Legislator Case Law & Legislation
840/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on common sense error, ruling evidence assessment is non-appealable.

Case Number 840/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued the court failed to apply common sense principles to determine if the employer was in default or negligent. The court held that such determinations involve the evaluation of evidence, which is not subject to appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors in applying substantive law, not the trial court's evaluation of evidence or application of common sense principles regarding factual findings.

Keywords

AI generated
appeal admissibility common sense principles evidence evaluation substantive law violation non-appealable facts

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 840 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 840/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση τελούσας Κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", ως διαδόχου της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην ….., ως και του μοναδικού αυτής μέλους ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", που έχει την έδρα της στην ……και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Πατρίκιο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …… και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λαμπρινή Παπαδούδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5648/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2394/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από την ανωτέρω διάταξη ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1597/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 351 ΑΚ προκύπτει, ότι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος: α) αν δεν αποδέχεται την πραγματική και προσηκόντως προσφερομένη παροχή, β) και με προσφορά του οφειλέτη μη πραγματική, αν εδήλωσε ήδη ότι δεν δέχεται την παροχή και γ) αν, καίτοι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτούμενη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία δεν μπορεί ο οφειλέτης να εκπληρώσει την παροχή.

Ειδικώς, όμως, για τις διαφορές, οι οποίες δημιουργούνται από συμβάσεις εργολαβιών δημοσίων έργων, εφαρμογή έχει και η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 Ν. 1418/1984 "Περί δημοσίων έργων" και ήδη η όμοια διάταξη του άρθρου 36 παρ. 11 Ν.3669/18-6-2008 ("Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων"). Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως "Αν ο κύριος του έργου καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του, ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση μόνο για τις θετικές του ζημίες που προκαλούνται μετά την επίδοση από αυτόν σχετικής έγγραφης όχλησης".

Από τη διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται γενική υποχρέωση του κυρίου του έργου να εκτελεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις έγκαιρα και να μην περιέρχεται σε υπερημερία, να μην καθυστερεί δηλαδή την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, προκύπτει ότι, για την θεμελίωση του δικαιώματος αποζημιώσεως του αναδόχου λόγω υπερημερίας του κυρίου του έργου απαιτείται η επίδοση σε αυτόν έγγραφης, αλλά όχι ειδικής οχλήσεως του αναδόχου, στην οποία πρέπει να αναφέρονται τουλάχιστον τα συνιστώντα την υπερημερία του κυρίου του έργου πραγματικά περιστατικά, καθώς και οι θετικές ζημίες οι οποίες προκαλούνται στον ανάδοχο από τα περιστατικά αυτά, για τις οποίες θα ζητηθεί στο μέλλον αποζημίωση κατ` εφαρμογήν της ανωτέρω διατάξεως (ΑΠ 32/2021, ΑΠ 983/2020, ΑΠ 1014/2019).

Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 και 3 του Ν. 1418/1984, "2. Ο ανάδοχος μπορεί να ζητήσει τη διάλυση της σύμβασης α) Αν μετά την υπογραφή της σύμβασης καθυστερήσει η έναρξη των εργασιών περισσότερο από τρεις μήνες με υπαιτιότητα του φορέα κατασκευής ή του κυρίου του έργου, εκτός αν στη σύμβαση ορίζεται διαφορετικά σχετικά με την έναρξη των εργασιών β) Αν οι εργασίες ύστερα απ` την έναρξη τους, διακοπούν είτε με διαταγή είτε από υπαιτιότητα του φορέα κατασκευής ή του κυρίου του έργου για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών από την κοινοποίηση της διαταγής διακοπής στην πρώτη περίπτωση ή από την επίδοση ειδικής δήλωσης του αναδόχου στη δεύτερη... 3.

Στην περίπτωση που προβλέπεται αποζημίωση κατά την παρ. 1 και στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού καταβάλλεται στον ανάδοχο, εκτός απ' την αξία των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί : α) η αξία των υλικών που έχουν προσκομισθεί ή βρίσκονται στο στάδιο παραγωγής ή προμήθειας και το αναπόσβεστο μέρος των εγκαταστάσεων όπως ειδικότερα ορίζεται με π.δ/γμα και β) αποζημίωση για το τεκμαιρομένο όφελος που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο του 5% του αρχικού συνολικού συμβατικού ποσού μειωμένου κατά το ένα τέταρτο και ύστερα από αφαίρεση της αξίας των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί καθώς και των υλικών και του αναπόσβεστου μέρους των εγκαταστάσεων που η αποζημίωση τους αναγνωρίζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση...".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Με την από 10-2-2004 σύμβαση που καταρτίστηκε, μεταξύ της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας... και της ενάγουσας κοινοπραξίας...

η τελευταία ανέλαβε την κατασκευή του έργου με τίτλο "Ανακαίνιση-Αναδιαρρύθμιση Υπάρχοντος κτιρίου και Προμήθεια-Εγκατάσταση Ιατρικού εξοπλισμού για τη δημιουργία Κέντρου Υγείας Αστικού Τύπου στο Ελληνικό". Η ανωτέρω σύμβαση καταρτίστηκε κατόπιν του από 10-12-2003 μειοδοτικού διαγωνισμού για την ανάδειξη αναδόχου κατασκευής του ανωτέρω έργου, στον οποίο αναδείχθηκε ως μειοδότης η ενάγουσα, κατόπιν της υπ' αριθμ.

Υ3α/ΓΠ/93394/7-10-2003, απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας... Η σύμβαση αυτή διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και συμπληρωματικά για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από την σύμβαση εφαρμόζεται ο Ν. 1418/84, και το ΠΔ 609/1985, ως ισχύουν σήμερα. Το συμβατικό τίμημα ορίστηκε κατ' αποκοπή στο συνολικό ποσό των 880.000,00 για τις οικοδομικές -Η/Μ εργασίες πλέον απρόβλεπτων 15% και ΦΠΑ 18% και το ποσό των 490.000 ευρώ για την προμήθεια-εγκατάσταση του ιατρικού και ξενοδοχειακού εξοπλισμού πλέον απρόβλεπτων 15% και ΦΠΑ 18%.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 της ανωτέρω σύμβασης, για την εκτέλεση του έργου ορίζεται η συνολική προθεσμία πέντε μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι το επίδικο έργο αφορούσε την ανακαίνιση-αναδιαρρύθμιση, υπάρχοντος ισογείου Νοσοκομείου εμβαδού 1443 τμ, κειμένου στο έδαφος της πρώην Αμερικανικής Βάσης, του Ελληνικού, που παραχωρήθηκε στο Υπουργείο Υγείας, από την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου, δυνάμει του υπ' αριθμ. 303/2583/Φ31661/19-3-2003, εγγράφου της.

Η ενάγουσα προέβη σε έναρξη εργασιών για την εκτέλεση του επιδίκου έργου, χωρίς να έχει προηγουμένως μεριμνήσει για την έκδοση της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας. Ακολούθως, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου ανέκυψαν προβλήματα, λόγω αδυναμίας εκδόσεως της οικοδομικής αδείας του κτιρίου επί του οποίου εκτελούντο οι εργασίες του επίδικου έργου, ένεκα των οποίων η συνέχιση των εργασιών για την εκτέλεση του επίδικου έργου ήταν αδύνατη.

Η αδυναμία έκδοσης οικοδομικής άδειας οφειλόταν στο ότι σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 5627/14-11-2001 έγγραφο της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου, τα αρχικά κτίρια και εγκαταστάσεις, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, είχαν ανεγερθεί με ειδικό νομικό καθεστώς και όχι με οικοδομική άδεια. Κατόπιν των ανωτέρω, η ενάγουσα σύμφωνα με το αρθ. 3.1 της επίδικης σύμβασης απέστειλε επιστολή προς την εναγομένη στην οποία ανέφερε τις δυσχέρειες που αντιμετώπιζε για την έκδοση της ανωτέρω οικοδομικής αδείας.

Η εναγομένη απαντώντας στο από 8-3-2004 έγγραφό της, στην ανωτέρω επιστολή έδωσε εντολή διακοπής των οικοδομικών εργασιών μέχρι να καταστεί δυνατή η έκδοση οικοδομικής αδείας. Μετά την εντολή αυτή η ενάγουσα, αφού διέκοψε για τον ανωτέρω λόγο τις εκτελούμενες οικοδομικές εργασίες στο επίδικο έργο, απέστειλε προς την εναγομένη την από 7-5-2004 εξώδικη δήλωσή της με την οποία ισχυριζόταν ότι η διακοπή των οικοδομικών εργασιών οφειλόταν αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της εναγομένης, η οποία βρισκόταν σε προφανή αδυναμία έκδοσης της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας για την εκτέλεση του νόμιμου έργου, αν και είχε σχετική προς τούτο υποχρέωση και της γνωστοποιούσε ότι εξ αυτού του λόγου είχε περιέλθει σε υπερημερία, ως κυρία του έργου, μη αποδεχόμενη την παροχή που αυτή (ενάγουσα) της προσέφερε πραγματικά και με προσήκοντα τρόπο, απασχολώντας, είτε ως κοινοπραξία, είτε μέσω υπεργολάβων, προσωπικό και υποβαλλόμενη στα γενικά έξοδα του έργου και ότι για το λόγο αυτό της επέδωσε την ανωτέρω όχλησή της για αποζημίωση λόγω υπερημερίας του κυρίου του έργου, κατά το άρθρο 7 & 2 του Ν. 1418/1984, το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα με το άρθρο 18.2 της ανωτέρω σύμβασης.

Ήδη δε, μετά την άρνηση της εναγομένης να της καταβάλει την αιτούμενη αποζημίωση, με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η αδυναμία έκδοσης της οικοδομικής άδειας δεν οφειλόταν στην δική της υπαιτιότητα, αλλά στο ειδικό νομικό καθεστώς που υπήρχε στο υφιστάμενο κτίριο επί του οποίου εκτελείτο το επίδικο έργο, το οποίο (ειδικό καθεστώς), η εναγομένη από υπαιτιότητά της κατά την υποβολή της προσφοράς της δεν της το γνωστοποίησε και δεν της χορήγησε κανένα στοιχείο αναφορικά με την κατάσταση του ακινήτου.

Για την ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού κρίσιμο είναι, εάν η εναγομένη ως κυρία του έργου, ή σε αντίθετη περίπτωση η ενάγουσα ως ανάδοχος του έργου, είχε, αντίστοιχα συμβατική υποχρέωση για την έκδοση οικοδομικής άδειας του επίδικου ακινήτου. Από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Στο άρθρο 3.1 της συγγραφής υποχρεώσεων που προσαρτάται στην ανωτέρω από 10-2-2004 σύμβαση έργου ορίζεται ότι "Ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση να εξασφαλίσει όλες τις απαραίτητες άδειες από αρμόδιους φορείς (Πολεοδομία, Πυροσβεστική, ΥΠΕΧΩΔΕ κλπ) με δικές του δαπάνες. Ο ανάδοχος είναι υπεύθυνος για την τήρηση των νόμων, των διαταγμάτων, αστυνομικών διατάξεων και λοιπών κανόνων της Πολιτείας.

Οφείλει να ανακοινώνει χωρίς καθυστέρηση στη Διευθύνουσα Υπηρεσία τις διαταγές και εντολές των διαφόρων αρχών, που του απευθύνονται ή κοινοποιούνται και έχουν σχέση με το έργο.", επίσης στο άρθρο 4.1 της ανωτέρω συγγραφής υποχρεώσεων ορίζεται ότι "Ο ανάδοχος υποχρεούται να συντάξει το σύνολο των μελετών που απαιτούνται για την κατασκευή του έργου όπως προβλέπεται στη Σύμβαση και ιδιαίτερα στο τεύχος "Υποχρεώσεις του Αναδόχου για την εκπόνηση της Μελέτης"...

οι μελέτες υπόκεινται στον έλεγχο και την έγκριση της ... εγκρίσεις μελετών δεν απαλλάσσουν τον ανάδοχο από τις ευθύνες που απορρέουν από τη Σύμβαση, ούτε δημιουργούν οικονομικές ή χρονικές απαιτήσεις". Τέλος, κατά τον ίδιο τρόπο στην ανωτέρω συγγραφή υποχρεώσεων και στο άρθρο 4.6 ορίζεται ότι "Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να μεριμνήσει με δικές του δαπάνες και ευθύνη για την έκδοση κάθε απαιτούμενης άδειας (π.χ.

λειτουργίας ανελκυστήρων, Πυροσβεστική Υπηρεσία, λειτουργία ακτινοδιαγνωστικού μηχανήματος κλπ) συντάσσοντας με δικές του δαπάνες και ευθύνη απαιτούμενους φακέλους". Σύμφωνα λοιπόν με τις ανωτέρω συμβατικές διατάξεις αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα ως ανάδοχος του έργου είχε αναλάβει ρητά την υποχρέωση να προβεί στην έκδοση κάθε απαιτούμενης άδειας για την κατασκευή και λειτουργία του επίδικου έργου και όχι η εναγόμενη.

Επομένως η ενάγουσα η οποία προέβη στην έναρξη εργασιών του επίδικου έργου χωρίς να έχει εφοδιαστεί με την απαιτούμενη οικοδομική άδεια παραβίασε την ως άνω συμβατική της υποχρέωση. Ενόψει δε όλων των ανωτέρω συμβατικών ρητρών, οι αγωγικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας, τους οποίους επαναφέρει με την έφεσή της, ότι δηλαδή αυτή αγνοούσε την ύπαρξη του ειδικού νομικού καθεστώτος του επίδικου ακινήτου και ότι η εναγομένη από υπαιτιότητά της αθέτησε τη συμβατική υποχρέωση της για την έκδοση οικοδομικής αδείας του επιδίκου κτιρίου κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών κίνησε τις διαδικασίες για την έκδοση της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας διαπίστωσε όμως ότι αντιμετώπιζε δυσκολίες στην έκδοσή της λόγω του ειδικού καθεστώτος του επιδίκου ακινήτου. Για το λόγο αυτό ζητήθηκε η συνδρομή της εναγομένης, η οποία αν και δεν είχε συμβατική υποχρέωση παρενέβη σχετικά χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Ειδικότερα, η Πολεοδομία Αργυρουπόλεως, στην οποία υπάγεται το επίδικο κτίριο αρνήθηκε να δώσει "έγκριση εργασιών χωρίς άδεια" κατά το άρθρο 22 του ΓΟΚ Ν. 1577/1985 για εσωτερικές αναδιαρρυθμίσεις μικρής κλίμακας χωρίς ικριώματα, αιτούμενη προηγούμενη τεκμηρίωση ότι το κτίριο στο οποίο επρόκειτο να γίνουν εργασίες ήταν νομίμως υφιστάμενο ενώ η υπηρεσία ΔΟΚΚ του ΥΠΕΧΩΔΕ, η οποία θα μπορούσε να εκδώσει την οικοδομική άδεια ως ολυμπιακό έργο αρνήθηκε επίσης θέτοντας ως προαπαιτούμενο το "νομίμως υφιστάμενο" του κατασκευαστέου κτιρίου, πράγμα το οποίο αδυνατούσε να βεβαιώσει η ενάγουσα.

Ενόψει των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα η οποία δεν κατέστη δυνατό, παρά τις προσπάθειές της να εκδώσει λόγω του ειδικού νομικού καθεστώτος, την οικοδομική άδεια του επιδίκου ακινήτου, περιήλθε αναφορικά με την εκτέλεση των εργασιών του επιδίκου έργου σε ανυπαίτια αδυναμία παροχής (αρθ. 336, 380 α' ΑΚ...), πλην όμως οι επίδικες αξιώσεις της ουδόλως στηρίζονται στις ανωτέρω διατάξεις.

Κατά συνέπεια, ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη από υπαιτιότητά της, ως κυρία του έργου, περιήλθε σε υπερημερία, διότι δεν εξέδωσε και δεν της παρείχε, αν και είχε υποχρέωση, την απαιτούμενη οικοδομική άδεια, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον κατά τους όρους της ανωτέρω σύμβασης, την υποχρέωση έκδοσης της οικοδομικής άδειας είχε αναλάβει συμβατικά η ενάγουσα...

Η εναγομένη όπως προεκτέθηκε με την ανωτέρω από 8-3-2004 επιστολή της ζήτησε από την ενάγουσα να σταματήσει τις οικοδομικές εργασίες, μέχρι να επιτύχει την έκδοση της οικοδομικής αδείας, διότι οι εν λόγω εργασίες εκτελούντο επί αυθαιρέτου οικοδομήματος, το οποίο ήταν άγνωστο, αν θα μπορούσε έστω και εκ των υστέρων να νομιμοποιηθεί.

Έκτοτε, η ενάγουσα εγκατέλειψε το ανωτέρω έργο, ενώ με την από 7-5-2004 εξώδικη δήλωση της προς την εναγομένη της ανέφερε ότι η αδυναμία εκδόσεως οικοδομικής αδείας είναι δική της ευθύνη ως κυρίας του έργου. Κατά συνέπεια, το αίτημα της ενάγουσας να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 74.026,41 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19% δηλαδή 88.091,43 ευρώ ως αποζημίωση για τις θετικές ζημίες της λόγω υπερημερίας της ως κυρίας του έργου κατ.

αρθ. 7 παρ. 2 Ν. 1418/1984, για το χρονικό διάστημα από 7-5-2004 (χρόνος όχλησης) έως 21-1-2005 (χρόνος λύσης της σύμβασης), θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον η εναγομένη δεν περιήλθε σε υπερημερία, αλλά καλόπιστα ανέμενε την ενάγουσα να εκδώσει την οικοδομική άδεια και να εκτελέσει στη συνέχεια νομότυπα το συμφωνηθέν έργο.

Μάλιστα η εναγομένη εκτελώντας τις συμβατικές της υποχρεώσεις κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 49.977,60 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μέρος των εργασιών που είχαν ήδη εκτελεσθεί και ειδικότερα στα 54,52 χιλιοστά του όλου έργου. Ακολούθως, η ενάγουσα στις 21-9-2004 επέδωσε στην εναγομένη την από 16-9-2004 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία ισχυριζόταν εκ νέου ότι οι εργασίες διακόπηκαν εξαιτίας της αδυναμίας έκδοσης οικοδομικής άδειας του επιδίκου έργου, οφειλομένης αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της εναγομένης και για το λόγο αυτό ζητούσε, δεδομένου ότι παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν του τριμήνου από τη διακοπή των εργασιών χωρίς να γίνει έναρξη των εργασιών και πάλι από υπαιτιότητα της εναγομένης, αφενός να διαλυθεί η σύμβαση κατ' άρθρο 9 παρ. 2β του Ν. 1418/1984 και αφετέρου να της καταβληθεί αποζημίωση κατ' άρθρο 9 παρ. 3 του Ν. 1418/1984, επιφυλασσόμενη για το ύψος της.

Επί του αιτήματος αυτού επιλήφθηκε το ΔΣ της εναγομένης το οποίο με την υπ' αριθμ. 229/26/23-11-2004 απόφασή του έκανε δεκτό το αίτημα διάλυσης της επίδικης σύμβασης. Από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα προέκυψε, όπως προεκτέθηκε, ότι η ενάγουσα είχε συμβατική υποχρέωση να εκδώσει την οικοδομική άδεια του και όχι η εναγομένη.

Η τελευταία δε έδωσε εντολή διακοπής των εργασιών, μόλις διαπιστώθηκε η έλλειψη οικοδομικής αδείας, δεδομένου ότι η εκτέλεση οικοδομικών εργασιών εκ μέρους της εναγομένης (εννοεί: ενάγουσας) γινόταν κατά παράβαση της κείμενης πολεοδομικής νομοθεσίας, ενώ ήταν άγνωστο εάν οι αυθαίρετες αυτές κατασκευές που πραγματοποιούσε χωρίς άδεια θα μπορούσαν να νομιμοποιηθούν εκ των υστέρων ή θα κρίνονταν κατεδαφιστέες.

Επομένως, εφόσον δεν συνέτρεχε υπαιτιότητα της εναγομένης τόσο για τη διακοπή των εργασιών του επιδίκου έργου όσο και για τη μη επανάληψή τους για διάστημα πλέον των τριών μηνών, δεν υφίσταται αξίωση της ενάγουσας για την αποζημίωση αυτής, λόγω διάλυσης της σύμβασης. Κατά συνέπεια το αγωγικό κονδύλιο για την καταβολή αποζημιώσεως ποσού 57.843,20 ευρώ μαζί με τον ΦΠΑ 19%, λόγω υπαιτιότητας και υπερημερίας του κυρίου του έργου, είναι ουσιαστικά αβάσιμο και απορριπτέο.

Επίσης, ουσιαστικά αβάσιμο είναι και το αίτημα της ενάγουσας για καταβολή του ποσού των 30.722,05 ευρώ συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ 19%, για εργασίες μελέτης εφαρμογής, καθαιρέσεις, τοιχοδομές, καλύψεις, κουφώματα και ισχυρά ρεύματα, στις οποίες προέβη μέχρι τις 8-3-2004, χρόνο κατά τον οποίο διακόπηκαν οι εργασίες, που περιλαμβάνονται στο 2ο λογαριασμό του έργου ο οποίος υποβλήθηκε ανασυνταγμένος στις 2-3-2005, για το λόγο ότι δεν διαπιστώθηκε ότι η αδυναμία παροχής της ενάγουσας, η συνισταμένη στην έκδοση της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας, ώστε να υπάρξει εκ νέου έναρξη των εργασιών οφειλόταν σε οποιαδήποτε μορφής υπαιτιότητα της εναγομένης....

Περαιτέρω, οι ενέργειες της εναγομένης, η οποία μετά την αποδοχή της διάλυσης της επίδικης σύμβασης, προσπάθησε να ικανοποιήσει τα αιτήματα της ενάγουσας για αποζημίωσή της λόγω διάλυσης της προαναφερθείσας σύμβασης, και για καταβολή του τελικού λογαριασμού των 30.722,05 ευρώ, για εργασίες που είχε πραγματοποιήσει μέχρι τις 8-3-2004 (χρόνος κατά τον οποίο διακόπηκαν οι εργασίες στο επίδικο έργο) δεν συνιστούν ομολογία ή αποδοχή της αγωγής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσης.

Αντίθετα, οι εν λόγω ενέργειες έγινα στο πλαίσιο της καλής εκτέλεσης της σύμβασης, ενόψει της διενέργειας κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα των ολυμπιακών Αγώνων, σε συνδυασμό με το ότι η εναγομένη με τις προτάσεις της τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι η διακοπή της εκτέλεσης των επιδίκων εργασιών έγινε λόγω αδυναμίας έκδοσης της οικοδομικής αδείας του οφειλόμενη στο ειδικό καθεστώς ανέγερσης του επιδίκου κτιρίου...".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 5648/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η ένδικη από 3-4-2007 αγωγή της αναιρεσείουσας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 349, 350, 351 του ΑΚ και 7 παρ.2, 9 παρ. 2β και 3 του Ν. 1418/1984, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της περιέλευσης της αναιρεσίβλητης, ως κυρίας του έργου, σε υπερημερία λόγω μη εκδόσεως της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας, διότι υπό τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία α) η αναιρεσείουσα, ως ανάδοχος του έργου, είχε αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση να προβεί στην έκδοση της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας, β) η αναιρεσίβλητη, ως κυρία του έργου, δεν περιήλθε σε υπερημερία, αλλά καλόπιστα ανέμενε την αναιρεσείουσα να εκδώσει την οικοδομική άδεια και να εκτελέσει στη συνέχεια νομότυπα το συμφωνηθέν έργο και γ) δεν συνέτρεχε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης τόσο για τη διακοπή των εργασιών του επιδίκου έργου όσο και για τη μη επανάληψή τους για διάστημα πλέον των τριών μηνών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, ως εκ τούτου, δεν καταφάσκεται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για καταβολή της αιτούμενης αποζημίωσης, λόγω υπερημερίας της και λόγω διάλυσης της σύμβασης.

Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με την συμβατική υποχρέωση για την έκδοση οικοδομικής άδειας του επίδικου ακινήτου, αφού δέχθηκε σαφώς ότι, με βάση τις συμβατικές διατάξεις των άρθρων 3.1, 4.1 και 4.6 της συγγραφής υποχρεώσεων, η αναιρεσείουσα ως ανάδοχος του έργου είχε αναλάβει ρητά την υποχρέωση να προβεί στην έκδοση κάθε απαιτούμενης άδειας για την κατασκευή και λειτουργία του επίδικου έργου, μεταξύ των οποίων και η οικοδομική άδεια, και όχι η αναιρεσίβλητη.

Κατ' ακολουθίαν αυτών δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Τέλος, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της περιέλευσης της αναιρεσίβλητης, ως κυρίας του έργου, σε υπερημερία λόγω μη εκδόσεως της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των πιο πάνω διατάξεων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ αφενός της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι "... η ενάγουσα η οποία δεν κατέστη δυνατό, παρά τις προσπάθειές της να εκδώσει λόγω του ειδικού νομικού καθεστώτος, την οικοδομική άδεια του επιδίκου ακινήτου, περιήλθε αναφορικά με την εκτέλεση των εργασιών του επιδίκου έργου σε ανυπαίτια αδυναμία παροχής (αρθ. 336, 380 α' ΑΚ...), πλην όμως οι επίδικες αξιώσεις της ουδόλως στηρίζονται στις ανωτέρω διατάξεις..." και αφετέρου της παραδοχής ότι το αίτημα της ενάγουσας να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των ...

ως αποζημίωση για τις θετικές ζημίες της λόγω υπερημερίας της ως κυρίας του έργου κατ. αρθ. 7 παρ. 2 Ν. 1418/1984, ... , θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον η εναγομένη δεν περιήλθε σε υπερημερία, αλλά καλόπιστα ανέμενε την ενάγουσα να εκδώσει την οικοδομική άδεια και να εκτελέσει στη συνέχεια νομότυπα το συμφωνηθέν έργο", καθόσον ρητά διαλαμβάνεται και μάλιστα κατ' επανάληψη στην προσβαλλόμενη ότι, κατά τους όρους της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, την υποχρέωση έκδοσης της οικοδομικής άδειας είχε αναλάβει συμβατικά η αναιρεσείουσα και όχι η αναιρεσίβλητη, η οποία έτσι δεν περιήλθε σε υπερημερία και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στην αναιρεσείουσα, κατ' άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 1418/1984, στο οποίο και στηρίζονταν η σχετική αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσα, πλεοναστικά δε ανέφερε ότι η αναιρεσείουσα περιήλθε αναφορικά με την εκτέλεση των εργασιών του επιδίκου έργου σε ανυπαίτια αδυναμία παροχής, αφού τέτοια βάση δεν περιείχε η αγωγή της, η οποία στηρίζονταν αποκλειστικά και μόνο στην επικαλούμενη περιέλευση της αναιρεσίβλητης σε υπερημερία.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και πλημμελούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ζήτημα της υποχρέωσης εκδόσεως της οικοδομικής άδειας και συνακόλουθα περιέλευσης ή μη της αναιρεσίβλητης σε υπερημερία, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1β ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι η διακοπή των εργασιών στο επίδικο έργο οφειλόταν σε ανυπαίτια δική της αδυναμία και όχι σε υπαίτια αδυναμία και υπερημερία της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία όταν προκηρύσσεται ένα σημαντικό έργο, όπως το επίδικο, ο κύριος του έργου γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει αν είναι νομικά εφικτή η κατασκευή και αν υφίστανται επ' αυτού νομικά ελαττώματα ή όχι, εφόσον δε ο εργοδότης δεν εκπληρώσει τις σχετικές υποχρεώσεις του περιέρχεται αυτός σε υπερημερία και όχι σε ανυπαίτια αδυναμία ο εργολάβος.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς το ζήτημα της περιέλευσης ή μη της αναιρεσίβλητης σε υπερημερία εργοδότη, ανεξαρτήτως του ότι το παραπάνω συμπέρασμα δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας, δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε υπόμνημα με το οποίο διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Μαΐου 2018 αίτηση της υπό εκκαθάριση τελούσας κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της με αριθ. 2394/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ