Legislator Case Law & Legislation
840/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against judgment ordering personal detention of company representative for tortious overdraft. The court rejects the appeal, upholding the lower court's decision to detain the company representative for personal liability arising from a tortious overdraft, despite the company's insolvency. The court rules that the representative's personal liability for torts overrides the general rule of limited liability, and the appeal arguments regarding procedural violations and the nature of the liability are deemed unfounded. The court emphasizes that the representative's knowledge of insufficient funds establishes the necessary fault for personal liability, and the insolvency of the company does not negate this liability. The court also clarifies that the exception to personal detention for company representatives applies only to commercial debts, not torts. The court dismisses the appeal, maintaining the order for personal detention of the company representative. The court rejects the appeal, confirming the lower court's decision to detain the company representative for personal liability arising from a tortious overdraft. The court rules that the representative's personal liability for torts overrides the general rule of limited liability, and the appeal arguments regarding procedural violations and the nature of the liability are deemed unfounded. The court emphasizes that the representative's knowledge of insufficient funds establishes the necessary fault for personal liability, and the insolvency of the company does not negate this liability. The court also clarifies that the exception to personal detention for company representatives applies only to commercial debts, not torts. The court dismisses the appeal, maintaining the order for personal detention of the company representative.

Case Number 840/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a lower court judgment ordering the personal detention of one of them. The appellant argued procedural violations and challenged the legal basis for personal liability, while the respondent company did not appear. The court rejected the appeal, upholding the lower court's decision to detain the representative for personal liability arising from a tortious overdraft, despite the company's insolvency. The court ruled that the representative's personal liability for torts overrides the general rule of limited liability, and the appeal arguments regarding procedural violations and the nature of the liability are deemed unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 573, 242, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 914 of the Civil Code; Article 2047 of the Code of Civil Procedure: The personal liability of a company representative for torts overrides the general rule of limited liability, and the exception to personal detention for company representatives applies only to commercial debts, not torts.

Keywords

AI generated
personal detention company representative tortious overdraft limited liability personal liability insolvency Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 573, 242, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 2047 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 840 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 840/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καραντώνη.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με επωνυμία "ΛΑΜΠΡΑΝΟ ΕΛΛΑΣ - ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Οκτωβρίου 2002 αγωγή που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 344/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Μαΐου 2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 17 Απριλίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 25/18.5.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 344/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Νικολάου Καραντώνη, οι οποίοι επισπεύδουν την κρινόμενη 25/18-5-2007 αίτηση για αναίρεση της 344/10-10-2006 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως με τις συννημένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο (5-5-2008) νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (5-5-2008) κατά την οποία, απολιπομένης της τελευταίας, αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (9-3-2009), της αναγραφής της υποθέσεως στην περίπτωση αυτή στο πινάκιο ισχυούσης ως κλήτευση αυτής για την μετ' αναβολή δικάσιμο (ΚΠολΔ 575 εδ. 2, 226 παρ.4 εδ. 3).

Kατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Eπομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη 25/18-5-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 344/10-10-2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚπολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 2978/TM218/29-10-2002 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης (α) αποζημιώσεως από την αποδιδόμενη (ι) στον δεύτερο των εναγομένων και ήδη πρώτο των αναιρεσειόντων άδικη και υπαίτια πράξη της εκδόσεως, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της συνεναγόμενής τους ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΑ ΝΑΥΠΛΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ", των αναφερομένων τραπεζικών επιταγών, οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά τη νομότυπη και εμπρόθεσμη προς τούτο εμφάνιση τους από εκείνη, ως νόμιμη αυτών κομίστρια, στην πληρώτρια ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ως και εκείνη (ιι) της απάτης, κατά την απεύθυνσή της κατ' αμφοτέρων των εναγομένων, και (β) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής από τις αιτίες αυτές βλάβης, διωκούσα παράλληλα την προσωπική κράτηση των εναγομένων.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, ερήμην των τελευταίων, η 17/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 59/6-4-2005 έφεση των εναγομένων, η 344/10-10-2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με απορριπτική επ' αυτής, κατ' ουσίαν κρίση, λόγω της ερημοδικίας των εκκαλούντων.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, που επιδόθηκε στις 10-5-2007, εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη 25/18-5-2007 αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια με βάση τις νομικές παραδοχές (1) ότι ο ερημοδικασθείς διάδικος θεωρείται ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας με την άσκηση αναιρέσεως, εφόσον ο υπογράφων την εν λόγω αίτηση δικηγόρος έχει την απαιτούμενη προς τούτο, κατά το άρθρο 98 περ.

β Κ.Πολ.Δ, ειδική πληρεξουσιότητα και (β) ότι αν η έφεση κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με αναίρεση είναι η απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση, με την έννοια ότι τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως.

Ειδικότερα:

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Κ.Πολ.Δ 559 αρ. 1), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Και τούτο για τον λόγο ότι μέσω των ουσιαστικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (Κ.Πολ.Δ 578).

Ομοίως για αν είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Κ.Πολ.Δ 559 αρ. 19), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.

Τέλος, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 εδ. β Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και επομένως ο λόγος αναιρέσεως με τέτοιο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, απαράδεκτος.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται αντίστοιχα στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 και 1 Κ.Πολ.Δ, εκ πλαγίου και ευθεία παράβαση των διατάξεων περί αδικοπραξίας, με την μορφή της απάτης, με την έννοια, στην τελευταία περίπτωση, παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών περί απάτης διατάξεων.

Στο αναιρετήριο όμως, ενώ εκτίθενται το ιστορικό της υποθέσεως και η νομική άποψη των αναιρεσειόντων, δεν εκτίθεται με πληρότητα, αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ειδικότερα τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στην κρίση του περί της διαπραχθείσης σε βάρος της αναιρεσίβλητης αδικοπραξίας, με τη μορφή απάτης.

Έτσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε από την άποψη της ευθείας, ούτε από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως των περί απάτης διατάξεων, με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως να ελέγχονται προεχόντως ως αόριστοι και απαράδεκτοι.

Ειδικότερα, κατά τις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές της ενσωματούμενης στην προσβαλλόμενη πρωτοβάθμιας αποφάσεως "Η ενάγουσα Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία " ΛΑΜΠΡΑΝΟ ΕΛΛΑΣ - ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" δραστηριοποιείται στην καλλιέργεια ιχθύων και εμπορίας αυτών, διατηρώντας ιχθυοτροφείο στη ... .

Ο δεύτερος εναγόμενος (πρώτος των αναιρεσειόντων) είναι νόμιμος εκπρόσωπος ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία " ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΑ ΝΑΥΠΛΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ" που εδρεύει στο ..., ενώ ο τρίτος εναγόμενος, (δεύτερος των αναιρεσειόντων) είναι Αντιπρόεδρος του ΔΣ αυτής (βλ.

το αριθμ. φύλλου 488/31.1.1996 ΤΑΕ και ΕΠΕ, το από 30.6.2002 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης και το από 10.7.2002 πρακτικό συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας). Στις αρχές του έτους 2002 ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων εμφανίστηκαν στα γραφεία της ενάγουσας και εν γνώσει παρέστησαν ψευδώς στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής ΑΑ ότι είναι εκ των μεγαλυτέρων ονομάτων στο χώρο των ιχθυοκαλλιεργειών, με τεράστιο τζίρο στα δύο ιχθυοτροφεία που διέθεταν, ήτοι της ως άνω εταιρείας και έτερου ομοίων συμφερόντων τους, της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." που εδρεύει στον ... και οι οποίες είναι οικονομικά φερέγγυες, ενώ το αληθές ήταν ότι ήταν κατάχρεοι, καθόσον όφειλαν στην αγορά και σε οποιονδήποτε είχε συναλλαγές μαζί τους, όπως τράπεζες, προμηθευτές κλπ. τεράστια ποσά, με αποτέλεσμα να πείσουν την ενάγουσα να πωλήσει και να παραδώσει με πίστωση εμπορεύματα στην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΑ ΝΑΥΠΛΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ".

Προς εξόφληση της ο δεύτερος εξ' αυτών, με την ιδιότητα του διαχειριστή και εκπροσώπου της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, εξέδωσε στο όνομα της εταιρίας στο Ναύπλιο, στις 1.7.2002, 5.7.2002, 15.7.2002 και 20.7.2002 τις υπ' αριθμ. ..., ..., ... και ... τραπεζικές επιταγές αντίστοιχα εις διαταγήν της ενάγουσα, ποσού 21.307, 20.000, 19.500 και 7.400 Ευρώ αντίστοιχα πληρωτέες στην Αγροτική Τράπεζα επί του με αριθμού ...

λογαριασμού (υπέγραψε ο ίδιος κάτω από την εταιρική επωνυμία), αν και γνώριζε ότι στον ανωτέρω λογαριασμό της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας στην προαναφερόμενη τράπεζα, η οποία σημειώνεται επί του σώματος της επιταγής, δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο για την πληρωμή των επιταγών. Η γνώση αυτή περί του ακάλυπτου των επιταγών υπήρχε τόσο κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών (1.7.2002, 5.7.2002, 15.7.2002 και 20.7.2002) όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης των στις Τράπεζες με την επωνυμία "ΕFG Eurobank Ergasias Α.Ε" και στην "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" αντίστοιχα (3.7.2002, 9.7.2002, 17.7.2002 και 26.7.2002).

Όπως προκύπτει από την όπισθεν των επιταγών βεβαίωση των ως άνω τραπεζών, βάσει ρητής εξουσιοδότησης της πληρώτριας Τράπεζας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ" στην οποία τηρείτο ο λογαριασμό της ως άνω εκδότριας ανώνυμης εταιρείας, οι επιταγές εμφανίστηκαν εμπροθέσμως στις 3.7.2002, 9.7.2002, 17.7.2002 και 26.7.2002 αντίστοιχα, ήτοι εντός 8 ημερών από την έκδοση τους και ελλείψει αντικρίσματος δεν πληρώθηκαν.

Η έκδοση υπό της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας δια του νομίμου εκπροσώπου της (δεύτερου εναγομένου), ακάλυπτης επιταγής συνιστά το υπό του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 κολαζόμενο ποινικό αδίκημα και ως εκ τούτου αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ για την οποία ευθύνονται εις ολόκληρον σε αποζημίωση τόσο το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας όσο και το καταστατικό της όργανο, ήτοι ο διαχειριστής και εκπρόσωπος της δεύτερος εναγόμενος.

Εξάλλου η εκ μέρους του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ήτοι ότι έχουν μεγάλους τζίρους στα ιχθυοτροφεία τους και ότι είναι οικονομικά φερέγγυοι ενώ στη πραγματικότητα ήταν κατάχρεοι με αποτέλεσμα να πείσουν τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσα να πουλήσει και να παραδώσει εμπορεύματα με πίστωση στην ανώνυμη εταιρεία και να δεχθεί προς εξόφλησή της τις προαναφερόμενες επιταγές, ενώ εάν αυτός γνώριζε την πραγματική οικονομική κατάσταση τους ουδέποτε θα προέβαινε στην κατάρτισης των συμβάσεων πωλήσεων, συνιστά την ποινικά κολάσιμη πράξη της απάτης (άρθρο 386 ΠΚ) και συνεπώς και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ (σε συνδυασμό και με τα άρθρα 147 και 149 ΑΚ).

Κατά τον τρόπο αυτό οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων με τις ποινικά κολάσιμες πράξεις τους οι οποίες συνιστούν και αδικοπραξία, αφενός μεν της απάτης αμφότεροι και της έκδοσης των ως άνω ακάλυπτων επιταγών εκ μέρους του δεύτερου εξ' αυτών, ως νόμιμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας προξένησαν στην ενάγουσα ζημία ισόποση με το ποσό των ως άνω επιταγών, ήτοι 68.207 Ευρώ, την οποία πρέπει να υποχρεωθούν να αποκαταστήσουν.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν οι ποινικά κολάσιμες πράξεις της απάτης και της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κρίνει ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, συνισταμένη στην απώλεια της εμπορικής της φήμης και αξιοπιστίας, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί το ποσό των 3000 Ευρώ, που κρίνεται εύλογο με βάση το βαθμό πταίσματος, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, της έκτασης της βλάβης και της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών".

Η ανέλεγκτη αναιρετικώς περί των πραγμάτων αυτών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας διαλαμβάνει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες περί της άδικης και υπαίτιας συμπεριφοράς των ήδη αναιρεσειόντων, συνισταμένης στην ψευδή παράσταση της οικονομικής καταστάσεως της εκπροσωπούμενης από τον πρώτο τούτων ανώνυμης εταιρίας, της οποίας ο δεύτερος υπήρξε αντιπρόεδρος του διοικητικού αυτής συμβουλίου, τελούντες σε γνώση της αναληθείας της, συνέπεια της οποίας πείσθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης να πωλήσει και να παραδώσει εμπορεύματα με πίστωση και να δεχθεί προς εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος τις αναφερόμενες τραπεζικές επιταγές, για τις οποίες κατά τον χρόνο εκδόσεως και της πληρωμής τους δεν υπήρχαν διαθέσιμα τα απαιτούμενα προς τούτο χρηματικά κεφάλαια στον τηρούμενο στην πληρώτρια τράπεζα λογαριασμό.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν αδικοπραξία, με την μορφή της ποινικής κολάσιμης πράξεως της απάτης (ΠΚ 386), από την οποία η αναιρεσίβλητη υπέστη θετική ζημία, κατά τις παραδοχές πάντοτε της ελεγχόμενης αποφάσεως, ισόποση προς το πιστωθέν τίμημα των πωληθέντων πραγμάτων, και με την έννοια αυτή κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων θετικά αξιολόγησε από νομική άποψη την αποδιδόμενη στους ήδη αναιρεσείοντες άδικη και υπαίτια πράξη, με την μορφή της απάτης.

Επομένως οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως ελέγχονται σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι. Όμοια αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμος και ο τρίτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με προβαλλόμενη δι' αυτού, κατ' εκτίμηση, αναιρετική αιτίαση εκείνη της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 (Κ.Πολ.Δ 559 αρ. 1), με την έννοια της κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως παραδοχή της αποφάσεως ότι η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται, ως εξ αναγωγής κομίστρια των επιταγών, ως ερειδόμενος προεχόντως επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως.

Ειδικότερα, και υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3472/2006, ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, είχε αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (Α ΟλΑΠ 23/2007).

ΙΙ. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 71 ΑΚ το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων του, τα οποία αντιπροσωπεύουν αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 65, 67 και 68 ΑΚ και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί, και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως για τον πράξαντα ή τον παραλείψαντα, που ευθύνεται και αυτός σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο.

Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρία και την εταιρία περιορισμένης ευθύνης ο νόμιμος αυτών εκπρόσωπος δεν έχει μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη του από αδικοπραξία κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Η αρχή, δηλαδή, της μη ευθύνης του διαχειριστή δεν ισχύει, όταν υπάρχει ευθύνη αυτού από αδικοπραξία, κατά τις γενικές αρχές, οπότε θεμελιώνεται και ιδιαίτερη αυτού ευθύνη.

Έτσι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από τον εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρίας στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει κατά πρώτο λόγο, τον εκδότη της επιταγής, που τελούσε σε γνώση της ανεπάρκειας των διαθέσιμων κεφαλαίων, και κατά δεύτερο λόγο το ίδιο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας.

Τέλος, ο κομιστής της επιταγής μπορεί, μαζί με την αγωγή από το αδίκημα, να σωρεύσει και αίτημα προσωπικής κρατήσεως του εκδότη για την εκτέλεση της αξιώσεως από το αδίκημα. Το αίτημα για την απαγγελία της προσωπικής κρατήσεως είναι νόμιμο και όσον αφορά το νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρίας, εφόσον αυτός διέπραξε το αδίκημα, δηλαδή το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, το οποίο εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή εν γνώσει της ανεπάρκειας της καλύψεως, καθόσον, η εξαίρεση της παρ. 3 του άρθρου 2047 Κ.Πολ.Δ, αναφέρεται μόνο στην απαγόρευση της προσωπικής κρατήσεως των εκπροσώπων ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης για χρέη εμπορικά ή από δικαιοπραξία, που βαρύνουν μόνο το νομικό πρόσωπο και όχι για χρέη από αδικοπραξία στα πλαίσια των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί.

Επομένως, κατ' ορθή εφαρμογή των παραπάνω αναφερόμενων διατάξεων, διατάχθηκε η προσωπική κράτηση του πρώτου των αναιρεσειόντων, ενεχομένου από αδικοπραξία, ως εκδότου των επιταγών με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας, χωρίς να ασκεί νομική επιρροή ο διατυπούμενος ισχυρισμός περί πτωχεύσεως της εταιρείας με την 5/2004 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, ο οποίος δεν προβλήθηκε και αντίστοιχη παραδοχή η οποία δεν διαλαμβάνεται στις αιτιολογίες της ελεγχόμενης αποφάσεως.

Επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα τέταρτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με αναφορά, κατ' εκτίμηση στο άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια της παραβάσεως του άρθρου 530 ΕμπΝ, ελέγχεται ως αβάσιμος. Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμος, και ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με επικαλούμενη παράβαση των αυτών διατάξεων, ως ερειδόμενος επί της αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως ότι η παραδοχή του αιτήματος προσωπικής κρατήσεως του δεύτερου των αναιρεσειόντων θεμελιώνεται κατά την απεύθυνσή της κατά του τελευταίου στην αδικοπραξία του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, αντί εκείνης του άρθρου 914 ΑΚ, με την μορφή της θετικώς ποινικώς αξιολογούμενης της απάτης, στην οποία, κατά τις παραδοχές της ελεγχόμενης αποφάσεως, στηρίχθηκε.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 25/18-5-2007 αίτηση για αναίρεση της 344/10-10-2006 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ