνο και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GRIFONAS FINANCE NO.1 PLC", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "HELLAS 3P INVESTMENY Designated Activity", ειδικής διαδόχου της "UPI", ως ειδικής διαδόχου της "ALPHA BANK ΑΕ", εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου κύριες παρεμβάσεις των 1ου και 4ης των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8788/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5755/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-2-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 1ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (Α.Π. 224/2023, Α.Π. 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 534/2023, Α.Π. 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 175/2023, Α.Π. 474/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 5755/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (4-10-2024), δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ...-2024, ...-2024 και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Ι. Ν., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλειά του, νόμιμα και εμπρόθεσμα στις ως άνω αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες (άρθρο 126 παρ. 1 εδ.
γ Κ.Πολ.Δ.). Συνακόλουθα, εφόσον οι απολειπόμενες αναιρεσίβλητες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Με την κρινόμενη από 28-2-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. 23887/40/1-3-2023) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5755/2022 απόφαση του, ως Εφετείο δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ.
Κ.Πολ.Δ. (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, ως προς τις οποίες χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (Α.Π. 780/2022, Α.Π. 1376/2021, Α.Π. 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., και ως προς τις ανωτέρω δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες, περαιτέρω δε, νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 2-6-2022 και η ένδικη αναίρεση κατατέθηκε την 1-3-2023), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αιτών, ήδη αναιρεσείων, με την από 6-11-2014 (αριθμ.
έκθ. κατ. 8165/7-11-2014) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά των καθ'ων, ήτοι του ν.π.δ.δ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" και των ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και "ALPHA TΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθ' ων η αίτηση πιστωτές του, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του, με την υπαγωγή του στη διαδικασία του Ν. 3869/2010, με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, σύμφωνα με το σχέδιο που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής του κατάστασης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου άσκησαν, με προφορικές δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, κύριες παρεμβάσεις το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", ως διαχειριστής των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GRIFONAS FINANCE NO.1 PLC", ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "HELLAS 3P INVESTMENT DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη.
Επί της αίτησης αυτής, η οποία συνεκδικάσθηκε με τις ασκηθείσες παρεμβάσεις, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8788/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία αφού απέρριψε την αίτηση ως προς το μετέχοντα στη δίκη πιστωτή ν.π.δ.δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" και την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του που προέβαλαν η πιστώτρια "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και οι παρεμβαίνοντες, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε την αίτηση και τις παρεμβάσεις και ρύθμισε τις οφειλές του αιτούντος, ορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές του, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, συνολικού ποσού 236 ευρώ, συμμέτρως κατανεμημένο μεταξύ αυτών, εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία του και μία αποθήκη (βοηθητικό χώρο της κύριας κατοικίας), που βρίσκονται σε πολυκατοικία, κείμενη στη Δάφνη Αττικής, υποχρεώνοντας τον αιτούντα να καταβάλει για την παραπάνω αιτία (διάσωση της κύριας κατοικίας του) προς το παρεμβαίνον ν.π.δ.δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", ως διαχειριστή των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GRIFONAS FINANCE NO.1 PLC", το συνολικό ποσό των 42.445,44 ευρώ, σε μηνιαίες δόσεις, ποσού 176,86 ευρώ η καθεμία.
Κατά της ανωτέρω απόφασης το παρεμβαίνον ν.π.δ.δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, άσκησε έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον πρώτο λόγο της οποίας επανέφερε την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος- αναιρεσείοντος σε αδυναμία πληρωμών. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5755/2022 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ως άνω αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, την οποία απέρριψε, κρίνοντας ειδικότερα, ότι ο αιτών από δόλο περιήλθε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των χρεών του και συνεπώς δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 για την υπαγωγή του στη συγκεκριμένη διαδικασία.
Κατά τη διάταξη του εφαρμοζόμενου στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, στις 7-11-2014) άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της υποπαρ.
Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως αυτή γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη, διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, Α.Π. 77/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο δράστης επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή, γενικότερα, η αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη, για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος, σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά (Α.Π. 1352/2021).
Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου συνδέεται με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π. 1504/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 59/2021).
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε, από δική του υπαιτιότητα, βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 1319/2024, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 70/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία, αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 1035/2021).
Εξάλλου, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 (όπως τούτο ισχύει, κατά τα προαναφερθέντα), που προβλέπει ότι την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, προκύπτει ότι το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 183/2022, Α.Π. 83/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 1319/2024, Α.Π. 608/2023, Α.Π. 758/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, Ολ.ΑΠ 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 42/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης (κατατεθείσα την 1-3-2023) "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 805/2021, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007).
Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (A.Π. 1943/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 545/2021, Α.Π. 701/2020).
Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 681/2020, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 632/2019, Α.Π. 174/2015, Α.Π. 198/2015). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:
α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.ΑΠ 20/2005, Α.Π. 1059/2022, Α.Π. 510/2021, Α.Π. 1106/2020, Α.Π. 550/2017, Α.Π. 1184/2015, Α.Π. 121/2014, Α.Π. 1752/2013).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, Α.Π. 662/2022, Α.Π. 1106/2020, Α.Π. 965/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 901/2010, Α.Π. 2173/2007).
Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 560 αριθμός 1 και 6 Κ.Πολ.Δ.) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 247/2024, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 805/2019, Α.Π. 1384/2018, Α.Π. 198/2015).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ., δέχθηκε ως ορισμένη την προβληθείσα πρωτοδίκως εκ μέρους του ν.π.δ.δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GRIFONAS FINANCE NO.1 PLC", ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, την οποία (ένσταση) επανέφερε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τον πρώτο λόγο της έφεσής του και ακολούθως έκρινε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη και δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, απορρίπτοντας την αίτησή του για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη και να δεχθεί την αίτησή του.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και από όσα διαλαμβάνονται στην παρέμβαση που άσκησε το πρώτο αναιρεσίβλητο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στον πρώτο λόγο της ασκηθείσας απ'αυτό έφεσης, προκύπτει ότι, προκειμένου να θεμελιώσει την προβληθείσα εκ μέρους του ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, υποστήριξε επί λέξει "...
ο αιτών είχε λάβει το έτος 2004 στεγαστικό δάνειο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσού 100.000,00 €, για την εξυπηρέτηση του οποίου εκχώρησε 551,58 € από τις μηνιαίες αποδοχές του. Ο αιτών δηλαδή, σε συνδυασμό και με άλλα χρέη που είχε στα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, όπως προκύπτει από τη κρινόμενη αίτηση του, δημιούργησε ένα χρέος συνολικού ύψους 104.273,41 €, υπέρμετρο σε σχέση με το ατομικό του εισόδημα, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, μολονότι γνώριζε ότι ήδη κατά το χρόνο ανάληψης του αλλά και στο μέλλον θα αδυνατούσε να το καλύψει ή τουλάχιστον, αποδεχόμενος πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής του και αψηφώντας τις συνέπειες.
Υπό τα περιστατικά αυτά η συμπεριφορά του αντιδίκου συνιστά δόλια συμπεριφορά, καθόσον εν γνώσει του χειροτέρευσε σε ανεξέλεγκτο βαθμό την οικονομική του θέση και περιήλθε έτσι δόλια σε αδυναμία πληρωμών, με αποτέλεσμα να μην κρίνεται άξιος να τύχει των ευνοϊκών ρυθμίσεων του Ν. 3869/2010 (...). Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα του αιτούντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθώς προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής του χρέους του) ως πιθανό και το αποδέχθηκε.
Δηλαδή, γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής του χρέους του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, ένας τόσο δε υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί ν' αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του...". Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένσταση αυτή του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, είναι κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το 262 του Κ.Πολ.Δ., στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει ότι ο αιτών συμφώνησε με το ΤΠΔ και τις λοιπές τραπεζικές εταιρείες την απόλαυση ικανού αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε, ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακόλουθα, το, ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να κρίνει ορισμένη την ως άνω ένσταση, απορρίπτοντας, εκ των πραγμάτων, την προβαλλόμενη από τον εφεσίβλητο, ήδη αναιρεσείοντα, ένσταση αοριστίας αυτής, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη (Α.Π. 608/2023).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί αναγραφόμενα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη δίκη: "...
Ο αιτών (ήδη αναιρεσείων) είχε λάβει το έτος 2004 στεγαστικό δάνειο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) ποσού 100.000,00 €, για την εξυπηρέτηση του οποίου εκχώρησε 551,58 € από τις μηνιαίες αποδοχές του. Ο αιτών, δηλαδή, μαζί με λοιπά χρέη που· είχε στα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, όπως παρατίθενται στην εκκαλουμένη, δημιούργησε ένα χρέος συνολικού ύψους 103.291,35 €, με συνολικές μηνιαίες δόσεις 900 €, υπέρμετρο σε σχέση με τις μηνιαίες αποδοχές του από τη σύνταξη του, που ανέρχονται στο ποσό των 1.112 € και τις ετήσιες αποδοχές του που ανέρχονται στο ποσό των 13.344 € (1.112X12=13.344), ήτοι δανείστηκε άνω του 7πλασίου των οικονομικών του δυνατοτήτων, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, αν και γνώριζε ότι ήδη κατά το χρόνο ανάληψης του, αλλά και στο μέλλον θα αδυνατούσε να το καλύψει.
Συνεπώς, εσφαλμένα απορρίφθηκε η ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος στην κατάσταση υπερχρέωσης του, ενόσω ο αιτών γνώριζε ότι με το ελάχιστο εισόδημα του δεν θα μπορούσε επί μακρόν να τα καλύπτει, δεκτού γενομένου του πρώτου λόγου έφεσης, καθώς αυτός δεν βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, χωρίς δόλο, σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων έφεσης, συμπεριλαμβανομένου και του πρόσθετου λόγου έφεσης.
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η έφεση και κατ'ουσίαν, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στο εκκαλούν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο να εκδικασθούν εκ νέου η αίτηση και οι κύριες παρεμβάσεις, και να απορριφθούν αυτές...". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του και να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 3869/2010 και 330 Α.Κ., καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες ανεπαρκείς και ασαφείς, ως προς ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την περιέλευση του αναιρεσείοντος σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, με ενδεχόμενο δόλο, οι αιτιολογίες δε αυτές δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση δεν αναφέρονται: α) ο χρόνος, κατά τον οποίο ο αναιρεσείων συμφώνησε και έλαβε τα τραπεζικά προϊόντα από καθένα των πιστωτικών ιδρυμάτων (πλην του ΤΠΔ, που κατά τις παραδοχές έλαβε το έτος 2004), συνολικού ύψους, κατά τις παραδοχές, 103.291,35 ευρώ, β) τα εισοδήματα του αναιρεσείοντος αναλυτικά, καθ' όλα τα κρίσιμα έτη, περιλαμβανομένων και αυτών της δημιουργίας των οφειλών και γ) συμπερασματικά, η επάρκεια ή μη των εισοδημάτων του κατά το χρόνο λήψης των δανείων για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων και την ταυτόχρονη κάλυψη των βιοτικών του αναγκών, προκειμένου να κριθεί ότι, αν και συμφώνησε με περισσότερους πιστωτές την απόλαυση διαφόρων τραπεζικών προϊόντων σημαντικού ύψους και δυσανάλογου, κατά τις παραδοχές, με τις μηνιαίες αποδοχές του από τη σύνταξή του, αλλά και τα εισοδήματα του μέσου συνταξιούχου και αντίστοιχης ηλικίας, μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε αργά ή γρήγορα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου, ο οποίος έγινε δεκτός.
Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.2 του Συντάγματος και 113 παρ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι συνεδριάσεις όλων των πολιτικών δικαστηρίων γίνονται δημόσια, ως εγγύηση της δίκαιης δίκης. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 114 αρ.1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ., αν η διεξαγωγή της συζήτησης θα μπορούσε να είναι επιβλαβής για τα χρηστά ήθη ή τη δημόσια τάξη, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή ολόκληρης της συζήτησης ή ενός μέρους της κεκλεισμένων των θυρών. Η απόφαση δεν επιτρέπεται να εκδοθεί χωρίς προηγούμενη ακρόαση των διαδίκων ή των πληρεξουσίων τους... Η συζήτηση γίνεται δημόσια εκτός αν το δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να γίνει και αυτή κεκλεισμένων των θυρών. Η απόφαση που διατάζει να γίνει η συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών, καθώς και η απόφαση για την υπόθεση δημοσιεύονται σε δημόσια συνεδρίαση. Εξάλλου, διεξαγωγή της δίκης κεκλεισμένων των θυρών προβλέπεται από ειδικές διατάξεις όπως ενδεικτικά των άρθρων 800 παρ. 4 ΚΠολΔ (υιοθεσία), 799 παρ. 2 ΚΠολΔ (άδεια για τεχνητή γονιμοποίηση), που αποβλέπουν στην προστασία της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 256 αρ.1 περ.γ ΚΠολΔ, για την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο συντάσσονται από το γραμματέα και με τις οδηγίες του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση πρακτικά, που πρέπει να περιέχουν εκτός άλλων, αν η συζήτηση έγινε δημόσια ή κεκλεισμένων των θυρών. Τα πρακτικά αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενό της και η τήρηση των διατυπώσεων της προφορικής συζήτησης μπορεί να αποδειχθεί μόνο από τα πρακτικά. Τέλος, κατά το άρθρο 560 αριθμ. 4 Κ.Πολ.Δ (ή αριθμ. 7 του 559 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προέκυψε ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 21-1-2022 το εκκαλούν, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο και ο πρώτος εφεσίβλητος, ήδη αναιρεσείων παραστάθηκαν δια και μετά, αντιστοίχως, των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, ενώ οι εφεσίβλητες "ΑLPHA BANK Aκαι ".E.", ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", ήδη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Στο προεισαγωγικό μέρος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, (1η σελίδα), όπως και στα ταυτάριθμα μ` αυτή πρακτικά συζήτησης (2η σελίδα) αναγράφεται ότι το δικαστήριο συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2022. Ενόψει των ανωτέρω, κυρίως δε του ότι δεν περιέχεται στα πρακτικά απόφαση του Δικαστηρίου περί διεξαγωγής της συζήτησης της υπόθεσης κεκλεισμένων των θυρών, όπως ορίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, η δε μη αναγραφή, στα πρακτικά συζήτησης, των απολειπομένων εφεσίβλητων οφείλεται προφανώς σε παραδρομή που παρεισέφρυσε κατά τη σύνταξή τους.
Επομένως, δεν αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας και ο από τον αριθμό 4 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, αφού γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του προαναφερόμενου τρίτου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει).
Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.β' του Ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του πιο πάνω Ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 1655/2024, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 426/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5755/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ