Legislator Case Law & Legislation
840/2008 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against tax deduction from auction proceeds regarding duplicate certificate fees.

Case Number 840/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the partial appeal against the Larissa Court of Appeal's decision regarding the deduction of execution costs from auction proceeds. The State argued that fees for issuing duplicate copies of the ranking table constituted necessary execution expenses, while the notary contested this classification. The Court ruled that such administrative fees do not qualify as execution expenses under the Civil Procedure Code and must be borne by the notary, thereby overturning the lower court's judgment on this specific point.

Legislator headnote

AI generated

Articles 932, 971, 975, 979 of the Civil Procedure Code; Execution expenses deducted from auction proceeds strictly cover costs for the conduct of the enforcement procedure, excluding administrative fees for issuing duplicate copies of the ranking table.

Keywords

AI generated
execution expenses auction proceeds ranking table duplicate copies Civil Procedure Code partial appeal notary fees

Cited Legislation

AI generated
Articles 932, 971, 975, 979 of the Civil Procedure Code
Article 979 of the Civil Procedure Code
Article 559 No. 1 of the Civil Procedure Code
Article 589 No. 3 of the Civil Procedure Code
Article 580 No. 3 of the Civil Procedure Code
Articles 183 and 176 of the Civil Procedure Code
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 756/2001 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 840 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 840/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τους Προϊσταμένους της ΔΟΥ .... και του Τελωνείου ..., κατοίκους ...... Ν. Μαγνησίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Ευγενία Βελώνη πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Βούλγαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 565/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 8-12-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 24-1-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 565/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, εφόσον για το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής, εκδόθηκε και κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού η με αριθμ. 196/2006 θετική γνωμοδότηση του αρμοδίου Β' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 ν. 2298/1995 όπως αντικ. με το άρθρο 28 παρ. 3 ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999).

Από τις διατάξεις των άρθρων 932, 971 και 975 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε με τον πλειστηριασμό αναγκαστικώς κατασχεμένων ακινήτων, προαφαιρούνται, προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, όλα τα έξοδα εκτελέσεως. Στα τελευταία, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, περιλαμβάνονται οι δαπάνες που γίνονται για την εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος όλων των δανειστών και αφορούν την προδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, την κατάσχεση, τη συντήρηση του κατασχεθέντος, τον πλειστηριασμό και την κατάταξη ήτοι όλες τις δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη διεξαγωγή της όλης εκτελεστικής διαδικασίας.

Περαιτέρω, το άρθρο 979 παρ. 1 ΚΠολΔ επιβάλλει τη γνωστοποίηση του πίνακα κατάταξης. Προς τούτο καλούνται με έγγραφα από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο ο επισπεύδων, ο καθ' ου η εκτέλεση και οι αναγγελθέντες δανειστές να λάβουν γνώση του συνταγέντος πίνακα, μέσα σε τρεις ημέρες από τη σύνταξή του. Ο νόμος αρκείται σε απλή έγγραφη πρόσκληση προς τους ανωτέρω να λάβουν γνώση του πίνακα και δεν απαιτεί έγγραφη ανακοίνωση του περιεχομένου του πίνακα ούτε κοινοποίηση αντιγράφου αυτού.

Αν ο Συμβολαιογράφος, αντί να κοινοποιήσει προς τους ανωτέρω έγγραφη πρόσκληση για να λάβουν γνώση του πίνακα, εκδώσει, προκειμένου να χορηγήσει σ' αυτούς, αντίγραφα του συνταγέντος πίνακα, δεν δικαιούται να εισπράξει δικαιώματα για την έκδοση των αντιγράφων αυτών, εφόσον κατά το νόμο δεν απαιτείτο η έκδοση αυτών, σε περίπτωση δε που από υπερβάλλουσα πρόνοια του Συμβολαιογράφου εκδοθούν αντίγραφα του πίνακα, η σχετική δαπάνη δεν βαρύνει το πλειστηρίασμα, διότι δεν έγιναν για το κοινό συμφέρον όλων των δανειστών αλλά μόνον για το συμφέρον εκείνων που τα λαμβάνουν, με αποτέλεσμα να μην εμπίπτουν στην κατά τις ανωτέρω διατάξεις έννοια των εξόδων εκτελέσεως.

Τέλος, αν η ανακοπή κατά πίνακα κατατάξεως (αρθρ. 979 ΚΠολΔ) ευδοκιμήσει, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής ο οποίος δεν άσκησε ανακοπή, έστω και αν έχει μείζον προνόμιο κατατάξεως. Το αυτό θα ισχύει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην περίπτωση που η ανακοπή πλήττει τον πίνακα για τα έξοδα εκτελέσεως, παρά το ότι δεν γίνεται κατάταξη γι` αυτά (ΑΠ 756/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την πληττόμενη απόφασή του, προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε, μετά από έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, επί ανακοπής του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά του πίνακα κατατάξεως 6415/2000 της αναιρεσίβλητης Συμβολαιογράφου Αλμυρού Ψ1, διώκουσας κατά τον τρίτο λόγο αυτής, τη μεταρρύθμιση του πίνακα όσον αφορά τα έξοδα της εκτελέσεως για ποσό συνολικά 1.700.956 δραχμών, την αποβολή της από τον πίνακα και την κατάταξή του κατά το ποσό των 1.605.556 δραχμών.

Σύμφωνα με τις παραδοχές του εφετείου, θεωρήθηκαν ως έξοδα εκτελέσεως και προαφαιρέθηκαν από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα από την ανωτέρω αναιρεσίβλητη Συμβολαιογράφο, ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, και ποσό 1.616.320 δραχμών που αποτελεί την αμοιβή της για τη έκδοση δεκαέξι αντιγράφων του συνταγέντα πίνακα κατάταξης, απορριφθέντος ακολούθως, μετ' εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσης πρωτόδικης απόφασης, του σχετικού λόγου της ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά το μέρος του που αφορούσε την αμοιβή της για την έκδοση των ανωτέρω αντιγράφων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 975 παρ. 1 εδαφ. β' ΚΠολΔ, δεχόμενο ως νόμιμα έξοδα εκτελέσεως που προαφαιρούνται από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα και εκείνα που αφορούν την έκδοση αντιγράφων του πίνακα για τη χορήγησή τους στους αναγγελθέντες δανειστές.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε, σύμφωνα με το άρθρο 589 παρ.3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Τέλος, και όσον αφορά τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να καταδικασθεί σ`αυτήν, ως ηττηθείσα, η αναιρεσίβλητη Ψ1, κατά τα άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ, μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ`αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν.1738/1987, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 565/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη Ψ1 στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17-4-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ