Legislator Case Law & Legislation
840/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence evaluation and non-proposed facts.

Case Number 840/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a promissory note dispute. The appellants argued that the lower court distorted evidence and considered unproposed facts, but the court found these claims unsupported by the record. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the appellant, and the original judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 37, 38, 419 of the Negotiable Instruments Law; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the court considering unproposed facts or evaluating evidence incorrectly is inadmissible if the lower court's findings are based on a proper assessment of all presented evidence and common sense.

Keywords

AI generated
appeal dismissal negotiable instruments law promissory note evidence evaluation procedural error court costs unproposed facts

Cited Legislation

AI generated
Article 37 of Law 5960/1933
Article 38 of Law 5960/1933
Article 419 of the Civil Code
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 840 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 840/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015,με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 2) Μ. Ν. του Ι., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Πρατικάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Στάικο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/11/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6408/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2380/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/12/2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 18/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 2380/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 3-1-2011 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθμ. 6408/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε γίνει δεκτή η από 24-11-2008 αγωγή των αναιρεσειόντων.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 εδ. α’ - δ’ Ν 5960/1933 "περί επιταγής" ο εκδότης ή ο κομιστής επιταγής μπορεί να τη διγραμμίσει. Η διγράμμιση γίνεται με δύο παράλληλες γραμμές που τίθενται στο εμπρόσθιο μέρος της επιταγής και μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η διγράμμιση είναι γενική, αν αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε σημείωση ή αν φέρει τη μνεία "τραπεζίτης" ή ισοδύναμο όρο, και ειδική, αν μέσα στις δυο γραμμές αναγράφεται το όνομα τραπεζίτη.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 38 παρ.1 και 5 του ίδιου νόμου επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, σε κάθε περίπτωση όμως που ο πληρωτής ή ο τραπεζίτης δεν τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία μέχρι το ποσό της επιταγής.

Κατά τα λοιπά η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί όπως η κοινή επιταγή και δεν απαιτείται για τη μεταβίβασή της η τήρηση οποιασδήποτε άλλης ειδικής διατυπώσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 419 ΑΚ προκύπτει, ότι για να επέλθει απόσβεση της ενοχής με δόση αντί καταβολής απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίνεται αντί καταβολής (pro soluto, in solutum), συνάμα δε να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίνεται αντί της οφειλόμενης.

Στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης σε εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής αναλαμβάνει νέα υποχρέωση για άλλη διαφορετική παροχή, αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της βούλησης των μερών, αν αυτά, την ανάληψη της νέας αυτής υποχρέωσης, ήθελαν "αντί καταβολής" (in solutum) δηλ. σε αντικατάσταση και απόσβεση της οφειλόμενης ή αν χάριν και προς το σκοπό της μελλοντικής εκπλήρωσης της οφειλόμενης (pro solvendo).

Με την πρώτη έννοια, μόλις γίνει ανάληψη της νέας υποχρέωσης, η αρχική αυτοδικαίως αποσβήνεται, αυτή δε η σύμβαση συμπίπτει με την ανανέωση (άρθρο 436 ΑΚ) για το κύρος της οποίας (σύμβασης ανανέωσης ενοχής) απαραίτητος όρος είναι να υπάρχει σκοπός ανανέωσης, σκοπός δηλαδή των συμβαλλομένων μερών για κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής με τη σύσταση νέας, ο οποίος (σκοπός) δεν εικάζεται, αλλά πρέπει να γίνεται επίκλησή του και να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο αυτόν.

Με τη δεύτερη έννοια, αντίθετα, ενώ σώζεται η αρχική υποχρέωση, γεννιέται προσθέτως και νέα, ούτως ώστε ο δανειστής έχει παράλληλα δύο απαιτήσεις. Το άρθρο 421 ΑΚ στο ζήτημα κατά πόσο η ανάληψη νέας διαφορετικής υποχρέωσης σε εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής γίνεται pro soluto ή αν pro solvendo, καθιερώνει τον ερμηνευτικό κανόνα ότι εφ’ όσον σαφώς δεν προκύπτει το εναντίον (πρβλ και άρθρο 438 ΑΚ) θεωρείται, ότι η ανάληψη της νέας υποχρέωσης γίνεται pro solvendo.

Ετσι, μόνη η παράδοση στον δανειστή από τον οφειλέτη τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής της αρχικής υποχρέωσης, η οποία έτσι δεν αποσβήνεται, παρά μόνο αν ο δανειστής με την εκπλήρωση της νέας υποχρέωσης από τον εν λόγω πιστωτικό τίτλο, ικανοποιηθεί για την αρχική (1382/2010).

Από το άρθρο 862 ΑΚ, κατά το οποίο ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη συνάγεται ότι προϋπόθεση αποσβέσεως της εγγυήσεως και ελευθερώσεως του εγγυητή είναι να γίνει αδύνατη η ικανοποίηση του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη και η αδυναμία αυτή να οφείλεται σε πταίσμα του ίδιου του δανειστή.

Την ύπαρξη του πταίσματος του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εγγυητής που ενάγεται για την πληρωμή του χρέους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει του ...7-7-2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αχαρνών Αικατερίνης Μήλιου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η πρώτη ενάγουσα αγόρασε κατά κυριότητα δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, το ΑΙ διαμέρισμα και την Υ-5 αποθήκη της οικοδομής που κείται στις Αχαρνές Αττικής, στη διασταύρωση των οδών ...

και ..., αντί τιμήματος 58.000 ευρώ. Προς εξόφληση του τιμήματος της πώλησης, αλλά και για την επισκευή των οριζοντίων ιδιοκτησιών χορηγήθηκε από την εναγομένη στην πρώτη ενάγουσα και το σύζυγο της Κ. Η. του Α. (K. I. του A.) δάνειο, ποσού 145.000 ευρώ και καταρτίστηκε η από 29-6-2005 σύμβαση στεγαστικού δανείου, με τους εκεί αναγραφόμενους όρους (αριθμ.

σύμβασης ...). Την τήρηση των υποχρεώσεων των δανειοληπτών από τη σύμβαση εγγυήθηκε ο δεύτερος ενάγων, ενώ προς εξασφάλιση της εναγομένης και κατόπιν της 39062Σ/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γράφτηκε υπέρ της εναγομένης προσημείωση υποθήκης επί των αγορασμένων ακινήτων, για ποσό 174.000 ευρώ.

Για την εξυπηρέτηση του δανείου οι συνοφειλέτες τηρούσαν στην εναγομένη κοινό λογαριασμό καταθέσεων, με αριθμό .... Τον Απρίλιο 2007 η πρώτη ενάγουσα και ο άνω σύζυγος της εκτιμώντας ότι η Εμπορική Τράπεζα παρείχε ευνοϊκότερους όρους δανεισμού, ενήργησαν για τη μεταφορά του άνω στεγαστικού δανείου από την εναγομένη στην Εμπορική Τράπεζα.

Πράγματι τους χορηγήθηκε δάνειο από την Εμπορική Τράπεζα, ποσού 150.000 ευρώ και προς εξασφάλιση γράφτηκε προσημείωση υποθήκης επί των ίδιων ακινήτων υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας. Η εναγομένη με σχετική βεβαίωση ενημέρωσε τους συνοφειλέτες ότι για την αποπληρωμή του δανείου την 3-4-2007 απαιτείται το ποσό των 143.048,83 ευρώ, που πρέπει να είναι διαθέσιμο στον άνω κοινό λογαριασμό τους.

Την ίδια ημέρα (3-4-2007) η Εμπορική Τράπεζα εξέδωσε την ... δίγραμμη επιταγή της ίδιας, πληρωτέα στο κατάστημά της στη Νέα Φιλαδέλφεια, σε διαταγή της εναγομένης, ποσού 143.048,83 ευρώ, αναγράφοντας στο σώμα της επιταγής "... ...". Η επιταγή παραδόθηκε στα χέρια της πρώτης ενάγουσας, και η ίδια την παρέδωσε στα χέρια του συζύγου της, όπως συνομολογείται από την πρώτη ενάγουσα με τις προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου αυτού.

Ο τελευταίος προσκόμισε την επιταγή στο κατάστημα της εναγομένης στη Νέα Φιλαδέλφεια και την κατέθεσε στον άνω κοινό λογαριασμό που τηρούσαν η πρώτη ενάγουσα με τον ίδιο (σύζυγο της), υπογράφοντας αυτός στο πίσω μέρος της επιταγής. Έτερη υπογραφή δεν υπάρχει στο πίσω μέρος της επιταγής. Την 4-4-2007 το ποσό της επιταγής καταχωρίστηκε στο λογαριασμό αυτό.

Από την ημέρα αυτή, ο σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και συνοφειλέτης προέβη σε μεταφορές ποσών από το λογαριασμό αυτό προς έτερο λογαριασμό καταθέσεων που ο ίδιος, ως μόνος καταθέτης, τηρούσε στην εναγομένη τραπεζική εταιρία, με αριθμό ..., ήτοι τα ποσά των 2.500, 10.500, 5.000 και 25.000 ευρώ, την 4-4-2007, 4-4-2007, 5-4-2007 και 10-4- 2007 αντίστοιχα.

Την 10-4-2007 πληρώθηκε η δόση του δανείου από τον άνω κοινό λογαριασμό των συνοφειλετών, ενώ συνεχίστηκαν οι αναλήψεις, και μέσω διαδικτύου, με αντίστοιχη κατάθεση διάφορων ποσών στο προαναφερόμενο λογαριασμό που τηρούσε ο σύζυγος της ενάγουσας. Τελικά την 9-7-2007 ο κοινός λογαριασμός εμφάνισε υπόλοιπο 0,19 ευρώ και μηδενίστηκε την 3-1-2008 (βλ.

αντίγραφο κίνησης του άνω κοινού λογαριασμού). Οι δόσεις του δανείου συνέχισαν να καταβάλλονται στην εναγομένη από τον προαναφερόμενο λογαριασμό του συζύγου της πρώτης ενάγουσας μέχρι και το Φεβρουάριο 2008, οπότε διακόπηκε κάθε καταβολή. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η εναγομένη ουδέποτε εισέπραξε την τραπεζική επιταγή, σε μετρητά ή με την καταχώριση του ποσού της επιταγής σε λογαριασμό της.

Παρότι η δίγραμμη επιταγή είχε εκδοθεί σε διαταγή της εναγομένης και προσκομίστηκε από το συνοφειλέτη - σύζυγο της πρώτης ενάγουσας, δεν κατατέθηκε σε λογαριασμό της εναγομένης, αλλά στον άνω κοινό λογαριασμό καταθέσεων των συνοφειλετών (πρώτης ενάγουσας και του συζύγου της), χωρίς να οπισθογραφηθεί από τη δικαιούχο λήπτρια εναγομένη προς αυτούς.

Το ποσό της επιταγής καταχωρίστηκε (πιστώθηκε) στον άνω κοινό λογαριασμό των συνοφειλετών. Ανεξάρτητα από το λόγο - άγνοια ή παραδρομή του υπαλλήλου της εναγομένης - για τον οποίο η άνω δίγραμμη επιταγή, που ήταν σε διαταγή της εναγομένης και προσκομίστηκε στο κατάστημά της, χωρίς να οπισθογραφηθεί από την εναγομένη προς οποιονδήποτε από τους συνοφειλέτες του δανείου, κατατέθηκε στον άνω κοινό λογαριασμό αυτών (συνοφειλετών) και εισπράχθηκε από αυτούς καθόσον το ποσό της επιταγής καταχωρίστηκε (πιστώθηκε) στο λογαριασμό τους, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη ουδέποτε εισέπραξε την επιταγή, σε μετρητά ή με καταχώριση σε λογαριασμό της.

Μετά δε την καταχώριση της επιταγής στον άνω κοινό λογαριασμό των συνοφειλετών, η εναγομένη δεν μπορούσε να αναλάβει από το λογαριασμό αυτό το ποσό της επιταγής προς εξόφληση του δανείου, χωρίς δική τους εντολή. Τέτοια εντολή προς την εναγομένη για την ανάληψη του ποσού από τον κοινό λογαριασμό των συνοφειλετών προς εξόφληση του δανείου δεν δόθηκε από κανένα από τους συνοφειλέτες, παρότι οι υπάλληλοι της εναγομένης υπέδειξαν στο σύζυγο της πρώτης ενάγουσας να προβεί στη σύνταξη γραπτής εντολής προς την εναγομένη για εξόφληση του δανείου.

Η δε μνεία στο σώμα της επιταγής για την εξόφληση δανείου (ανακριβώς αναφέρεται ο αριθμός της σύμβασης) προϋποθέτει την είσπραξη της επιταγής από την εναγομένη, σε μετρητά ή με καταχώριση σε λογαριασμό της, προκειμένου το εισπραχθέν ποσό να χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση του δανείου. Ενόψει των ανωτέρω, ουδέποτε εισπράχθηκε η επιταγή από την εναγομένη, διότι δεν έγινε πραγματική καταβολή σε μετρητά, ούτε η επιταγή καταχωρίστηκε σε λογαριασμό της, ώστε δεν έχει αποσβεστεί η απαίτηση της εναγομένης από τη δανειακή σύμβαση σε βάρος των εναγόντων - οφειλέτριας και εγγυητή αντίστοιχα, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν".

Ακολούθως το Εφετείο και με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την αγωγή, η οποία είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και κατά συνέπεια οι πρώτος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι.

Σημειώνεται ότι δεν τίθεται στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όπως εντελώς επιγραμματικά και αόριστα αναφέρεται στον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 87/2013).

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ αιτίαση ότι διαλαμβάνονται σ’ αυτήν αντιφατικές διατάξεις, καθόσον "....η προσβαλλομένη απόφαση σε ένα κεφάλαιο της δέχεται ότι η υπό κρίση δίγραμμη επιταγή εκδόσεως Εμπορικής Τράπεζας εις διαταγή της αναιρεσιβλήτου, τη οποία της παρέδωσε ο πρώην σύζυγος μου και παράλαβε με την θέλησή της και κατόπιν συμφωνίας, της ανήκε και χωρίς να απαιτείται κάποια άλλη υπογραφή ή συναίνεση η κατοχή της και μόνο αποτελούσε εξόφληση του δανείου ως δόση αντί καταβολής σύμφωνα με τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ.

Σε άλλο δε κεφάλαιο της η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι η αντίδικος δεν μπορούσε να αναλάβει από τον κοινό λογαριασμό της πρώτης εξ ημών και του τέως συζύγου μου την επιταγή αυτή προς εξόφληση του δανείου χωρίς την δική μας εντολή...". Ο λόγος αυτός πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι επικαλούμενες πλημμέλειες - αντιφάσεις, αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης, η δε αιτίαση αυτή δεν ιδρύει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο της προσβαλλομένης απόφασης.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Για τη θεμελίωση του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (αναπόδεικτος). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης (από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο ως πέμπτος), αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση μόνο, 10 και 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, αφ’ ενός μεν δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες ενήργησαν καθ’ υπόδειξη της αναιρεσίβλητης "..και εν συνεχεία όμως όλως αντιφατικά θεώρησε ως αληθή αντίθετα γεγονότα από αυτό που συνάγεται από το έγγραφο της αντιδίκου μου, το οποίο δεν αρνείται, ούτε διόρθωσε κατά οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου ή αποστέλλοντας νέο έγγραφο προς εμάς, προκειμένου το δικαστήριο να καταλήξει στη σκέψη ότι έπρεπε να δοθεί ειδική εντολή για την είσπραξη της δίγραμμης επιταγής η επιταγή όταν από κανένα έγγραφο και αποδεικτικό στοιχείο συνάγεται κάτι τέτοιο...", αφ’ ετέρου δε παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας από 3-4-2007 βεβαίωσης της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων, ήτοι από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσεκόμισαν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του που πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009) και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί ή τα περιστατικά που εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού της.

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης (από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο ως έκτος), αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι η επίμαχη επιταγή πιστώθηκε στον κοινό λογαριασμό εξυπηρέτησης του δανείου, στον οποίο δεν ήταν δικαιούχος ο δεύτερος των αναιρεσειόντων και ότι αυτή έπρεπε να καταχωρηθεί σε λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, κάτι όμως που δεν είχε προταθεί από την τελευταία.

Τα περιστατικά αυτά αναφέρονται πλεοναστικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ούτε θεμελιώνεται η λήψη υπόψη μη προταθέντων ή μη παραδεκτώς προταθέντων ισχυρισμών.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ