Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on classical athletics judges' panel composition requirements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the association's appeal against the Aegaeon Court of Appeal's decision regarding the composition of judges' panels for classical athletics competitions. The appellant argued that the appellate court erred by requiring a double number of judges compared to the minimum needed for the commission, claiming this violated the principle of equal selection. The court rejected this, noting the parties had previously agreed to a double number in a settlement and that the appellate court's assessment was a valid exercise of its discretion under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 581 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's determination of the number of judges to be proposed by one party, based on prior settlement agreements and the overall circumstances, constitutes a valid exercise of judicial discretion and does not constitute a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 840 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 840/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΡΙΤΩΝ ΚΛΑΣΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΧΙΟΥ - ΣΑΜΟΥ" (Σ. Κ. Κ. Α. Χ. Σ) που εδρεύει στη Χίο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοκκονό, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ Ε.ΓΑ.Σ ΧΙΟΥ - ΣΑΜΟΥ"( Ε.Α.Σ. Σ.Ε.Γ.Α.Σ ΧΙΟΥ - ΣΑΜΟΥ), που εδρεύει στη Χίο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Οκτωβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 61/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 31 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2&4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004? ΑΠ 1061/2010).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τo αναιρεσείον σωματείο υπ' αριθ. 2153Δ'/23.6.2010 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χίου Π. Τ. ότι αυτό, που επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησής του για αναίρεση της υπ' αριθ. 61/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου), επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο σωματείο ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 11 τη δικάσιμο της 4.10.2010, κατά την οποία το αναιρεσίβλητο κλήθηκε να παραστεί (άρθρ. 122§1, 123, 126§1(δ), 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).
Όμως το αναιρεσίβλητο δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτό παρόν (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). 2.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 61/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου), η οποία, αφού δέχθηκε τις συνεκδικασθείσες δυο αντίθετες από 27.9.2007 εφέσεις τους και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 38/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, που είχε δεχθεί εν μέρει ως προς το ήδη αναιρεσίβλητο σωματείο την από 24.10.2003 αγωγή του αναιρεσείοντος ήδη σωματείου, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο σωματείο στις εκεί προσδιοριζόμενες πράξεις.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.552,553,556,558,564,566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 535§1 ΚΠολΔ, αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν. Ωστόσο το νόημα της διάταξης αυτής, παρά τη γενικότητα της διατύπωσής της, δεν είναι ότι αρκεί η παραδοχή οποιουδήποτε από τους λόγους της έφεσης για να εξαφανισθεί στο σύνολό της η εκκαλούμενη απόφαση, εκτός αν πρόκειται για λόγο που εξ αιτίας του περιεχομένου του οδηγεί σε καθολική εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αντίθετα αν πρόκειται για λόγο που αφορά σε ένα ή μερικά μόνο από τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή σε λόγο με περιορισμένη ενέργεια, αντίστοιχα περιορισμένη και επομένως μερική θα είναι και η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης σε περίπτωση παραδοχής του λόγου κατά το ακυρωτικό στάδιο της έκκλητης δίκης, όπως αυτό συνάγεται από το συνδυασμό της παραπάνω διάταξης με τις διατάξεις των άρθρ. 520, 522 και 527 ΚΠολΔ, που συνιστούν ειδική εφαρμογή των καθιερούμενων με το άρθρ. 106 ίδιου Κώδικα αρχών της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης.
Εφόσον δηλαδή ο ΚΠολΔ θέτει περιορισμούς στον τρόπο υποβολής και στο περιεχόμενο των λόγων της έφεσης και δεν προσδίδει σ' αυτή γενικό μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, αλλά ορίζει ότι με την έφεση η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται απ' αυτή και τους πρόσθετους λόγους της, μέσα στα ίδια όρια και σε αναλογία με την έκταση της παραδοχής των λόγων της θα είναι και η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία κατά τα λοιπά πρέπει να παραμείνει άθικτη κατά τα μη εκκληθέντα κεφάλαιά της.
Διαφορετικά το Εφετείο υποπίπτει στη πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και η απόφασή του αναιρείται, με την προϋπόθεση όμως ότι δικαιολογείται για την αναίρεση έννομο συμφέρον (άρθρ. 556 ΚΠολΔ), που συντρέχει όταν εξ αιτίας της καθολικής εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης το Εφετείο, δικάζοντας εκ νέου την ουσία της υπόθεσης, εξέδωσε επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα απόφαση, χωρίς ο εφεσίβλητος να έχει ασκήσει ο ίδιος αντίστοιχη έφεση ή αντέφεση, όπως το άρθρ. 536 ΚΠολΔ ορίζει, οπότε ιδρύεται και ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού έτσι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (πρβλ.
ΑΠ 522/1983). Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, αφού έκρινε ότι το περιεχόμενο στην ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος σωματείου αίτημα για απειλή χρηματικής ποινής και προσωποκράτησης σε βάρος των μελών του ΔΣ και των νόμιμων γενικώς εκπροσώπων του αναιρεσίβλητου σωματείου για κάθε παράβαση των επιβαλλόμενων σ' αυτό με τη δικαστική απόφαση υποχρεώσεων, τις οποίες εκτίμησε ότι αφορούν σε παράλειψη στο μέλλον ενεργειών, είναι νόμιμο, μολονότι η αγωγή δεν στρέφεται ατομικά και κατά των αντίστοιχων φυσικών προσώπων, δέχθηκε ακολούθως ως βάσιμο το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος σωματείου κατά της υπ' αριθ. 38/2005 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει διαφορετικά, και εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλούμενη απόφαση, παρόλο που το σφάλμα αυτό της πρωτόδικης απόφασης σε σχέση με ιδιαίτερο και αυτοτελές κεφάλαιό της δεν δικαιολογούσε, κατά τα προεκτεθέντα, την πλήρη εξαφάνισή της, αλλά την ανάλογη συμπλήρωσή της (μεταρρύθμισή της).
Ωστόσο η παραπάνω εσφαλμένη κρίση του Εφετείου δεν θεμελιώνει τελικά αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο (άρθρ. 562§4 ΚΠολΔ) λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο, το οποίο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, ναι μεν όρισε επιπλέον αυτών, που είχε ορίσει η πρωτόδικη απόφαση, ότι ο πίνακας κριτών, που το αναιρεσείον σωματείο θα αποστέλλει στο αναιρεσίβλητο σωματείο πριν από κάθε αγώνα, θα πρέπει να περιέχει διπλάσιο αριθμό κριτών από τους απαιτούμενους για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αγωνόδικης επιτροπής, όμως η κρίση αυτή του Εφετείου, την οποία το αναιρεσείον σωματείο τη θεωρεί δυσμενή εξέλιξη για τα συμφέροντά του, καλύπτεται από την αντίθετη έφεση του αντιδίκου του.
Δηλαδή η έκδοση από το Εφετείο απόφασης επιβλαβέστερης εν μέρει για το αναιρεσείον σωματείο, αφού προηγουμένως εσφαλμένα εξαφανίσθηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, οφείλεται στην παραδοχή όσων σχετικών διαλαμβάνονται στην έφεση του αντιδίκου του, η οποία έγινε επίσης δεκτή κατ' ουσίαν.
4. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με το να ορίσει ότι ο πίνακας κριτών, που το αναιρεσείον σωματείο θα αποστέλλει στο αναιρεσίβλητο σωματείο πριν από κάθε αγώνα, θα πρέπει να περιέχει διπλάσιο αριθμό κριτών από τους απαιτούμενους για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αγωνόδικης επιτροπής, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε στον πρώτο βαθμό, αλλά και δεν μπορούσε κατά το άρθρ. 525§2 ΚΠολΔ να ζητηθεί για πρώτη φορά από το Εφετείο, αφού στην ένδικη αγωγή δεν υπήρχε αντίστοιχο αίτημα και ούτε το ζήτημα του αριθμού των κριτών κατέστη γενικότερα επίδικο και αντικείμενο της πρωτοβάθμιας δίκης με άσκηση σχετικής αγωγής ή ανταγωγής από το αναιρεσίβλητο.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι μεταξύ των αιτημάτων της είναι και τα ακόλουθα: " β) να υποχρεωθεί ο δεύτερος των εναγομένων (Μ. Κ.) να απόσχει από την επιλογή και προσδιορισμό των προσώπων που θα μετέχουν στην εκάστοτε αγωνόδικη επιτροπή και να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων (αναιρεσίβλητο σωματείο με την επωνυμία ΕΝΩΣΗ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΣΩΜΣΑΤΕΙΩΝ Σ.Ε.Γ.Α.Σ.
ΧΙΟΥ- ΣΑΜΟΥ) να απόσχει από την έγκριση και προσυπογραφή της τοιαύτης επιλογής και προσδιορισμού, και παράλληλα να υποχρεωθεί ο δεύτερος των εναγομένων να συγκροτεί και ... να ορίζει τη θέση και μόνον εκάστου κριτή στην αγωνόδικη επιτροπή και όχι να επιλέγει και να ορίζει τα πρόσωπα που θα μετέχουν στην αγωνόδικη επιτροπή, και αντίστοιχα να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων να εγκρίνει και να προσυπογράφει την τοιαύτη συγκρότηση...
μόνον κατόπιν... σχετικής προτάσεως του Συνδέσμου μας που θα περιλαμβάνει πίνακα κριτών από τα μέλη του, αριθμού ίσου προς τον γνωστοποιηθέντα απαιτούμενο για τη διεξαγωγή του εκάστοτε αγώνα, γ) άλλως και επιβοηθητικώς, εν η περιπτώσει το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να υποβάλλεται από το Σύνδεσμό μας πίνακας κριτών αριθμού μεγαλύτερου από τον απαιτούμενο για τη διεξαγωγή του εκάστοτε αγώνα, τότε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ήτοι ο μεν δεύτερος κατά τη συγκρότηση της εκάστοτε αγωνόδικης επιτροπής, η δε πρώτη των εναγομένων κατά την έγκριση και προσυπογραφή της τοιαύτης συγκροτήσεως, να χρησιμοποιούν εντός της κάθε αθλητικής περιόδου όλους ανεξαιρέτως τους προταθέντες από το Σύνδεσμό μας κριτές, εναλλάξ και διαδοχικά, σε θέση τακτικού και όχι αναπληρωτή κριτή για τη συγκρότηση του συνόλου των αγωνόδικων επιτροπών εντός της ίδιας περιόδου, ώστε κανείς από τα μέλη του Συνδέσμου μας να μην αποκλείεται από την ιδιότητα του τακτικού μέλους των επιτροπών αυτών".
Καθίσταται έτσι σαφές ότι αντικείμενο της διαφοράς των διαδίκων και έμμεσο αίτημα της ένδικης αγωγής είναι και ο καθορισμός του αριθμού των κριτών, που θα διαλαμβάνει ο αποστελλόμενος στο αναιρεσίβλητο από το αναιρεσείον σωματείο σχετικός πίνακας για τη συγκρότηση πριν από κάθε αγώνα της αντίστοιχης αγωνόδικης επιτροπής.
Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των από 26.1.2006 προτάσεων του αναιρεσείοντος σωματείου στο Εφετείο προς αντίκρουση της έφεσης του αντιδίκου του, στη σελίδα 16 των οποίων αναγράφεται: "Όσον αφορά τον ισχυρισμό των αντιδίκων, ότι δεν τηρούμε την επιταγή της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων περί αποστολής διπλού αριθμού από τους αναγκαίους κριτές για την κάθε φορά αγωνόδικη επιτροπή, αυτό πράγματι πολλές φορές είναι αδύνατο, γι' αυτό και με την αγωγή μας ζητούμε να απαλειφθεί από τις υποχρεώσεις που μας έθεσε η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων...".
Συνεπώς ο αντίθετος από τον αριθμό 9α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
5. Το έννομο συμφέρον, το οποίο κατά τη διάταξη του άρθρ. 68 ΚΠολΔ πρέπει να είναι άμεσο για να μπορεί να ζητηθεί παραδεκτά δικαστική προστασία, είναι μεν κατά την έννοια αυτή αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, που εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της, όμως για να θεμελιώνει η έλλειψή του παραδεκτό λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 8α και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει η σχετική έλλειψη, που μπορεί και να καθιστά αόριστη την αντίστοιχη αίτηση παροχής ένδικης προστασίας, να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας κατά την παρ.2 του άρθρ. 562 ΚΠολΔ, αφού δεν καλύπτεται από τις εξαιρέσεις της παραγράφου αυτής.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έκρινε ως αόριστη και δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσίβλητου σωματείου, αφού μετά την απόρριψη με την πρωτόδικη απόφαση ως μη νόμιμων των ως άνω αγωγικών αιτημάτων υπό στοιχεία (β) και (γ) το αναιρεσίβλητο σωματείο θεωρείται αντίστοιχα ως διάδικος που νίκησε και συνεπώς θα έπρεπε κατά το άρθρ. 516§2 ΚΠολΔ να δικαιολογεί ιδιαίτερο έννομο συμφέρον για να εφεσιβάλει ως προς τα αιτήματα αυτά την πρωτόδικη απόφαση, το οποίο όμως, έννομο συμφέρον, δεν προσδιόρισε και δεν επικαλέσθηκε με το δικόγραφο της έφεσής του.
Έτσι διατυπωμένος ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στους αριθμούς 8α και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και γι' αυτό πρωτίστως απορριπτέος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η επικαλούμενη ήδη αοριστία της έφεσης του αναιρεσίβλητου σωματείου προτάθηκε και στο Εφετείο, όπως κατά τα προεκτεθέντα θα έπρεπε, ενώ και από άποψη ουσίας δεν εμπεριέχεται σχετική ένσταση στις αντίστοιχες προτάσεις του αναιρεσείοντος σωματείου.
Σε κάθε περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της έφεσης του αναιρεσίβλητου σωματείου προκύπτει ότι μ' αυτή το αναιρεσίβλητο σωματείο, αφού κατ' αρχήν αιτιάται την πρωτόδικη απόφαση επειδή δεν όρισε στο διατακτικό της ότι οι πίνακες που θα υποβάλλει κάθε φορά το αναιρεσείον σωματείο, πρέπει να περιέχουν διπλάσιο αριθμό κριτών από τον απαιτούμενο για τη διεξαγωγή κάθε αγώνα, δικαιολόγησε στη συνέχεια πλήρως, με όσα διαλαμβάνονται στην έφεσή του, το αναγκαίο, κατά το άρθρ. 516 ΚΠολΔ, έννομο συμφέρον του και τη νομιμοποίησή του για την άσκησή της αναφορικά με το επίδικο ζήτημα του αριθμού των κριτών, αφού με τρόπο σαφή και όχι αόριστο εκτίθεται στην έφεση ότι για να γίνεται πράγματι η επιλογή των κριτών από το αναιρεσίβλητο σωματείο, στο οποίο από το νόμο ανήκει και συνεπώς έχει αυτό για τη διασφάλισή της αντίστοιχο έννομο συμφέρον, δεν αρκεί να αποστέλλει το αναιρεσείον σωματείο πίνακα με αριθμό κριτών ίσο με τον απαιτούμενο για τη συγκρότηση κάθε αγωνόδικης επιτροπής, αλλά θα πρέπει να αποστέλλει στο αναιρεσίβλητο σωματείο πίνακα με διπλάσιο αριθμό κριτών, αφού διαφορετικά δεν πρόκειται για επιλογή κριτών μεταξύ περισσοτέρων, αλλά για προεπιλογή από το αναιρεσείον σωματείο, την οποία το αναιρεσίβλητο σωματείο είναι υποχρεωμένο να αποδεχθεί, έχοντας έτσι μόνο την ευχέρεια να ορίζει τη θέση των κριτών στην αγωνόδικη επιτροπή. 6.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997? ΑΠ 1530/2001? ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989? ΑΠ 864/2003? ΑΠ 1072/ 2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000? ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).
Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989? ΟλΑΠ 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994? ΑΠ 140/2006? AΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον σωματείο αιτιάται, μεταξύ άλλων, την προσβαλλόμενη απόφαση και για το ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε τον κρίσιμο, κατά την άποψή του, για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό του ότι ο πίνακας με τους κριτές, που έστελνε πριν από κάθε αγώνα στο αναιρεσίβλητο σωματείο για τη συγκρότηση από τον πίνακα αυτόν της αντίστοιχης αγωνόδικης επιτροπής, είχε πάντοτε ίσο αριθμό κριτών με τον απαιτούμενο για τη συγκρότηση της αγωνόδικης επιτροπής.
Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού δεν είναι θεμελιωτικός ή ανάλογα καταλυτικός δικαιώματος των διαδίκων, αλλά αντίθετα πρόκειται για ισχυρισμό με τον οποίο το αναιρεσείον σωματείο απλώς επιχειρηματολογεί υπέρ των απόψεών του.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον παραπάνω αριθμό πρέπει κατά το αντίστοιχο μέρος του να απορριφθεί ως απαράδεκτος. 7. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ.27 εδ. α, β και γ του ν.2725/ 1999, όπως τροποποιημένος με το άρθρ. 74§3 του ν. 3057/2002 ισχύει: " Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 104, με γενικούς ή ειδικούς κανονισμούς, που ψηφίζει η γενική συνέλευση των μελών κάθε αθλητικής ομοσπονδίας του οικείου αθλήματος ή του οικείου κλάδου άθλησης, τίθενται οι κανόνες που ισχύουν για όλα τα θέματα που αφορούν την οργάνωση και τη διεξαγωγή του αθλήματος ή των αθλημάτων που υπάγονται σ' αυτή, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
Για την κατάρτιση των παραπάνω κανονισμών λαμβάνονται υπόψη οι ισχύοντες διεθνείς κανονισμοί. Η τήρηση των κανόνων αυτών είναι υποχρεωτική για τα αθλητικά σωματεία και τις αθλητικές ενώσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα της οικείας ομοσπονδίας". Έτσι με το Γενικό Κανονισμό Οργάνωσης και Διεξαγωγής Πρωταθλημάτων και Αγώνων του Σ.Ε.Γ.Α.Σ.
ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Γυμναστικών και Αθλητικών Σωματείων (Σ.Ε.Γ.Α.Σ.) είναι αποκλειστικά αρμόδιος για την οργάνωση και διεξαγωγή του κάθε αγώνα στίβου στην Ελλάδα (άρθρ.1)... Τα διασυλλογικά πρωταθλήματα διεξάγονται με μέριμνα και ευθύνη του Σ.Ε.Γ.Α.Σ. ή των Ενώσεων Αθλητικών Σωματείων-Τοπικών Επιτροπών (Ε.Α.Σ.-Τ.Ε.) του Σ.Ε.Γ.Α.Σ...
Τα καθήκοντα των Ε.Α.Σ.-Τ.Ε για τα διασυλλογικά πρωταθλήματα, που θα διεξάγονται στην περιφέρειά τους, είναι τα παρακάτω: α)... β)... γ)... δ) σε συνεργασία με το σύνδεσμο των κριτών ορίζουν την αγωνόδικη επιτροπή των αγώνων (άρθρ. 3§§1 και 2). Η κρίση όλων των αγώνων γίνεται με επίσημους κριτές των συνδέσμων κριτών της χώρας, η δε αγωνόδικη επιτροπή ορίζεται από τη διοργανώτρια αρχή και εκπρόσωπο του αντίστοιχου συνδέσμου κριτών (άρθρ. 14)".
Σχετικά με την τελευταία αυτή πρόβλεψη ορίσθηκε με το άρθρ. 6 του ειδικότερου Κανονισμού Κριτών Στίβου του Σ.Ε.Γ.Α.Σ. ότι σε κάθε Ε.Α.Σ του Σ.Ε.Γ.Α.Σ. με απόφαση του Δ.Σ. της ορίζεται ένας μη εν ενεργεία κριτής με διετή θητεία, ο οποίος αποτελεί το τοπικό όργανο κριτών της Ε.Α.Σ., με αρμοδιότητα να συγκροτεί την αγωνόδικη επιτροπή κάθε τοπικού αγώνα μετά από πρόταση του αντίστοιχου συνδέσμου κριτών, την οποία υποβάλλει προς έγκριση στο Δ.Σ.
της Ε.Α.Σ., συνεργάζεται δε το άνω τοπικό όργανο κριτών κάθε Ε.Α.Σ. με τον τοπικό σύνδεσμο κριτών της περιοχής ευθύνης του για όποιο θέμα προκύψει και αφορά τους κριτές και την κρίση των αγώνων της Ε.Α.Σ. Εξ άλλου με το άρθρ. 43 του ν. 2725/1999 ρυθμίζονται θέματα συνδέσμων διαιτητών ομαδικών αθλημάτων, όμως για την ταυτότητα του νομικού λόγου το άρθρο αυτό εφαρμόζεται αναλόγως και για τους συνδέσμους κριτών ομαδικών αθλημάτων, αφού άλλωστε τα κωλύματα του άρθρ. 44 του ίδιου νόμου ισχύουν κατά την παρ. 3 του άρθρου αυτού και για τους κριτές ομαδικών αθλημάτων, ενώ η ανάλογη εφαρμογή των ως άνω άρθρων επεκτείνεται με το άρθρ. 45 του ίδιου νόμου και για τους διαιτητές και κριτές των ατομικών αθλημάτων.
Έτσι σύμφωνα με την αναλογικά εφαρμοζόμενη παρ. 5 του άρθρ. 43 ν. 2725/1999, οι σύνδεσμοι κριτών έχουν κυρίως ως έργο την υποβολή στην οικεία Ε.Α.Σ. του Σ.Ε.Γ.Α.Σ. πινάκων κριτών, εν ενεργεία ή μη, για τους αγώνες τοπικών πρωταθλημάτων, που η οικεία Ε.Α.Σ. διοργανώνει. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η αγωνόδικη επιτροπή για κάθε αγώνα στελεχώνεται αποκλειστικά με επίσημους κριτές που προτείνει ο αντίστοιχος σύνδεσμος κριτών με τον πίνακα, που προς το σκοπό αυτό αποστέλλει στην τοπική Ε.Α.Σ.
του Σ.Ε.Γ.Α.Σ., η οποία και επιλέγει στη συνέχεια από τον πίνακα αυτό τους απαιτούμενους κριτές για τη συγκρότηση κάθε αγωνόδικης επιτροπής. Δηλαδή ο σύνδεσμος κριτών μόνον προτείνει, ενώ η τοπική Ε.Α.Σ. είναι αυτή που τελικώς επιλέγει από τους προτεινόμενους κριτές αυτούς που χρειάζονται για τη συγκρότηση κάθε αγωνόδικης επιτροπής.
Το νόημα ακριβώς αυτό έχει η έγκριση απ' αυτή της πράξης συγκρότησης κάθε αγωνόδικης επιτροπής από το αρμόδιο τοπικό όργανό της, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο παραπάνω άρθρ. 6 του Κανονισμού Κριτών Στίβου του Σ.Ε.Γ.Α.Σ. Όπως είναι έτσι φανερό, ο αποστελλόμενος στην οικεία Ε.Α.Σ. του Σ.Ε.Γ.Α.Σ. πίνακας θα πρέπει να περιέχει περισσότερους κριτές από τους απαιτούμενους για κάθε αγωνόδικη επιτροπή, αφού διαφορετικά η συγκρότησή της δεν θα γίνεται στην πραγματικότητα με επιλογή κριτών από την οικεία Ε.Α.Σ., αλλά με ανεπίτρεπτη προεπιλογή από τον αντίστοιχο σύνδεσμο κριτών.
Το αναιρεσείον σωματείο ισχυρίζεται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ότι το Εφετείο, που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο πίνακας κριτών, που πρέπει αυτό να αποστέλλει στο αναιρεσίβλητο σωματείο πριν από κάθε αγώνα, πρέπει να περιέχει διπλάσιο αριθμό κριτών από τους απαιτούμενους για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αγωνόδικης επιτροπής, παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία ή και υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, αφού από τις διατάξεις αυτές δεν προκύπτει τέτοια υποχρέωσή του σε σχέση με την αριθμητική σύνθεση του αποστελλόμενου απ' αυτό πίνακα κριτών, ούτε η καθορισθείσα τελικώς με την εφετειακή απόφαση αριθμητική σύνθεση του πίνακα δικαιολογείται από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και γενικώς ως προς αυτή η κρίση του Εφετείου , που σχηματίσθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης έγγραφα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε και προσκόμισε, στερείται αιτιολογίας ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα.
Αιτιάται έτσι το αναιρεσείον σωματείο την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 11γ και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου ,εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης , ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΟλΑΠ 20/2005? ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006).
Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 465/1988).
Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002? ΑΠ 911/2002? 1021/2002? 864/2003? 105/2005? 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς την παράλειψη αυτή (ΑΠ 1874/2008).
Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 335,338,339,340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005? ΑΠ 1072-3/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: " Από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και των επικαλούμενων και νόμιμα προσκομιζόμενων εγγράφων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:
Το ενάγον σωματείο (αναιρεσείον)... έλαβε ειδική αθλητική αναγνώριση από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού του Υπουργείου Πολιτισμού με αριθμό μητρώου ΟΧΟ5 δυνάμει της υπ' αριθ. 25650/1/4.2.2002 αποφάσεως του Υφυπουργού Πολιτισμού... και αποτελεί τον μοναδικό σύνδεσμο κριτών κλασσικού αθλητισμού που επιτρέπεται να υπάρχει στην περιφέρεια Χίου-Σάμου...
Το εναγόμενο σωματείο (αναιρεσίβλητο) με την επωνυμία Ένωση Αθλητικών Σωματείων Χίου-Σάμου είναι υποχρεωμένο να εφαρμόζει πιστά την τήρηση των διατάξεων του νόμου και των κανονισμών του Σ.Ε.Γ.Α.Σ... Παρά ταύτα όμως δεν εφαρμόζει τις διατάξεις που αναφέρονται στη συγκρότηση των αγωνόδικων επιτροπών. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να αναγκασθεί το ενάγον να ζητήσει δικαστική προστασία με την λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
Επί της σχετικής αιτήσεως συντάχθηκε το με αριθμό 132/2002 πρακτικό συμβιβασμού του ΜονΠρωτΧίου με το ακόλουθο περιεχόμενο: " Ο αιτών Σύνδεσμος αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταρτίζει πίνακα κριτών, που θα περιλαμβάνει τουλάχιστον διπλάσιο αριθμό κριτών των απαιτούμενων για κάθε αγώνα, ύστερα από έγγραφη ειδοποίηση του Σ.Ε.Γ.Α.Σ.
για τον απαιτούμενο αριθμό των κριτών του εκάστοτε αγώνα, τον οποίο πίνακα αποστέλλει στην επιτροπή του Σ.Ε.Γ.Α.Σ. Η τελευταία αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιλέγει αποκλειστικά από τον άνω πίνακα του κριτές του συγκεκριμένου αγώνα. Ο καταρτιζόμενος πίνακας από τον αιτούντα (και νυν ενάγοντα) θα πρέπει να περιλαμβάνει εναλλασσόμενους διαθέσιμους κριτές...".
Η συμφωνία αυτή (πρακτικό) παραβιάσθηκε από το εναγόμενο και γι' αυτό το ενάγον κατέθεσε νέα αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων... Το εναγόμενο δεν στέλνει στην αρχή κάθε έτους το ετήσιο πρόγραμμα των αγώνων στίβου στο ενάγον σωματείο (το λεγόμενο καλεντάρι) ή το στέλνει πολύ καθυστερημένα, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει το ενάγον πότε διεξάγεται κάθε αγώνας.
Το ενάγον σωματείο, ωστόσο, για να μπορέσει να ανταποκριθεί στην αποστολή καταλόγου κριτών προς το εναγόμενο σωματείο, πρέπει να γνωρίζει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, πριν από κάθε αγώνα, πόσοι αθλητές θα λάβουν μέρος στον αγώνα για να ορίσει και τον αριθμό κριτών που απαιτείται για τη διεξαγωγή του και να προβεί στην αποστολή του σχετικού πίνακα κριτών στο εναγόμενο...
Γι' αυτό πρέπει το εναγόμενο σωματείο να ειδοποιεί εγγράφως το ενάγον σωματείο ένα μήνα πριν από κάθε προβλεπόμενο αγώνα για την ημερομηνία διεξαγωγής κάθε αγώνα και για τον αριθμό των κριτών που απαιτούνται για κάθε αγώνα, ούτως ώστε το ενάγον σωματείο να κοινοποιεί προς το εναγόμενο, τουλάχιστον επτά ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του εκάστοτε αγώνα, πίνακα υποψηφίων-προτεινομένων κριτών, που θα περιέχει διπλάσιο αριθμό των απαιτουμένων για τη συγκρότηση της εκάστοτε αγωνόδικης επιτροπής.
Το εναγόμενο σωματείο αμέσως μετά το πέρας της διαδικασίας δηλώσεων συμμετοχής των αθλητικών σωματείων σε κάθε αγώνισμα πρέπει να συγκροτεί από τους προτεινόμενους και μόνον κριτές την οικεία για κάθε αγώνισμα αγωνόδικη επιτροπή κριτών (τακτικών και αναπληρωματικών) και να κοινοποιεί με φαξ στο ενάγον, τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του οικείου αγωνίσματος, τους ορισθέντες κριτές...
Τέλος το αίτημα της αγωγής " να υποχρεωθεί το εναγόμενο να απόσχει από την επιλογή και τον προσδιορισμό των προσώπων που θα μετέχουν στην εκάστοτε αγωνόδικη επιτροπή... έτσι ώστε να ορίζει τη θέση και μόνο εκάστου κριτή στην αγωνόδικη επιτροπή και όχι τα πρόσωπα που θα μετέχουν στην αγωνόδικη επιτροπή..." είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αρμοδιότητα και η ευθύνη για τη διεξαγωγή αγώνων ανήκει αποκλειστικά στο εναγόμενο σωματείο (Σ.Ε.Γ.Α.Σ.) και επομένως η επιλογή των εκάστοτε κριτών πρέπει να γίνεται από αυτό.
Ο αθλητικός νόμος 2725/1999 επέβαλε τη διάκριση των ρόλων μεταξύ των κριτών και των λοιπών ασχολουμένων με το άθλημα του στίβου. Ο ίδιος νόμος όρισε ότι οι κριτές ορίζονται από τον Σ.Ε.Γ.Α.Σ. υποχρεωτικά μεταξύ των μελών του τοπικού σωματείου κριτών, τα οποία έχουν διακριτό και συγκεκριμένο ρόλο και απαγορεύεται να συμμετέχουν από οποιαδήποτε άλλη θέση στη διεξαγωγή των αγώνων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, αφού προηγουμένως είχε δεχθεί τις εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων και είχε εξαφανίσει, κατά τα προεκτεθέντα, την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτή και υποχρέωσε, μεταξύ άλλων, το αναιρεσίβλητο σωματείο να συγκροτεί την εκάστοτε αγωνόδικη επιτροπή αποκλειστικά και μόνον από τα μέλη του αναιρεσείοντος σωματείου που θα περιλαμβάνονται στον αποστελλόμενο σ' αυτό από το αναιρεσείον σωματείο πίνακα των υποψήφιων κριτών, ο οποίος, όπως το Εφετείο όρισε, θα περιέχει διπλάσιο αριθμό κριτών από τον απαιτούμενο για τη συγκρότηση της αγωνόδικης επιτροπής κάθε αγώνα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της αθλητικής νομοθεσίας, στις οποίες ακολούθως ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, ύστερα από συνεκτίμηση και συναξιολόγηση όλων των επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων, όπως στην προσβαλλόμενη απόφασή του βεβαιώνεται και από το περιεχόμενό της επαληθεύεται, δεχόμενο τελικώς το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, ότι ο πίνακας κριτών, που οφείλει το αναιρεσείον σωματείο να αποστέλλει στο αναιρεσίβλητο σωματείο πριν από κάθε αγώνα, που αυτό διοργανώνει, πρέπει να περιέχει μεγαλύτερο και μάλιστα διπλάσιο αριθμό κριτών από αυτούς που απαιτούνται για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αγωνόδικης επιτροπής, ώστε έτσι να εξασφαλίζεται στην πράξη η συγκρότησή της με επιλογή κριτών από το αναιρεσίβλητο σωματείο, στο οποίο κατά το νόμο ανήκει η σχετική αρμοδιότητα, όπως χαρακτηριστικά τονίζεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση.
Με την κρίση αυτή του Εφετείου αποκλείεται , όπως ήδη εξηγήθηκε, η ανεπίτρεπτη προεπιλογή κριτών από το αναιρεσείον σωματείο, που συμβαίνει όταν ο αριθμός των προτεινόμενων από αυτό κριτών είναι ίσος με τον απαιτούμενο για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αγωνόδικης επιτροπής. Εξ άλλου το Εφετείο καθόρισε τον αριθμό των κριτών, που πρέπει να προτείνονται από το αναιρεσείον σωματείο, σε διπλάσιο από τον αριθμό των απαιτούμενων για τη συγκρότηση κάθε αγωνόδικης επιτροπής (και όχι δηλαδή σε μικρότερο ή μεγαλύτερο αριθμό), εκτιμώντας, κατά την ανέλεγκτη στο σημείο αυτό κρίση του (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), την όλη κατάσταση των πραγμάτων, με βάση και το μεταξύ των διαδίκων υπ' αριθ. 132/2002 πρακτικό συμβιβασμού τους στο ΜονΠρωτΧίου, με το οποίο οι διάδικοι καθόρισαν επίσης σε διπλάσιο το σχετικό αριθμό κριτών.
Το πρακτικό αυτό, το οποίο το αναιρεσείον σωματείο επανειλημμένα το επικαλείται με την ένδικη αγωγή του, θεωρώντας το εκεί κατ' αρχήν ισχυρό, συντάχθηκε βέβαια για την κατάργηση δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου (άρθρ. 293 ΚΠολΔ), όμως παραδεκτά εκτιμήθηκε ως δικαστικό τεκμήριο από το Εφετείο.
Συνακόλουθα ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι κατά το αντίστοιχο μέρος του αβάσιμος και απορριπτέος. Απορριπτέο επίσης είναι και το περιεχόμενο στον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης αίτημα του αναιρεσείοντος σωματείου και επικουρικό αίτημα της ένδικης αγωγής του, σύμφωνα με το οποίο η τυχόν υποχρέωσή του να προτείνει διπλάσιο αριθμό κριτών σε σχέση με τον αριθμό των απαιτούμενων για τη συγκρότηση των αγωνόδικων επιτροπών, πρέπει να συνδυασθεί με την επιβολή υποχρέωσης στο αναιρεσίβλητο σωματείο να χρησιμοποιεί εντός της κάθε αθλητικής περιόδου διαδοχικά σε θέση τακτικού και όχι αναπληρωματικού κριτή όλους τους προτεινόμενους σ' αυτό κριτές για τη συγκρότηση των αγωνόδικων επιτροπών της ίδιας περιόδου, αφού το παραπάνω αίτημα, το οποίο δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης και ούτε συνδυάζεται με λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος σωματείου κατά της πρωτόδικης απόφασης, δεν θεμελιώνει συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης και απαράδεκτα εισάγεται στον Άρειο Πάγο.
Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.10.2008 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΡΙΤΩΝ ΚΛΑΣΣΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΧΙΟΥ-ΣΑΜΟΥ (Σ.Κ.Κ.Α.Χ.Σ.) για αναίρεση της υπ' αριθ. 61/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ