Legislator Case Law & Legislation
840/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's low statutory compensation for lost future earnings due to disability.

Case Number 840/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding damages for lost future earnings. The appellant argued that the lower court's award of 10,000 euros was disproportionately low compared to similar cases involving disability. The court found that the lower court violated the principle of proportionality by setting an amount significantly below the standard for comparable situations under Article 931 of the Civil Code. Consequently, the decision was remanded for retrial to adjust the compensation to a reasonable level.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 929, 931, 928 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: Compensation for lost future earnings due to disability must be proportionate to the actual loss of income-generating capacity and cannot be arbitrarily low compared to judicial practice in similar cases.

Keywords

AI generated
lost future earnings disability compensation principle of proportionality Article 931 Civil Code appeal admissibility judicial discretion limits statutory damages

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Article 929 of the Civil Code
Article 931 of the Civil Code
Article 928 of the Civil Code
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 840 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 840/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μακρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 2) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..."), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Σύριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1989/2014 μη οριστική και 1295/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1696/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 21-11-2018 (με ειδικ. αριθμ. κατάθεσης 968/2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1696/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α' ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 914, 929, 931 και 928 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι εκείνος που υπέστη αναπηρία ή παραμόρφωση εξαιτίας σωματικής βλάβης από αδικοπραξία, δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση και για τα εισοδήματα που θα απωλέσει από την εργασία του, λόγω της επίδρασης της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον.

Η αποζημίωση αυτή δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με το ποσοστό της αναπηρίας του ή το είδος, την έκταση και τη σοβαρότητα της παραμόρφωσής του, αλλά είναι αντίστοιχη με την απωλεσθείσα ικανότητα για κτήση εισοδημάτων, η οποία αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αφού είναι δυνατό να υπάρχει μεγάλη αναπηρία με μικρή επίπτωση στην ικανότητα κτήσης εισοδημάτων και αντίστροφα.

Η σωματική αναπηρία, τότε μόνο προκαλεί στον παθόντα ζημία που έγκειται στην αποστέρηση μελλοντικών εισοδημάτων, όταν αποδεικνύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι ο παθών, εξαιτίας της αναπηρίας του, και μάλιστα ανεξάρτητα από το ιατρικώς προσδιορισμένο ποσοστό αυτής, περιέρχεται σε αδυναμία να μετέλθει την επαγγελματική δραστηριότητα την οποία ασκούσε προηγουμένως.

Έτσι, είναι δυνατόν, το παθόν πρόσωπο να θεωρηθεί ικανό για την άσκηση της επαγγελματικής αυτής δραστηριότητας, μολονότι ιατρικώς απονέμεται σ' αυτόν ποσοστό αναπηρίας (ΑΠ 1503/2000, ΑΠ 1435/2013). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 124/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στα ζητήματα της αναπηρίας του και της ανικανότητάς του για εργασία και του ποσοστού αυτής, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στον προσδιορισμό του ύψους των απωλεσθέντων εισοδημάτων του και τον προσδιορισμό της κατ' άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωσης και της κατ' άρθρο 932 ΑΚ χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε ότι το ποσοστό ανικανότητάς του για εργασία ανέρχεται στο πολύ χαμηλό ποσοστό του 15%.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, αναφορικά με τα παραπάνω ζητήματα, τα ακόλουθα: "...Με τα περιστατικά αυτά αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο πρώτος εναγόμενος, γεγονός που συνομολογούν με τις προτάσεις τους οι εφεσίβλητοι, κατά το κεφάλαιο δε αυτό δεν προσβάλλεται η εκκαλουμένη απόφαση.

Ο ενάγων διακομίσθηκε στο Γ.Ν.Α. "Κοργιαλένειο - Μπενάκειο Ε.Ε.Σ." και ειδικότερα στο Ορθοπεδικό Τμήμα του, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα συντριπτικό κνημιαίων κονδύλων ΔΕ και υποβλήθηκε σε ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση και εξήλθε από το νοσοκομείο την 13-5-2011 με οδηγίες για φυσικοθεραπείες και αντιθρομβωτικές ενέσεις...

Ακολούθως την 25-10-2011 επανεξετάσθηκε στο ορθοπεδικό τμήμα του ίδιου νοσοκομείου, όπου διαπιστώθηκε, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου .../25-10-2011 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση, ότι αυτός βάδιζε με βακτηρίες επί 3 μήνες, ότι παρουσιάζει κάμψη γόνατος 90% και μικρό έλλειμμα εκτάσεως και ότι υποβάλλεται ακόμη σε φυσικοθεραπεία.

Την 24-5-2013 ο ενάγων εξετάσθηκε από τον χειρουργό - ορθοπεδικό Π. Ν. και διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει εικόνα μετατραυματικής αρθρίτιδας - προβολή ενδαρθρική κοχλία οστεοσύνθεσης και στοιχεία ψευδάρθρωσης του κατάγματος του κνημιαίου κυρτώματος. Περαιτέρω ο ενάγων την 18-6-2013 υποβλήθηκε στο νοσοκομείο "Ιατρικό Κέντρο Αθηνών" σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης και εξήλθε την 20-6-2013...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ασκεί το επάγγελμα του χειρουργού οδοντιάτρου, διατηρώντας οδοντιατρείο στην ... και, όπως αποδεικνύεται το υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ...6-9-2013 πιστοποιητικό της ..., από την άσκηση του επαγγέλματός του αυτός αποκέρδαινε τα εξής ετήσια εισοδήματα: κατά το οικονομικό έτος 2008 (χρήση 2007) ποσό 8.996,04 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2009 (χρήση 2008) το ποσό 8.765 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2010 (χρήση 2009) το ποσό των 7.761,29 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010) ποσό 9.991,27 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011) ποσό 5.939,14 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012) ποσό 7.462,60 ευρώ.

Κατ' ακολουθίαν ο ενάγων κέρδιζε από την προαναφερθείσα εργασία του, λαμβανομένων υπ' όψιν των οικονομικών ετών 2008, 2009, 2010, 2011, μηνιαίως το ποσό των 739,86 ευρώ, τα δε έτη 2012, 2013 δεν λαμβάνονται υπ' όψιν αφού σε αμφότερα ο ενάγων είχε μειωμένα έσοδα ακριβώς συνεπεία του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα... Ως προς την κατάσταση της υγείας του, δηλαδή αν παρουσιάζει αναπηρία και σε ποιο ποσοστό λόγω του ενδίκου ατυχήματος και αν αυτή είναι μόνιμη ή όχι, αποδείχθηκε ότι αυτός εξετασθείς τον Δεκέμβριο του 2014 τόσο από τον διορισθέντα από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα χειρουργό-ορθοπεδικό Γ.

Γ., όσο και από τον τεχνικό εμπειρογνώμονα των εναγομένων χειρουργό - ορθοπεδικό Α. Τ., παρουσίαζε μόνιμη μερική αναπηρία και συγκεκριμένα πωρωθέν κάταγμα κνημιαίων κονδύλων σε πλημμελή θέση και με ακτινολογική και κλινική εικόνα μετατραυματικής αρθρίτιδας του δεξιού γόνατος, καθώς και ψευδάρθρωση κατάγματος κνημιαίου κυρτώματος, επίσης παρουσιάζει έξω πλάγια αστάθεια γόνατος, εύρημα ενδεικτικό ρήξεως του έξω πλαγίου συνδέσμου με έντονες λειτουργικές διαταραχές.

Το ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος σύμφωνα με τον ενιαίο πίνακα προσδιορισμού αναπηρίας ανέρχεται σε 25%. Το ποσοστό της αναπηρίας αυτής αφορά τις ανωτέρω διοικητικές διατάξεις και δεν ταυτίζεται με την ανικανότητα του ενάγοντος για εργασία, όπως ρητώς αναφέρει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, και κατά την κρίση του Δικαστηρίου η τελευταία ανέρχεται στο ποσοστό 15%.

Χαρακτηριστικό του ανωτέρω είναι ότι ο ενάγων κατά το επόμενο του ατυχήματος έτος εργάσθηκε και είχε εισοδήματα ανερχόμενα στο ποσό των 7.462,60 ευρώ. Εξάλλου, ο ενάγων λόγω της ανωτέρω αναπηρίας αδυνατούσε να εργάζεται κατά το χρονικό διάστημα που νοσηλευόταν στο προαναφερθέν νοσοκομείο, δηλαδή επί 11 ημέρες (από 2-5-2011 έως 13-5-2011) και ακολούθως επί τρεις μήνες, δηλαδή από 14-5-2011 έως 14-8-2011 και επί δύο μήνες μετά την επέμβαση για αφαίρεση ενδομυελικού ήλου (από 20-6-2013 έως 20-8-2013)...

Εξάλλου ο ενάγων λόγω της ανικανότητάς του να εργασθεί σε ποσοστό 15% είχε διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία που άρχισε να εργάζεται, δηλαδή 16-9-2013 έως την 16-2-2015... Περαιτέρω αυτός είχε επιπλέον διαφυγόντα κέρδη από 1-6-2015 έως και το τέλος του έτους 2020, επειδή ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ηλικίας 46 ετών, και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εργαζόταν μέχρι το τέλος του 2020, όμως επειδή έχει την ανωτέρω αναπηρία αδυνατεί κατά το άνω ποσοστό να εργάζεται ως οδοντίατρος και έτσι τα διαφυγόντα κέρδη του ανέρχονται στο συνολικό ποσό των (739,86 ευρώ χ 0,15 χ 67 μήνες) 110,97 ευρώ μηνιαίως από 1-6-2015 έως 31-12-2020...".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, ως προς τα ζητήματα της αναπηρίας του αναιρεσείοντος και της ανικανότητάς του προς εργασία, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, διέλαβε ότι ο αναιρεσείων είναι χειρουργός οδοντίατρος, εργασία που εκτελείται σε όρθια θέση στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ότι η, συνεπεία των προβλημάτων που του δημιούργησε το κατά το ένδικο ατύχημα κάταγμα κνημιαίων κονδύλων ΔΕ (πώρωση κατάγματος σε πλημμελή θέση, μετατραυματική αρθρίτιδα του δεξιού γόνατος, ψευδάρθρωση κατάγματος κνημιαίου κυρτώματος, πλάγια αστάθεια γόνατος), μείωση της ικανότητάς του προς εργασία, ως χειρουργού οδοντιάτρου, ανέρχεται σε 15%, η οποία ανικανότητα δεν ταυτίζεται με τη σωματική αναπηρία, που σύμφωνα με τον ενιαίο πίνακα προσδιορισμού αναπηρίας ανέρχεται σε 25% και ότι, η κατά τα ανωτέρω μείωση της προς εργασία ικανότητάς του, έχει ως συνέπεια ότι αυτός θα απωλέσει κατά την χρονική περίοδο από 16- 9-2013 έως 31-12-2020 το 15% των εισοδημάτων του, τα οποία θα αποκόμιζε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων αν ήταν απόλυτα υγιής.

Επομένως, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, προσδιόρισε την ανικανότητά του προς εργασία σε ποσοστό 15%, ενώ η αναπηρία του είναι μεγαλύτερου ποσοστού (25%) και στο ποσοστό αυτό, τουλάχιστον, έπρεπε να προσδιορισθεί η ανικανότητά του προς εργασία, είναι, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, αβάσιμη και απορριπτέα.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 αρ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 259/2009).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του ότι το ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε τουλάχιστον 25%, ως προς τη βασιμότητα της ενδίκων αξιώσεών του για αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων, για αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την με αριθμό κατάθεσης ...-12-2014 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα - χειρουργού ορθοπεδικού Γ.

Γ., που διορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 1989/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και τα παρακάτω έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του α) Τις υπ' αριθμ. .../23-6-2011 και .../1-6-2011 ιατρικές βεβαιώσεις του Γ.Ν.Α. "Κοργιαλένειο - Μπενάκειο Ε.Ε.Σ.", β) το από 13-5-2011 ιατρικό σημείωμα και την με ίδια ημερομηνία ιατρική γνωμάτευση του ίδιου Νοσοκομείου, γ) την υπ' αριθμ. .../25-10-2011 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του ίδιου Νοσοκομείου, δ) την από 10-12-2012 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού-χειρουργού Δ.

Μ., ε) την από 31-7-2013 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού-ορθοπεδικού Π. Ν. και στ) την με ημερομηνία 27-4-2016 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ/ΚΕΠΑ Τοπική Μονάδα Περιστερίου, σύμφωνα με την οποία το συνολικό ποσοστό αναπηρίας αυτού (ενάγοντος) ανέρχεται σε 40% κατά ιατρική πρόβλεψη από 10-12-2015 έως 31-12-2020.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι λήφθηκαν υπόψη η ως άνω ιατρική πραγματογνωμοσύνη και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ιατρική πραγματογνωμοσύνη και τα ανωτέρω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την υποστήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.

Μάλιστα για την ως άνω ιατρική πραγματογνωμοσύνη και για τις κυριότερες από τις παραπάνω ιατρικές βεβαιώσεις (τις υπ' αριθμ. .../1-6-2011 και .../25-10-2011 ιατρικές βεβαιώσεις του ανωτέρω νοσοκομείου και την από 31-7-2013 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού - ορθοπεδικού Π. Ν.) κάνει ειδική μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ, συνεκτιμώντας όλες τις αποδείξεις, προσδιόρισε το ποσοστό ανικανότητας του ενάγοντος για εργασία και συνακόλουθα της απολεσθείσας ικανότητάς του για κτήση εισοδημάτων σε 15%, το οποίο, όπως ορθά δέχθηκε, δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκην με τη σωματική αναπηρία από ιατρική άποψη.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 περ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχική οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία της αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 944/2017).

Περαιτέρω, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, επιβάλλεται να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Τούτο διότι μια απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 αναλόγως από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ) η αρχή της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 10/2017, 9/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.

Πάντως, προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας (άρθρο 21 παρ. 3 και 6 του Συντάγματος). Η αναπηρία ή η παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής. Το ύψος του επιδικαζόμενου, κατά την ΑΚ 931, ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται, κατ' αρχήν, με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία και το βαθμό υπαιτιότητας του παθόντος αφετέρου (ΑΠ 213/2017).

Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 142/2019). Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την κατ' άρθρο 931 ΑΚ απαίτηση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "...Επίσης ο ενάγων, λόγω της αναπηρίας που προαναφέρθηκε, η οποία είναι μόνιμη μερική αναπηρία, όπως ρητώς αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, έχει δυσμενή επίδραση στη μελλοντική του οικονομική κατάσταση και επαγγελματική εξέλιξη και στις κοινωνικές και οικογενειακές συναναστροφές.

Συγκεκριμένα η εργασία του (οδοντίατρος) εκτελείται στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε όρθια θέση και κατά συχνά χρονικά διαστήματα γίνονται στροφές του κορμού επί των γονάτων με σκοπό τη λήψη εργαλείων για οδοντιατρικές πράξεις. Στις στροφικές κινήσεις το δεξιό γόνατο κάνει υπεξαρθρήματα λόγω της συνδεσμικής αστάθειας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ύδραρθρο, και ο ενάγων δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον όγκο εργασίας προ του ατυχήματος, λόγω του έντονου άλγους που εμφανίζει αλλά και του οιδήματος, συμπτώματα τα οποία τον αναγκάζουν να διακόπτει την εργασία του.

Επίσης δεν μπορεί να συμμετέχει σε αθλητικές δραστηριότητες, σε χορευτικές εκδηλώσεις, η παρατεταμένη ορθοστασία τον καταπονεί και τον αναγκάζει να αναπαυθεί, η δε άνοδος και κάθοδος κλίμακας πρέπει να αποφεύγεται λόγω της επιγονονατιδομηριαίας αρθρίτιδας. Βάσει των προαναφερθέντων, ο ενάγων δικαιούται εύλογο χρηματικό ποσό κατ' άρθρο 931 ΑΚ λόγω της αναπηρίας του πέραν της αποζημίωσης που δικαιούται δυνάμει των άρθρων 929, 932 ΑΚ και το ποσό αυτό πρέπει να καθορισθεί σε 10.000 ευρώ...".

Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "...ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου οδηγού, του είδους και της έκτασης των σωματικών βλαβών του ενάγοντος, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πλην της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους του σχετικούς λόγους της έφεσης του ενάγοντος και της αντέφεσης των εναγομένων, με τους οποίου ζητούσαν, ο μεν ενάγων να καθορισθούν μεγαλύτερα ποσά για τις παραπάνω αιτίες, οι δε εναγόμενοι μικρότερα ποσά για τις αιτίες αυτές, από εκείνα που είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και επικύρωσε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 1295/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως ως προς τα ερευνώμενα κεφάλαια της αγωγής και είχε επιδικάσει το ποσό των 10.000 ευρώ ως εύλογη παροχή από το άρθρο 931 ΑΚ και το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 931 και 932 ΑΚ και εκείνων των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος, επιδίκασε σ' αυτόν τα ως άνω ποσά ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και εύλογη χρηματική παροχή από το άρθρο 931 ΑΚ, τα οποία όμως είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως προς την χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος λόγω ηθικής βλάβης, δηλαδή με το να καθορίσει αυτήν στο ποσό των 15.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος που αφορά το εν λόγω κεφάλαιο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ως προς τον προσδιορισμό του ποσού της εκ του άρθρου 931 ΑΚ χρηματικής παροχής σε 10.000 ευρώ, το Εφετείο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το ποσό τούτο, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις για την επιδίκαση της χρηματικής παροχής, κατ' άρθρο 931 ΑΚ.

Ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατ' εφαρμογή της διάταξης αυτής του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στον αναιρεσείοντα, ως εύλογη χρηματική παροχή, το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο όμως είναι δυασαναλόγως μικρό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής παροχής κατ' άρθρο 931 ΑΚ. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1696/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά το αγωγικό κονδύλιο της εκ του άρθρου 931 ΑΚ χρηματικής παροχής.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο τμήμα, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης, σ' αυτόν.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ