Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, upholding lower court's finding of joint fault.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased's family against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a fatal traffic accident. The lower court found the deceased pedestrian and the driver jointly liable for the collision, noting the pedestrian failed to use the designated underground crossing. The court ruled that the appellate court correctly applied substantive law without violating legal principles or common sense regarding pedestrian safety obligations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal under Article 559(1) is admissible only upon proof of a violation of a substantive law rule, which requires a clear error in the application of law or a misinterpretation of facts that contradicts established legal principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 840 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 840/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) B. - M. χας J. K. (Μ. - Μ. χας Γ. Κ.), για τον εαυτό της ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου του ανήλικου τέκνου της P. - J. K. του J. (Π. - Γ. Κ. του Γ.), του οποίου ασκεί την γονική μέριμνα, 2) P. - B. K. του J. (Π. - Μ. Κ. του Γ.), 3) M. - M. K., το γένος J. K. (Μ. - Μ. Κ., το γένος Γ. Κ.), 4) G. - J. K. του J. (Γ. - Γ. Κ. του Γ.), 5) B. - M. W., το γένος J. K. (Μ. - Μ. Β., το γένος Γ. Κ.) και 6) H. χας J. - A. K., το γένος F. S. (Χ. χας Γ. - Α. Κ., το γένος Φ. Σ.), όλων κατοίκων ... Πολωνίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγγελάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4166/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6197/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-10-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 8-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο
με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τους λόγους της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Την 1-12-2006 και περί την ώρα 6.45' ο αρχικά πρώτος εναγόμενος Α. Π. (ως προς τον οποίο έχει καταργηθεί η δίκη) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." κινιόταν στην νέα εθνική οδό Αθηνών - Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς την Αθήνα.
Στο ύψος της χιλιομετρικής θέσης …, όπου επισυνέβη το ένδικο ατύχημα, η προαναφερόμενη οδός, είναι διπλής κατευθύνσεως έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,80 μ., διαθέτει μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 3,90 μέτρων και παραπλεύρως κάθε ρεύματος φέρει έρεισμα πλάτους 2,60 μ. Στο σημείο αυτό η εν λόγω εθνική οδός, είναι ευθεία...
Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας σύμφωνα με τη σχετική ρυθμιστική πινακίδα (Ρ-32) καθοριζόταν στα 70 χιλ/ω. Σε απόσταση 300 μέτρων προ της εν λόγω χιλιομετρικής θέσης, υπήρχε διάβαση πεζών κάτω από την ΝΕΟ Α-Θεσ/νίκης. Επίσης σε 400 μέτρα προ του σημείου αυτού και 350 μέτρα μετά υπήρχαν αντίστοιχα από μία γέφυρα κάτωθεν της οδού αυτής για τους πεζούς και για τα οχήματα.
Κατά την ώρα του ενδίκου ατυχήματος επικρατούσε νύχτα χωρίς τεχνητό φωτισμό του περιβάλλοντος, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, η ορατότητα περιορίζονταν λόγω νύχτας, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, ενώ για την οριζόντια σήμανση των ρευμάτων κυκλοφορίας υπήρχε διπλή διαχωριστική γραμμή... Κατά το ίδιο ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο συγγενής των εναγόντων πολωνικής ιθαγένειας J.
F. K. του J. A., αποχωρώντας από γιορτή σε σπίτι συμπατριωτών του... όπου είχε καταναλώσει σημαντική ποσότητα αλκοόλ, δεδομένου ότι στο αίμα του διαπιστώθηκε η παρουσία οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,76 και 1,89 και ανά 1.000 κ.εκ. κατά την πρώτη και δεύτερη εξέταση αντιστοίχως, βρέθηκε στην άκρη του οδοστρώματος του προς την Θεσσαλονίκη ρεύματος και επέλεξε να διασχίσει κάθετα ως προς την πορεία των οχημάτων το οδόστρωμα της εν λόγω ΝΕΟ Α-Θεσ/νίκης και όχι διά της διαβάσεως, η οποία, κατά τα προαναφερόμενα υπήρχε κάτω από γέφυρα της Εθνικής οδού και σε απόσταση περί τα 300 μέτρα...
Αφού διέσχισε το προς Θεσσαλονίκη ρεύμα συνέχισε να διασχίζει τρέχοντας και το προς Αθήνα ρεύμα της οδού, χωρίς να λάβει υπόψη του την κίνηση του ανωτέρω ασφαλισμένου αυτοκινήτου που έχοντας ευθεία πορεία, έβαινε στο ρεύμα αυτό της εθνικής οδού και την στιγμή που είχε εισέλθει στο δεξιό έρεισμα (λίγο μετά την οριογραμμή του οδοστρώματος), δέχθηκε την επίπτωση του ανωτέρω ασφαλισμένου αυτοκινήτου, ο οδηγός του οποίου αντιλήφθηκε καθυστερημένα την διέλευση αυτή του πεζού τροχοπέδησε και τέλεσε δεξιό αποφευκτικό ελιγμό προς το έρεισμα αυτό που δεν ήταν επιτυχής λόγω και της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία κινιόταν...
Ειδικότερα, ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ευθύνεται για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος γιατί δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και ειδικότερα να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά σε κάθε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί μέσα στο πεδίο ορατότητάς του.
Συγκεκριμένα καίτοι οδηγούσε το αυτοκίνητό του σε σημείο της Εθνικής Οδού που δεν φωτιζόταν και όπου επικρατούσε σκοτάδι, δεν ρύθμισέ ανάλογα την ταχύτητά του, ούτε την μείωσε, όπως είχε υποχρέωση από το νόμο και μπορούσε να πράξει (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3, 20 παρ. 1 και 7 του Κ.Ο.Κ.) όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός οδηγός που θα βρισκόταν κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αλλά οδηγούσε με ταχύτητα περί τα 120 χιλιόμετρα την ώρα, αντί της μεγίστης επιτρεπομένης ταχύτητας των 70 χιλιομέτρων, παράβαση που επηρέασε την δυνατότητα να μειώσει τις συνέπειες της λίαν απρόσμενης εισόδου του ανωτέρω πεζού στην ευθεία πορεία του.
Γι' αυτό και όταν τον αντιλήφθηκε να διασχίζει καθέτως και τρέχοντας την λεωφόρο, παρά την τροχοπέδηση και τον προς τα αριστερά ελιγμό που πραγματοποίησε, δεν μπόρεσε να αποφύγει την επ' αυτού επίπτωση με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του και τον τραυμάτισε θανάσιμα. Εν όψει των ανωτέρω κρίνεται ότι οι υπαίτιες αυτές πράξεις και παραλείψεις του εν λόγω οδηγού, τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τον θανάσιμο τραυματισμό του ανωτέρω συγγενούς των εκκαλούντων παρά τον αντίθετο σχετικό ισχυρισμό της εφεσιβλήτου.
Από την άλλη πλευρά και ο εν λόγω πεζός δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε κάθε μέσος συνετός πεζός κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, και δη ευρισκόμενος, στο ύψος της προαναφερόμενης 236 χιλιομετρικής θέσης της ΝΕΟ Α-Θεσ/νίκης της κατεύθυνσης προς Θεσ/νίκη και έχοντας την πρόθεση να περαιωθεί στην απέναντι πλευρά αυτής, δεν χρησιμοποίησε για την διάβασή του, την υπάρχουσα σε απόσταση 300 μέτρων περίπου από το σημείο αυτό, διάβαση πεζών, όπως ήταν υποχρεωμένος, αλλά, αφού διέσχισε το προς Θεσ/νίκη οδόστρωμα της οδού, συνέχισε τρέχοντας να διασχίσει κάθετα και το προς Αθήνα οδόστρωμα αυτής, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να διασχίσει και το οδόστρωμα αυτό χωρίς κίνδυνο και παρεμπόδιση της κυκλοφορίας των επί αυτής κινουμένων οχημάτων και χωρίς να λάβει προηγουμένως τις αναγκαίες προφυλάξεις ήτοι να ελέγξει με προσοχή, όπως όφειλε και μπορούσε, την κίνηση στην οδό, όπου κινιόταν το ανωτέρω ασφαλισμένο αυτοκίνητο που πλησίαζε, λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση και την ταχύτητα με την οποία έτρεχε (ενεργώντας κατά παράβαση άρθρου 38 παρ. 4α, δ, ε του ΚΟΚ), με αποτέλεσμα να χτυπηθεί από αυτό και να τραυματισθεί θανάσιμα, κατά τα προεκτεθέντα.
Το ποσοστό ευθύνης του καθενός στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και στην επέλευση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων, πρέπει να προσδιορισθεί σε 30% για τον οδηγό και σε 70% για τον παθόντα πεζό, βαρύτερα παραβιάσαντος τις κείμενες περί οδικής κυκλοφορίας διατάξεις, αφού επιχείρησε να διασχίσει την εθνική οδό καθέτως και εκτός των υπαρχόντων, σε ικανή απόσταση διαβάσεων, σε σημείο που δεν φωτιζόταν και έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, κατάσταση που είχε επηρεάσει την ικανότητα ελέγχου και προσοχής αυτού...
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο της ένδικης σύγκρουσης τον αποβιώσαντα, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα εκτίθεται με την κρινόμενη έφεση, η οποία πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη.
Ομοίως πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η περί συνυπαιτιότητας του θανόντος νόμιμη (άρθρ. 300 ΑΚ) ένσταση που προέβαλε η εναγόμενη στο πρωτοβάθμιο και νομότυπα επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο. Να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ακολούθως να χωρήσει η έρευνα της ένδικης αγωγής, με την ίδια διαδικασία που εφαρμόζεται σε διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφαλίσεώς του...".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και τον θάνατο του συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων υπήρξε ο ίδιος ο θανών, και δεχόμενο ότι υπήρξε υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θανόντος πεζού, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά παραδοχή της νομίμως υποβληθείσας ένστασης κατά το άρθρο 300 ΑΚ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε, ούτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 38 περ. α, δ, ε του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), αφού και οι τρεις σε συνδυασμό ερμηνευόμενες επιβάλλουν υποχρεώσεις στους πεζούς να αναζητούν ασφαλή τρόπο διάβασης της οδού και αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν διά της υπόγειας διάβασης πεζών, που κατά τις παραδοχές υπήρχε σε απόσταση 300 μέτρων από τον τόπο του ατυχήματος.
Παράλληλα το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα αμέλεια του θανόντος πεζού και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο θανατηφόρο αποτέλεσμα, που δεν διακόπηκε με την μεσολαβήσασα συνυπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Ειδικότερα, αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία του θύματος στο οδόστρωμα, το τμήμα της οδού, που είχε διανύσει και το σημείο, που έγινε η πρόσκρουση του εμπρόσθιου δεξιού τμήματος του αυτοκινήτου στο σώμα του θύματος, που σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τοποθετείται στο δεξιό έρεισμα και ειδικότερα λίγο μετά την οριογραμμή του οδοστρώματος, χωρίς οι παραδοχές αναφορικά με την φορά των αποφευκτικών ελιγμών, αριστερά και στη συνέχεια δεξιά να δημιουργούν αντίφαση ως προς τις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης διότι αυτοί διενεργήθηκαν σε διαφορετικά χρονικά σημεία σε συνδυασμό με την ανεξέλεγκτη κίνηση του θανόντος αλλά και την υπερβολική κίνηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου και αναφέρονται με σαφήνεια τα στοιχεία, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα για το ζήτημα της υπαιτιότητας.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, που πρέπει ν' απορριφθούν.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε' ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.10.2014 αίτηση για αναίρεση της 6197/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Kαταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ