Legislator Case Law & Legislation
83/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's debt offsetting guarantor, remanding case for retrial.

Case Number 83/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a bank's offsetting of a guarantor's debt. The appellants argued that the bank's actions constituted abuse of right and unjust enrichment, claiming the guarantor was unaware of the offsetting procedure. The court found the first ground of appeal valid, ruling that the bank's conduct was not abusive under the circumstances. Consequently, the appeal was granted, the case was remanded for retrial before a different panel, and the appellants were ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a bank's offsetting of a guarantor's debt without prior notification does not constitute abuse of right if the guarantor was not legally notified of the transfer of claims, thereby allowing the appeal to proceed.

Keywords

AI generated
abuse of right unjust enrichment guarantor liability debt offsetting Code of Civil Procedure remand for retrial legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 83 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 83/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Μ., 2) Η. Μ. του Ν., 3) Μ. Μ. του Ν. και 4) Ε. Μ. του Σ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Μαρία Πλάνη και Αναστάσιο Ταμαμίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2833/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4171/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 31-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 4171/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Οι αναιρεσίβλητοι με την από 18-10-2016 αγωγή τους κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα ...

Ergasias Α.Ε." ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος εξ αυτών, που ήταν εγγυητής στην από 20-3-1993 υπ' αριθ. 192 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρίας "..." (μετέπειτα μετονομασθείσας σε "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και των αναφερόμενων στην αγωγή αυξητικών πρόσθετων συμβάσεων μέχρι του ποσού του 1.467.351,43 ευρώ, είχε καταρτίσει με την δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας τράπεζα προφορική συμφωνία άφεσης χρέους βάσει της οποίας απαλλάχθηκε από την εγγυητική του ευθύνη και, παρόλα αυτά, την 8-8-2013 η δικαιοπάροχός της τράπεζα προέβη, μετά την από 30-5-2013 καταγγελία της σύμβασης και το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, σε συμψηφισμό της απαίτησής της από το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού με το υπόλοιπο των αναφερομένων σ' αυτήν τραπεζικών λογαριασμών του (του πρώτου αναιρεσίβλητου) με συνδικαιούχους του λοιπούς.

Περαιτέρω ισχυρίσθηκαν ότι η ενέργεια αυτή της τράπεζας ήταν παράνομη λόγω της προηγηθείσας άφεσης χρέους, άλλως επικουρικά λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και ζήτησαν (μετά από τροπή των καταψηφιστικών αιτημάτων σε αναγνωριστικά) να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της εγγυητικής ευθύνης του πρώτου αναιρεσίβλητου, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη/αναιρεσείουσα τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει εις ολόκληρον στον πρώτο και την τέταρτη των εναγόντων/αναιρεσιβλήτων τα ποσά των 2.205,22 ευρώ, 54.657,58 ευρώ και 1.585,05 ευρώ, στον πρώτο ενάγοντα/αναιρεσίβλητο το ποσό των 23,30 ευρώ και εις ολόκληρον στους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των εναγόντων/αναιρεσιβλήτων το ποσό των 418.749,67 ευρώ, καθώς επίσης να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την επικαλούμενη αδικοπραξία της εναγομένης τράπεζας, στον πρώτο ενάγοντα/αναιρεσίβλητο το ποσό των 50.000 ευρώ και σε καθένα των λοιπών το ποσό των 30.000 ευρώ.

Εκδόθηκε η υπ'αριθ. 2833/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Κατ'αυτής ασκήθηκε η από 26-2-2019 έφεση των ηττηθέντων εναγόντων, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία έγινε τύποις και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι η συμπεριφορά της τράπεζας ήταν καταχρηστική, γιατί είχε δημιουργήσει στον πρώτο αναιρεσίβλητο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμά της από την εγγυητική ευθύνη του και έτσι αναγνώρισε ότι υποχρεούται να καταβάλει εις ολόκληρον στον πρώτο και την τέταρτη των αναιρεσιβλήτων τα ποσά των 2.205,22 ευρώ, 54.657,58 ευρώ και 1.585,05 ευρώ, στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 23,30 ευρώ και εις ολόκληρον στους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσίβλητων το ποσό των 418.749,67 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθώς επίσης ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπραξία της εναγομένης/αναιρεσείουσας τράπεζας στους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 2.500 ευρώ σε έκαστο και στην τέταρτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 1.000 ευρώ.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 29-4-2021, όπως προκύπτει από την επ' αυτής επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Μ. Μ. και η αναίρεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου στις 31-5-2021 ήτοι εντός 30 ημερών από την επομένη της επιδόσεως της αποφάσεως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 §1 ΚΠολΔ), αφού η τελευταία ημέρα της εν λόγω προθεσμίας ήταν Σάββατο και η επόμενη αυτής Κυριακή.

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι καταβλήθηκε το υπ' αριθ. 37913561095107270089/2021 παράβολο των 450 ευρώ (άρθ. 495 § 3Βδ ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΟλΑΠ 27/1998).

Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου (ΑΠ 2007/2009).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διότι υπέπεσε στην πλημμέλεια που ιδρύει τον εκ του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και συγκεκριμένα για ευθεία παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361,436, 438, 847,848,851 ΑΚ και 47,64,67 του ν.δ/τος 17.7/13.8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επι ανωνύμων εταιρειών", 112 του ΕισΝΑΚ και 668 του ΕμπΝ.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αφού παραθέτει αυτολεξεί τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνει ότι η προσβαλλομένη απόφαση, που βάσισε την παραδοχή της περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος στην αδράνεια και την αντιφατική συμπεριφορά της τράπεζας κατά τα έτη 1997 έως 2013 (οπότε πλέον και καταγγέλθηκε η σύμβαση και προέκυψε το απαιτητό οριστικό κατάλοιπο), παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 47, 64 και 67 του ν.δ/τος 17.7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", 112 του ΕισΝΑΚ, 668 ΕμπΝ, 361, 436 και 438 του ΑΚ, 847, 848 και 851 ΑΚ, καθώς επίσης και εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, αφού δέχθηκε την ύπαρξη αδικοπραξίας και επεδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν υφίστατο καμία παράνομη συμπεριφορά της τράπεζας και άρα δεν υφίστατο ένα από τα κρίσιμα στοιχεία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, ήτοι η παράνομη πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε την ζημία.

Ετσι όπως διατυπώνεται ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι πλήρως ορισμένος, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους αναιρεσιβλήτους, αφού διαλαμβάνει τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ενώ εκθέτει και τις κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν. Ι. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 ΑΚ,112 ΕισΝΑΚ, 669 ΕμπΝ και 64-67 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση με την οποία συμφωνείται από τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις συναλλαγές τους δεν θα επιδιώκονται μεμονωμένα αλλά θα φέρονται σε κοινό λογαριασμό προς απόσβεσή τους κατά το μέρος που καλύπτονται, ώστε τελικώς το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο να αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών.

Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της συμβάσεως (112 § 2 ΕισΝΑΚ), το χαρακτήρα δε συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού των καλυπτόμενων επί μέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο.

Το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΚΠολΔ ή με επιβεβαιωτική σύμβαση ή με παροχή αποδεικτικού μέσου.

Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνο μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου (AΠ 97/2020, ΑΠ 1437/2014, ΑΠ 910/2010).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 ΑΚ, 47 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 και 112 ΕισΝΑΚ προκύπτει, ότι ο εγγυητής απαίτησης του δανειστή, για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη, του καταλοίπου, που θα προέλθει από την λειτουργία σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης, μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού, τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πίστωσης προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πίστωσης, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος, με την ιδιότητα του εγγυητή, στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρις, όμως, του ποσού της αρχικής σύμβασης ή και των προσθέτων, στην συνέχεια, όλων ή μερικών συμβάσεων, εφόσον και αυτές τις εγγυήθηκε, δηλαδή, αποδέχθηκε να ευθύνεται για την καταβολή μεγαλύτερου, κάθε φορά, χρεωστικού καταλοίπου σε βάρος του πρωτοφειλέτη, που προέρχεται από τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 254/2018, ΑΠ 1229/2007).

Η ευθύνη του εγγυητή, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της, θα καταστεί ενεργός, από τότε που θα κλείσει ο λογαριασμός και θα καταστεί απαιτητό το κατάλοιπο (ΑΠ 260/1998). Ο εγγυητής ευθύνεται για το προαναφερόμενο κατάλοιπο, έως το ποσό, βέβαια, της κύριας οφειλής, ακόμη και αν στον προμνημονευόμενο λογαριασμό εισήλθαν και παρέμειναν έως το οριστικό κλείσιμό του και μη ασφαλιζόμενες προηγουμένως με την εγγύησή του απαιτήσεις και είναι πιθανόν με τις καταβολές του πρωτοφειλέτη κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού να έχουν υπερκαλυφθεί οι ασφαλιζόμενες απαιτήσεις.

Τούτο δε διότι, ούτε η είσοδος και παραμονή μέχρι τέλους στο λογαριασμό μη αρχικώς ασφαλιζομένων με την εγγύηση απαιτήσεων, ούτε η τυχόν κατά τη λειτουργία του ισοσκέλιση του λογαριασμού, επηρεάζουν την ευθύνη του εγγυητή για το κατάλοιπο, εκτός αν η πιστώτρια τήρησε, κατά τη συμφωνία των μερών, χωριστό λογαριασμό για τις εγγυημένες απαιτήσεις και χωριστό για τις μη εγγυημένες, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για το οριστικό κατάλοιπο του λογαριασμού στον οποίο έχουν υπαχθεί οι καλυπτόμενες με την εγγύηση απαιτήσεις (ΑΠ 1790/2008, ΑΠ 1458/2006, ΑΠ 1434/1999).

ΙΙ. Κατά τη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 711/2017, ΑΠ 131/2015).

Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίσει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι δηλαδή ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 267/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αρ. 172/20.8.1993 έγγραφης σύμβασης, που καταρτίστηκε ανάμεσα στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "..." που μετέπειτα μετονομάσθηκε σε "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", (στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η εναγόμενη ως καθολική διάδοχος αυτής λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως) και την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 100.000.000 δραχμών, με βάση τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που συμπεριλήφθηκαν στην σύμβαση.

Το ποσό της πίστωσης αυξήθηκε διαδοχικά: α) στις 7.1.1994 κατά 150.000.000 δραχμές, β). στις 18.10.1994 κατά 250.000.000 δραχμές, γ). στις 2.12.1998 κατά 200.000.000 δραχμές, δ), στις 15.1.2002 κατά 700.000 ευρώ, ε). στις 27.2.2003 κατά 270.708 ευρώ, στ), στις 27.3.2003 κατά 1.500.000 ευρώ, ζ). στις 12.12.2003 κατά 1.475.000 ευρώ και η), στις 27.1.2004 κατά 3.000.000 ευρώ, ανερχόμενο έτσι σε 9.000.000 ευρώ.

Ο πρώτος ενάγων - εκκαλών όπως και ο Κ. Ψ. του Χ., συμβλήθηκε στην αρχική σύμβαση και τις δύο πρώτες αυξητικές και εγγυήθηκε εγγράφως και ανεπιφύλακτα, την καλή εκτέλεση της σύμβασης εκ μέρους της πιστούχου μέχρι του ποσού των 500.000.000 δραχμών ή 1.467.351,43 ευρώ πλέον τόκων, εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων, ενεχόμενος και ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος του ευεργετήματος της διζήσεως καθώς και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 858, 863, 864, 866, 867 και 868 ΑΚ.

Για την εξυπηρέτηση της πίστωσης ανοίχθηκαν και τηρήθηκαν στην εναγομένη επ' ονόματι της πιστούχου εταιρίας, μεταξύ άλλων, οι υπ' αρ. 0026.0025.0300106698,0026.0025.0300105778, 0026.0025.0300115397 και 0026.00250300012380 τέσσερις ανοικτοί αλληλόχρεοι λογαριασμοί, το δε χρεωστικό εις βάρος της λογιστικό υπόλοιπο των υπ' αρ. 0026.00250300106698, 0026.0025.0300105778 και 0026.0025. 0300012380 λογαριασμών ανερχόταν στις 2.7.2012 στο ποσό των 796.695,16, 406.813,33 και 48.415,03 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία αναγνώρισε ανεπιφύλακτα η πιστούχος με τις τρεις από 2.7.2012 επιστολές της προς την εναγόμενη.

Εν συνεχεία, την 3.4.2013, οπότε το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου των υπ' αρ. 0026.00251300106698,0026.0025.0300105778 και 0026.0025.0300115397 λογαριασμών ανήλθε στο ποσό των 796.695,16, 406.813,33 και 66.111,92 ευρώ, δηλαδή, συνολικά 1.269.620,41 ευρώ, η εναγόμενη προέβη στο μερικό οριστικό κλείσιμο της σύμβασης πίστωσης, μεταφέροντας το άνω υπόλοιπο σε αντίστοιχους λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης, ενώ την 16.4.2013 προέβη στο ολικό οριστικό κλείσιμο της σύμβασης και του τέταρτου υπ' αρ. 0026.0025.0300012380...

λογαριασμού και σε μεταφορά του χρεωστικού υπολοίπου αυτού ποσού 48.415,03 ευρώ σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, με την συνολική οφειλή να ανέρχεται σε 1.866.867,80 ευρώ. Το κλείσιμο αυτό η εναγομένη κοινοποίησε την 4.6.2013 στην πρωτοφειλέτρια εταιρία και τους εγγυητές (πρώτο ενάγοντα και Κ. Ψ.) καλώντας τους να εξοφλήσουν την οφειλή με βάση το όριο ευθύνης του καθενός, που για τον πρώτο ενάγοντα ήταν το ποσό των 1.467.351,43 ευρώ.

Αρχές δε Αυγούστου, η εναγομένη τράπεζα προέβη στη δέσμευση των εξής πέντε λογαριασμών που τηρούσε ο πρώτος ενάγων σ' αυτήν και συγκεκριμένα: α). του υπ' αρ. ... λογαριασμού ταμιευτηρίου, με συνδικαιούχους τον πρώτο ενάγοντα και την τέταρτη ενάγουσα, β). του υπ' αρ. ... λογαριασμού ταμιευτηρίου του πρώτου ενάγοντος, γ) του υπ' αρ. ...

λογαριασμού όψεως, με συνδικαιούχους τον πρώτο ενάγοντα και την τέταρτη ενάγουσα, δ), του υπ' αρ. ... λογαριασμού όψεως, με συνδικαιούχους τον πρώτο, τον δεύτερο και τον τρίτο των εναγόντων και ε). του υπ' αρ. ... τρεχούμενου λογαριασμού, με συνδικαιούχους τον πρώτο ενάγοντα και την τέταρτη ενάγουσα. Ακολούθως, την 11.9.2013 η εναγομένη προέβη σε συμψηφισμό της ανταπαίτησής της από το οριστικό κλείσιμο της άνω σύμβασης πίστωσης, καθ' ο μέρος αλληλοκαλυπτόταν με την απαίτηση του πρώτου ενάγοντος να του αποδώσει το χρηματικό υπόλοιπο των τραπεζικών λογαριασμών, που ανερχόταν σε 2.205, 22 ευρώ, 23,30 ευρώ, 54.657,58 ευρώ, 418.749,67 ευρώ και 1.585.05 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά σε 477.220.82 ευρώ.

Οι ενάγοντες με την αγωγή τους ισχυρίζονται ότι μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και της εναγομένης, καταρτίστηκε άτυπη (προφορική) σύμβαση άφεσης χρέους, με την οποία ο πρώτος ενάγων απηλλάγη από την εγγυητική του ευθύνη και ότι σε κάθε περίπτωση η ενέργεια της εναγόμενης να δεσμεύσει τους λογαριασμούς στα πλαίσια ικανοποίησης της αξίωσής της εκ της σύμβασης εγγυήσεως, είναι καταχρηστική, αντίθετη προς την καλή πίστη και τον κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ και άρα παράνομη, δεδομένου ότι με τη συμπεριφορά της επί δέκα έξι περίπου χρόνια είχε δημιουργήσει την πεποίθηση στον πρώτο ενάγοντα ότι δεν θα επιδιώξει να ικανοποιηθεί για την αξίωσή της από τον ίδιο με βάση την σύμβαση εγγύησης.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η συμπεριφορά της εναγομένης όλα τα έτη από το 1997 έως το 2013 που κατήγγειλε την σύμβαση, καθιστά πράγματι την δέσμευση των λογαριασμών του πρώτου ενάγοντος, στα πλαίσια ικανοποίησης της αξίωσής της εκ της σύμβασης εγγύησης, καταχρηστική, αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.

Ειδικότερα, με τη συμπεριφορά της δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση στον πρώτο ενάγοντα ότι δεν θα κινηθεί εναντίον του εκ της σύμβασης εγγύησης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτριας από τη σύμβαση πίστωσης και για το λόγο αυτό με την δέσμευση των τραπεζικών καταθέσεων του ιδίου και της οικογένειας του δημιούργησε σ' αυτόν ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες και έντονη εντύπωση αδικίας σε βάρος του.

Πολλά είναι τα στοιχεία που καταδεικνύουν την καταχρηστική αυτή άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης. Ειδικότερα, από το 1997 και μετά σε κανένα έγγραφο δεν έχει τεθεί η υπογραφή του πρώτου ενάγοντος ως εγγυητή της οφειλής της παραπάνω σύμβασης, ούτε του ζητήθηκε αυτό από την τράπεζα. Καμία ειδοποίηση προς τον πρώτο ενάγοντα δεν έχει αποστείλει η εναγομένη σχετικά με την εγγύηση, την εξέλιξη της σύμβασης ή το ύψος της οφειλής.

Ούτε στις ετήσιες επιστολές ανανέωσης ορίων η εναγομένη μνημόνευε την εγγύηση του πρώτου ενάγοντος. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι την 23.2.2009 η εναγομένη τιτλοποίησε και μεταβίβασε την απαίτησή της εκ της σύμβασης πίστωσης στην εταιρία "...", η δε σχετική σύμβαση καταχωρήθηκε την 23.2.2009 στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών.

Παράλληλα, ανατέθηκε η διαχείριση της απαίτησης από την άνω σύμβαση πίστωσης στην εναγομένη, η δε σύμβαση αυτή ομοίως καταχωρήθηκε την 23.2.2009 στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο 4 με αα 54. Σύμφωνα με την ΥΑ 161/2003 του Υπουργού Δικαιοσύνης, στην περίληψη της καταχώρισης της σύμβασης πρέπει να αναφέρονται τα ονόματα των τυχόν εγγυητών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις.

Στις ανωτέρω περιλήψεις εν τούτοις, η εναγομένη δεν έκανε μνεία της εγγύησης του πρώτου ενάγοντος σχετικά με την απαίτησή της από την επίδικη σύμβαση πίστωσης. Ούτε αναγράφεται τέτοια καταχώρηση στην εκτύπωση ενημέρωσης του δημοσίου βιβλίου εκχωρημένων απαιτήσεων του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών. Την τιτλοποίηση και μεταβίβαση της άνω απαίτησης, δεν γνωστοποίησε στον πρώτο ενάγοντα.

Χαρακτηριστικό επίσης είναι το γεγονός, ότι η εναγομένη όλο αυτό το διάστημα, δανειοδότησε τον πρώτο ενάγοντα, χωρίς στις σχετικές αξιολογήσεις της πιστοληπτικής του κατάστασης να προκύπτει η εγγύησή του επί μίας τόσο υψηλής οφειλής. Έτσι, την 10.12.2004 τον δανειοδότησε με το ποσό των 60.000 ευρώ, χωρίς στη σχετική εισήγηση να αναφέρεται η υποχρέωσή του από την επίδικη εγγύηση.

Πέραν τούτου, δυνάμει της υπ' αρ. ... σύμβασης δανείου, μετά την καταγγελία της επίδικής σύμβασης και λίγες μέρες πριν την επίδοση της καταγγελίας αυτής στον πρώτο ενάγοντα, του χορήγησε στα πλαίσια του προγράμματος "Εξοικονόμηση κατ'οίκον" δάνειο ποσού 5.174 ευρώ. Σύμφωνα με τον όρο 2.3 της σύμβασης, η εκταμίευση θα ελάμβανε χώρα αφού θα προηγείτο έλεγχος του δανειολήπτη στο Ν. 3 869/ 2010 και δεν προκύψουν νεότερα δυσμενή δεδομένα.

Στην σχετική αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας, κατ' εφαρμογή του όρου 5.3 της ΚΥΑ ΦΒ1/2.1/5332/238 (ΦΕΚ 675/7.3.2012 τ. Β') και πάλι δεν αναφέρεται η πολύ σοβαρή οφειλή εκ της εγγύησης. Ομοίως, ενώ είχε καταχωρίσει στον Τειρεσία όλες τις δανειακές υποχρεώσεις του πρώτου ενάγοντος, εντούτοις δεν είχε καταχωρήσει την επίδικη εγγύηση έως του ποσού των 1.467.341,43 ευρώ (μέχρι την έκδοση διαταγής πληρωμής για αυτήν την αιτία, μετά την κοινοποίηση της καταγγελίας).

Άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο που καταδεικνύει ότι η εναγομένη δεν υπολόγιζε στην εγγυητική ευθύνη του πρώτου ενάγοντας -μέχρι το χρόνο της καταγγελίας, είναι το γεγονός ότι στην από 28.4.2011 συμφωνία συνδιαλλαγής που συνομολογήθηκε μεταξύ της πιστούχου πρωτοφειλέτριας εταιρίας και των δανειστών της (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εναγομένη), δεν γίνεται μνεία της ύπαρξης προσωπικών εγγυήσεων υπέρ της τελευταίας.

Η συμφωνία αυτή δεν επικυρώθηκε από το Δικαστήριο. Η εγγύηση αυτή αναφέρεται για πρώτη φορά στην από 31.3.2015 νέα συμφωνία εξυγίανσης, την οποία επιπροσθέτως αναγνωρίζει ως ισχυρή ο έτερος εγγυητής Κ. Ψ.. Η αναγνώριση της εγγύησης εκ μέρους του Κ. Ψ., πέραν των όποιων δικών του επιχειρηματικών συμφερόντων μπορεί να εξυπηρετεί, δεδομένου ότι ο ίδιος ήταν εκ τρίτου συμβαλλόμενος στην συμφωνία, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ουδέν αναγράφηκε για την εγγύηση αυτή στην πρώτη συμφωνία συνδιαλλαγής, το 2011, πριν την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης και το κλείσιμο του λογαριασμού και πριν την έναρξη της αντιδικίας της τράπεζας με τον πρώτο ενάγοντα.

Ενδεικτικό της αντιφατικής συμπεριφοράς των υπαλλήλων της εναγόμενης και της διστακτικότητας που έδειξαν περί του πώς πρέπει να χειριστούν το θέμα της εγγυητικής ευθύνης του πρώτου ενάγοντος, είναι ότι αρχικά δεσμεύτηκε και ο υπ' αρ. 4/42883 λογαριασμός κινητών αξιών του πρώτου ενάγοντος, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την εν μέρει ικανοποίηση της απαίτησης της εναγόμενης, εν συνεχεία όμως το χαρτοφυλάκιό του αποδεσμεύτηκε και εγκρίθηκε η μεταφορά του στην εταιρία "...".

Ομοίως οι υπάλληλοί της αποδέσμευσαν τον αρχικά δεσμευμένο υπ'αρ. ... καταθετικό λογαριασμό, από τον οποίο εξυπηρετείτο η άνω αναφερόμενη υπ' αρ. ... σύμβαση δανείου. Επίσης, πριν την δέσμευση των επίδικων ποσών που η εναγομένη συμψήφισε με την απαίτησή της εκ της εγγύησης, επέτρεψε δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, την μεταφορά σημαντικού ποσού, τουλάχιστον 225.000 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένο στους λογαριασμούς του πρώτου ενάγοντος, σε άλλη τράπεζα.

Ενδεικτικό επίσης της διάθεσης της εναγομένης για την αποσύνδεση της οφειλής εκ της σύμβασης πίστωσης από την εγγύηση του πρώτου ενάγοντος, είναι, (πέραν του ότι για περίπου 16 έτη ουδέποτε τον ενημέρωσε σχετικά με τις απαιτήσεις της εκ του άνω αλληλόχρεου λογαριασμού), ότι εισήγαγε σε αυτόν και απαιτήσεις της από δάνεια και εγγυητικές επιστολές που δεν είχαν σχέση με την σύμβαση πίστωσης που ο πρώτος εναγών είχε εγγυηθεί και άρα δεν ευθυνόταν για αυτές.

Ειδικότερα, στις κινήσεις των αλληλόχρεων λογαριασμών εισήχθησαν απαιτήσεις από δάνεια ή προμήθειες εγγυητικών επιστολών, που συνδέονταν με την από 10.2.1997 αίτηση της πιστούχου εταιρίας προς έκδοση εγγυητικής επιστολής προς την εταιρία ..., ..., ποσού JPY 220.000.000, με την από 7.6.1999 αίτηση της πιστούχου εταιρίας προς έκδοση εγγυητικής επιστολής προς την εταιρία ... (...) SA, ποσού 700.000.000 δραχμών, με την από 29.7.1999 αίτηση της πιστούχου εταιρίας προς έκδοση εγγυητικής επιστολής προς την εταιρία ..., ποσού DM 172.000 με την από 6.10.1999 αίτησή της πιστούχου εταιρίας προς έκδοση εγγυητικής επιστολής προς την εταιρία ...

ποσού DM 38.880, με τις από 23.5.2000 και 18.6.2012 αιτήσεις της πιστούχου εταιρίας προς έκδοση εγγυητικών επιστολών προς τις εταιρίες ...., ... ΕΠΕ και ... Α.Ε. αντίστοιχα, ποσών SFr 210.000, 195.544,15 και 64.759,17 αντίστοιχα, με τις από 7.4.1999 και 29.2.2000 αιτήσεις προς έκδοση εγγυητικών επιστολών προς τις εταιρίες ... και ... αντίστοιχα. Επίσης, δια του υπ' αρ. 600263010104 αλληλόχρεου λογαριασμού της σύμβασης πίστωσης, που άλλαξε την 10.2.1998 σε 820913010128, εξοφλήθηκαν απαιτήσεις της ...

Luxembourg απορρέουσες από αυτοτελείς συμβάσεις δανείου, συγκεκριμένα την 11.9.1997 έγινε ανάληψη για εξόφληση JPY 50007974 119.274.019 δραχμών, την 11.9.1997 έγινε ανάληψη για εξόφληση JPY 71011322 169.369.104 δραχμών, την 21.4.1998 έγινε ανάληψη για εξόφληση δανείου BBDL 208.118.387 δραχμών. Επίσης, συνδέθηκε χρηματοδότηση ποσού 78.867.463 JPY που χορηγήθηκε από την θυγατρική της εναγομένης εταιρία ... (Luxembourg) SA, μέσω του αλληλόχρεου λογαριασμού της σύμβασης πίστωσης που εγγυήθηκε ο πρώτος ενάγων εξοφλήθηκαν απαιτήσεις της εναγομένης απορρέουσες από την υπ' αρ. 720/28.4.1999 σύμβαση δανείου με οφειλέτες την εταιρία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." και την πιστούχο εταιρία, οι οποίες ενεργούσαν ατομικά και ως μέλη της κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", μέσω του λογαριασμού εξοφλήθηκαν απαιτήσεις της θυγατρικής εταιρίας της εναγομένης "... ...

Leasing" απορρέουσες από σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, χρεώθηκαν απαιτήσεις από την υπ' αρ. 1629/12.3.2009 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με την οποία χορηγήθηκε στην πιστούχο το ποσό των 400.000 ευρώ την 19.4.2010, χρεώθηκαν και εξοφλήθηκαν απαιτήσεις από την από 23.3.2006 σύμβαση κάλυψης κοινού ομολογιακού δανείου και διορισμού πληρεξουσίου καταβολών και εκπροσώπου των ομολογιούχων που συνομολογήθηκε μεταξύ της εναγομένης και της θυγατρικής της πιστούχου ....

Kαι ναι μεν όλες αυτές οι συμβάσεις συνδέθηκαν με τον αλληλόχρεο με την συναίνεση της πιστούχου, όχι όμως και του πρώτου ενάγοντος υπό την ιδιότητα του εγγυητή. Η εναγόμενη ισχυρίζεται, σχετικά με τις παραπάνω χρεώσεις, ότι με βάση τον όρο 1 της ένδικης σύμβασης πίστωσης, είχε η ίδια το δικαίωμα να χρεώσει τους λογαριασμούς της επίδικης πίστωσης με οποιοδήποτε ποσό ανεξάρτητα από την αιτία και το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης από την οποία προέρχεται αυτό.

Συμπληρώνει επίσης ότι ο εγγυητής, σύμφωνα με τον όρο 16 της σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι δεσμεύεται από κάθε μελλοντική αναγνώριση της οφειλής εκ μέρους της πιστούχου, η δε τελευταία αναγνώρισε ανεπιφύλακτα το χρεωστικό υπόλοιπο των λογαριασμών της πίστωσης το 2012 πριν την καταγγελία. Οι ισχυρισμοί αυτοί κρίνονται αβάσιμοι.

Ο όρος 11 της σύμβασης, συνδυάζεται με τον επόμενο όρο 12, όπου αναφέρεται ότι φόροι, τέλη, εισφορές και οποιοσδήποτε φύσεις επιβαρύνσεις που επιβάλλονται επί του κεφαλαίου, των τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων της πίστωσης ή έχουν οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα σύμβαση βαρύνουν την πιστούχο στην οποία και επιρρίπτονται, Από το συνδυασμό των όρων αυτών, προκύπτει ότι η οφειλή που καλύπτεται από την εγγύηση περιλαμβάνει χρεώσεις από κάθε αιτία που συνδέεται όμως με την επίδικη υπ'αρ. 172/1993 σύμβαση πίστωσης και όχι μεταγενέστερες άσχετες συμβάσεις, τις οποίες δεν έχει εγγυηθεί ο πρώτος ενάγων.

Για τον ίδιο λόγο, οι αναγνωρίσεις της οφειλής εκ μέρους της πιστούχου, τον δεσμεύουν εφόσον συνδέονται με την επίδικη πίστωση και όχι με άλλες, τις οποίες αυτός δεν εγγυήθηκε....Η εναγομένη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες δεν αρνήθηκαν κατά το χρόνο επίδοσης της καταγγελίας την εγγυητική ευθύνη του πρώτου ενάγοντος σχετικά με την επίδικη σύμβαση, ότι η τέταρτη των εναγόντων επικοινώνησε με την τράπεζα ενδιαφερόμενη μόνο για το πώς θα πληρωνόταν η πιστωτική κάρτα και ότι με την από 29.8.2013 εξώδικη διαμαρτυρία τους ομοίως δεν αμφισβήτησαν την εγγυητική ευθύνη του πρώτου εξ αυτών, ισχυριζόμενοι μόνο ότι τα κατατεθειμένα στους λογαριασμούς χρήματα ανήκαν στους υιούς του πρώτου ενάγοντος.

Ωστόσο η ερώτηση της ενάγουσας σχετικά με την πληρωμή του άλλου δανείου ουδόλως συνεπάγεται αποδοχή της εγγυητικής ευθύνης του πρώτου ενάγοντος για την επίδικη σύμβαση πίστωσης. Στο δε εξώδικο, παρά τα περί αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εναγόμενη, ρητά δηλώνεται η ανυπαρξία οποιασδήποτε οφειλής των εναγόντων σχετικά με την σύμβαση πίστωσης.

Και τούτο δεν αναιρείται από το γεγονός πως πράγματι τονίζεται ότι τα χρήματα ανήκουν στους υιούς του πρώτου ενάγοντος, από εισοδήματα από μερίσματα, πώληση ακινήτων, μισθώματα κλπ. Επίσης η εναγομένη, για να δικαιολογήσει την εκ μέρους των υπαλλήλων που ασχολούνταν με τις δανειοδοτήσεις του πρώτου ενάγοντος μη αναφορά και αξιολόγηση της υποχρέωσής του εκ της σύμβασης εγγύησης, καθώς και την διστακτικότητα και καθυστέρηση στην δέσμευση των λογαριασμών των εναγόντων, την μη έγκαιρη δέσμευση κάποιων κεφαλαίων, την αρχική δέσμευση και στη συνέχεια αποδέσμευση άλλων κλπ, ισχυρίζεται ότι η σύμβαση εγγύησης δεν ήταν απαραίτητα γνωστή στους υπαλλήλους της που ασχολούνταν με τις υποθέσεις του, ότι τα ηλεκτρονικά συστήματα της τράπεζας παρακολούθησης των πελατών της δεν είναι υποχρεωτικό ότι ενημερώνονται αυτόματα, καθώς και ότι υφίσταται καθυστέρηση μεταβίβασης του φακέλου της χρηματοδότησης στον τομέα οριστικής καθυστέρησης.

Η επικαλούμενη αυτή έλλειψη συντονισμού, ενημέρωσης και επικοινωνίας σε μία τράπεζα του μεγέθους της εναγομένης δεν μπορεί να γίνει πιστευτή και σε κάθε περίπτωση δεν αίρει την αντιφατικότητα της συμπεριφοράς των υπαλλήλων της έναντι των εναγόντων σε σχέση με την οφειλή εκ της εγγύησης του πρώτου εξ αυτών.

Συνεπώς αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη, καταχρηστικά, υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, προέβη στον συμψηφισμό των καταθέσεων των εναγόντων με την απαίτησή της εκ της επίδικης σύμβασης πίστωσης. Με τη συμπεριφορά της αυτή δημιούργησε ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες και έντονη εντύπωση αδικίας σε βάρος των εναγόντων. Η δε ενέργειά της αυτή, πληροί τις προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, δεδομένου ότι με την παράνομη αφαίρεση των ποσών των χρηματικών καταθέσεων των εναγόντων στα πλαίσια του άνευ δικαιώματος συμψηφισμού, προκάλεσε υπαιτίως ισόποση ζημία σ' αυτούς". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, έκανε δεκτή την αγωγή, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας τράπεζας ήταν καταχρηστική, και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στους αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι με τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας κατά τα έτη 1997 έως 2013 δημιουργήθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο η εύλογη πεποίθηση, ότι αυτή δεν θα ασκήσει σε βάρος του το απορρέον από τη σύμβαση εγγύησης δικαίωμα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτριας από την σύμβαση πίστωσης, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αυτή ερμηνεύεται, σε συνδυασμό με τις επίσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 47, 64 και 67 του ν.δ/τος 17.7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", 112 του ΕισΝΑΚ, 668 ΕμπΝ, 361, 436 και 438 του ΑΚ, 847, 848 και 851 ΑΚ, αφού δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, δεν κρίνονται ικανά να δημιουργήσουν ευλόγως στον πρώτο αναιρεσίβλητο, την πεποίθηση ότι η αναιρεσείουσα δεν επρόκειτο να ασκήσει κατ' αυτού το δικαίωμά της από τη σύμβαση εγγυήσεως και, συνεπώς, δεν καθιστούν για τον ως άνω αναιρεσίβλητο αδικαιολόγητη και ιδιαίτερα επαχθή, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να απαιτήσει την εξόφληση της εγγυηθείσας από αυτόν οφειλής από την ένδικη σύμβαση πίστωσης, με βάση το όριο ευθύνης του και να προβεί στη δέσμευση των κρίσιμων τραπεζικών λογαριασμών του και, ακολούθως, σε συμψηφισμό, όπως εδικαιούτο, της ανταπαίτησής της, από το οριστικό κλείσιμο της άνω σύμβασης πίστωσης, με την απαίτηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου προς απόδοση του χρηματικού υπολοίπου των παραπάνω τραπεζικών λογαριασμών, με αποτέλεσμα να μην πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και, συνακόλουθα, να μη στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και έτσι να μη θεμελιώνονται οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων.

Και τούτο διότι τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αναγόμενα στο χρονικό διάστημα πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού και αναφερόμενα στη μη γνωστοποίηση της αξίωσης της αναιρεσείουσας κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου και στην παράλειψη ενημέρωσης αυτού για το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού ή στην παράλειψη ενημέρωσης τρίτων (όπως το σύστημα Τειρεσίας ή το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών) για την εγγυητική του ευθύνη, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν στον πρώτο αναιρεσίβλητο την εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσείουσα δεν επρόκειτο, όταν και εάν προέκυπτε το οριστικό κατάλοιπο, να ενεργοποιήσει την εγγυητική ευθύνη, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, αφορώντων θετικές ενέργειες της τράπεζας (π.χ.

ρητή διαβεβαίωση ότι δεν πρόκειται να ενεργοποιήσει την εγγυητική του ευθύνη), συνεπεία των οποίων αυτός σχημάτισε την εντύπωση ότι η αναιρεσείουσα δεν θα επιδιώξει να ικανοποιηθεί, μετά την καταγγελία της σύμβασης και το κλείσιμο του λογαριασμού, από την εγγυητική ευθύνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν υφίστατο ακόμη κατάλοιπο του λογαριασμού και άρα ούτε αδράνεια της τράπεζας σχετικά με την άσκηση της αξιώσεώς της κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, αφού το οριστικό κλείσιμο, αποτελεί τον αναγκαίο όρο για την ενεργοποίηση της ευθύνης του εγγυητή, επί πλέον δε, πριν το οριστικό κλείσιμο, δεν είναι καν νόμιμη - με περιοδικό μόνο κλείσιμο - η αξίωση ούτε και κατά του πιστούχου, γιατί δεν υπάρχει ακόμη λήξη της σχετικής σύμβασης και απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος, από το τυχόν περιοδικό κλείσιμο και την προς λογιστική τακτοποίηση τυχόν αναγνώρισή του από τον πιστούχο κατ' άρθρο 873 ΑΚ, υπολοίπου.

Επομένως, με βάση την ίδια τη φύση του αλληλόχρεου λογαριασμού, δεν μπορούσε, κατά τη διάρκεια της ισχύος του, να δημιουργηθεί η πεποίθηση στον εγγυητή του αλληλόχρεου λογαριασμού (πρώτο αναιρεσίβλητο), ότι η τράπεζα δεν θα ασκήσει κατ' αυτού τα δικαιώματά της από το κατάλοιπο του λογαριασμού και, ως εκ τούτου, η έγερση της σχετικής αξίωσης δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος λόγω αποδυνάμωσης του σχετικού δικαιώματος της τράπεζας να επιδιώξει την απαίτησή της, αφού η μετά από το κλείσιμο του λογαριασμού και μόνο επιδίωξη της ικανοποίησης των απαιτήσεων της τράπεζας είναι συνέπεια της πίστωσης χρόνου προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, έστω και αν εν τω μεταξύ έχουν μεσολαβήσει πολλά έτη από τότε που δόθηκε η εγγύηση.

Η αναφερόμενη δανειοδότηση του πρώτου αναιρεσίβλητου το έτος 2004, εννέα (9) έτη πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δηλαδή σε χρονικό σημείο που δεν υπήρχε ακόμη απαίτηση σε βάρος του, δεν μπορεί, μόνο το γεγονός αυτό ή συνδυαστικά με τα λοιπά αποδειχθέντα περιστατικά, να θεμελιώσει καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής της από την εγγυητική του ευθύνη μετά το οριστικό κλείσιμο αυτού, αφού σε εκείνο το χρονικό σημείο δεν υπήρχε, κατά τα ανωτέρω, οριστικό κατάλοιπο από τον αλληλόχρεο λογαριασμό και άρα απαίτηση σε βάρος του.

Εξάλλου, η μη αναφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου στις περιλήψεις τιτλοποίησης και αποτιτλοποίησης, που καταχωρήθηκαν στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών και η μη αποστολή σε αυτόν σχετικής επιστολής, δεν συνιστά έμμεση αναγνώριση εκ μέρους της αναιρεσείουσας, άρσης της ιδιότητας του εγγυητή, αφού η καταχώριση στο βιβλίο του άρθ. 3 του ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών λογίζεται, σύμφωνα με το άρθ. 10 § 10 του ν.3156/2003, ως αναγγελία της μεταβίβασης απαιτήσεων, οπότε συμμεταβιβάζονται ex lege αυτοδικαίως ως παρεπόμενα δικαιώματα και οι εγγυήσεις (άρθ. 458 ΑΚ),χωρίς να απαιτείται η αποστολή σχετικής επιστολής ή άλλης ενημέρωσης των ενεχομένων της πιστώσεως.

Το ίδιο ισχύει και για τη μη καταχώριση στοιχείων στο σύστημα Τειρεσίας, αφού το εν λόγω σύστημα έχει θεσπιστεί προκειμένου τα τραπεζικά ιδρύματα να μπορούν να διευκολύνονται στην εκτίμηση περί πιστοληπτικής ικανότητας των υποκειμένων (ιδιωτών και επιχειρήσεων) στα οποία τα δεδομένα αφορούν, χωρίς να υφίσταται εκ του νόμου υποχρέωση για καταχώριση στοιχείων που αφορούν την παροχή εγγύησης σε ενήμερη επιχειρηματική οφειλή από σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και δη πριν την καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως (και το ληξιπρόθεσμο της απαιτήσεως του δανειστή), επί πλέον δε, η ύπαρξη ή μη της ιδιότητας του εγγυητή δεν εξαρτάται ούτε και αποδεικνύεται ή δεν αποδεικνύεται από την καταχώρισή του ή μη στο άνω διατραπεζικό σύστημα.

Επομένως, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν στοιχειοθετείται καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναρεισείουσας και, συνακόλουθα, ούτε και αδικοπραξία αυτής σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας οι τελευταίοι επιχειρούν τη θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεών τους.

Συνεπώς, ο πρώτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4171/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ