Supreme Court dismisses appeal against partial appeal decision due to lack of specific grounds and evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court's decision of 54/2018. The appellants argued that the appellate court failed to consider specific evidence regarding extortion and technical expert reports. The court ruled that the appellate court had already considered all submitted documents and evidence, including the disputed technical reports, and reached a different conclusion based on the totality of the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact grounds and evidence relied upon, and the appellate court is not required to separately evaluate every piece of evidence if it has considered them in forming its final decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 83 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 83/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 2) Ε. Π. του Γ., παρισταμένου ατομικά ως ενηλικιωθέντος, κατοίκου ..., 3) Α. Π. του Γ., παρισταμένης ατομικά ως ενηλικιωθείσας, κατοίκου ..., 4) Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., 5) Χ. Π. του Ι., παρισταμένης ατομικά ως ενηλικιωθείσας, κατοίκου ... και 6) Χ. Π. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη - Δημήτριο Κάκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. συζύγου Γ. Π., το γένος Α. Κ., κατοίκου ... και 2) Ε. Κ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Μαρία Παπαδημητράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 11-12-2009 ανταγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2018 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-7-2019 αίτησή τους και τους από 18-1-2021 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη κρινόμενη από 10-7-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 54/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που έκανε δεκτή εν μέρει την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 14/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η αγωγή των αναιρεσειόντων και είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση μόνον κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο δέχθηκε την ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε αυτήν, ενώ απέρριψε κατά τα λοιπά την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η δικάσιμος της 8-3-2021, οι δε αιτούντες άσκησαν πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με το από 18-1-2021ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε αυθημερόν στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.
Από την υπ' αριθ.4.885ε/21-1-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, Γ. Σ. Ν. και 10188Ζ'/21-1-2021, του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κρήτης, Σ. Ε. Μ., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες στις 21-1-2021, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, να ερευνηθούν περαιτέρω. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως (ΑΠ 759/2019).
Στην έννοια δε της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Αμέλεια υπάρχει κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Ενώ, όμως, η διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ που ορίζει, ότι με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το "αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΑΠ 427/2019, ΑΠ 380/2008). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 743/3020, ΑΠ 1299/2015).
Εξάλλου, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, γονικών παροχών ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και δωρεών εν ζωή του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου..., που μεταγράφηκε νόμιμα..., σε πολυώροφη οικοδομή που επρόκειτο να ανεγερθεί επί οικοπέδου 317,98τ.μ., που βρίσκεται στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης του Ρεθύμνου του Δήμου Ρεθύμνου, στην πολεοδομική ενότητα...
στο Ο.Τ. … επί των οδών.... και φέρει ΚΑΕΚ ..., συστήθηκαν οι παρακάτω αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες: α).... και στ)... Περαιτέρω, με το ίδιο συμβόλαιο η Χ. συζ. Ε. Π., το γένος Ι. Ι., αποκλειστική κυρία του οικοπέδου, μεταβίβασε τις παρακάτω αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες στους ενάγοντες ως ακολούθως:
α) ... και στ).... Σύμφωνα δε με το ανωτέρω συμβόλαιο, το οικόπεδο των εναγόντων συνορεύει... δυτικά με ιδιοκτησία των εναγομένων - αντεναγουσών σε πλευρά 18,58 μέτρων συν 1,82μέτρα,.... Στο εν λόγω οικόπεδο ο σύζυγος της δικαιοπαρόχου των εναγόντων, Ε. Π., (πατέρας του πρώτου και τέταρτου των εναγόντων και παππούς των υπολοίπων) δυνάμει της υπ' αριθ. ...
οικοδομικής άδειας, το έτος 1958 προέβη στην ανέγερση οικοδομής, ενώ παράλληλα ο πατέρας των εναγομένων - αντεναγουσών και εργολάβος οικοδομών Α. Κ. προέβη στην ανέγερση της όμορης και ευρισκόμενης δυτικά ως προς την ιδιοκτησία των εναγόντων ισόγειας οικίας, επί οικοπέδου του εμβαδού 313 τ.μ. που είχε αγοράσει δυνάμει του υπ' αριθ. ...
συμβολαίου αγοραπωλησίας...., που μεταγράφηκε νόμιμα.... Την ανέγερση των κτισμάτων (εναγόντων και εναγομένων) ανέλαβε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Α. Κ., ο οποίος, όσον αφορά την ανέγερση της δικής του ισόγειας οικίας, δεν είχε εκδώσει τη σχετική οικοδομική άδεια. Μεταξύ των δύο κτισμάτων υπήρχε τοίχος μήκους περίπου 10 μέτρων και πλάτους 0,50 εκ., τον οποίο έκτισε ο Α.
Κ. κατά την παράλληλη ανέγερση των δύο οικιών (της δικής του και της δικαιοπαρόχου των εναγόντων) εν μέρει επί του δικού του οικοπέδου και δη σε πλάτος 0,25 μέτρων περίπου και κατά το υπόλοιπο πλάτος του επί του οικοπέδου των εναγόντων. Του τοίχου αυτού ο ανωτέρω έκανε χρήση αφενός ως τοίχου στήριξης της οικίας του, επί του οποίου στήριξε μέρος της τσιμεντένιας στέγης της και αποτελούντος κατ' ουσίαν αυτού τον τέταρτο τοίχο της οικίας του, αφετέρου δε ως τοίχο πλήρωσης, τοποθετώντας στο εσωτερικό του ηλεκτρολογικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις και ντουλάπα.
Ο τρόπος κτισίματος των δύο οικιών και δη του συγκεκριμένου τοίχου, καθώς και η χρήση αυτού από το δικαιοπάροχο των εναγομένων ήταν γνωστός στη δικαιοπάροχο των εναγόντων και στο σύζυγό της Ε. Π., ο οποίος, ακόμα και αν δεν είχε συμφωνήσει σ' αυτό, πάντως το αποδέχθηκε, όπως ο ίδιος καταθέτει στην υπ' αριθ. 13500/25.6.2003 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Επιμενίδη Συλιγάρδου, διότι δεν θεωρούσε ότι αυτό μπορούσε να τον ζημιώσει σε κάτι και δεν ήθελε να χάσει τον Α.
Κ. και το συνεργείο του από πελάτες στο καφενείο που λειτουργούσε στη μισή οικία του. Όταν δε αργότερα ο Ε. Π. προέβη στην ανέγερση ανώγειου ορόφου και επέκτεινε καθ' ύψος τον ανωτέρω τοίχο, ζήτησε από τον σύζυγο της πρώτης εναγόμενης Γ. Π. να συμμετάσχει στα έξοδα της επέκτασής του, καθότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και από τον τελευταίο σε περίπτωση που μελλοντικά έκτιζε έναν ανώγειο όροφο, ο δε Γ.
Π., που ήταν επιπλοποιός, αντί για χρήματα κατασκεύασε για τον Ε. Π. έπιπλα. Με το υπ' αριθ. 30238/1972 συμβόλαιο.... που μεταγράφηκε νόμιμα.... ο Α. Κ. συνέστησε στο οικόπεδό του διαιρεμένη ιδιοκτησία κατά τις διατάξεις του Ν. 3741/1929, ήτοι κάθετη ιδιοκτησία, διότι εν τω μεταξύ είχε ανεγείρει και άλλη ισόγεια οικία στο βόρειο τμήμα του ακινήτου του και με το ίδιο συμβόλαιο μεταβίβασε λόγω πώλησης στη δεύτερη εναγόμενη Ε.
Κ. την κείμενη στο βόρειο τμήμα διηρημένη ιδιοκτησία (ισόγεια οικία) με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 60/100 εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια με το υπ' αριθ. ... προικοσυμβόλαιο..., που μεταγράφηκε νόμιμα... συνέστησε προίκα αδιατίμητη προς το σύζυγο της πρώτης εναγομένης Γ. Π. υπέρ αυτής - η οποία εκ του νόμου ισχύει ως δωρεά προς αυτήν - και μεταβίβασε την άλλη νότια διηρημένη ιδιοκτησία, την όμορη, δηλαδή, προς την οικία των εναγόντων ισόγεια οικία, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 40/100 εξ αδιαιρέτου.
Με τον τρόπο αυτό οι εναγόμενες, κατέστησαν συγκυρίες κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά του οικοπέδου του δικαιοπαρόχου τους. Με την υπ' αριθ. 606/7.3.1994 απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ρεθύμνου στις 29.3.1994...κυρώθηκε η υπ' αριθ. … μεμονωμένη πράξη εφαρμογής στο ΟΤ ...
της πολεοδομικής ενότητας ... του Δήμου ... που συντάχθηκε από το Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών .... Στην πιο πάνω μεμονωμένη πράξη εφαρμογής κατά της οποίας οι εναγόμενες δεν υπέβαλαν ενστάσεις και τον σχετικό πίνακα που τη συνοδεύει, η ιδιοκτησία των εναγόντων εμφανίζεται με αριθμό κτηματογράφησης ...
και με εμβαδόν 321,60 τ.μ., μετά δε την αφαίρεση 3,62 τ.μ. λόγω ρυμοτόμησης (ως κοινόχρηστο) με εμβαδόν 317,98 τ.μ., έχει δε δηλωθεί και αποτυπωθεί στους κτηματολογικούς πίνακες του ... με αριθμό .... Επίσης η ιδιοκτησία των καθ' ων εμφανίζεται στην ίδια πράξη εφαρμογής με αριθμό κτηματογράφησης ... και με εμβαδόν και πριν και μετά την πράξη εφαρμογής 306,62 τ.μ.
Στο ακίνητο των εναγόντων με βάση την ως άνω πράξη εφαρμογής προσκυρώθηκε και ο επί του κοινού ορίου τοίχος με το αναλογούν σ' αυτόν έδαφος, ο οποίος εφάπτεται στο δυτικό όριο της ιδιοκτησίας των εναγόντων, έχει διαστάσεις 10 μ. μήκος, 0,50 μ πλάτος, 2,12 μ. ύψος και καταλαμβάνει συνολικά 5 τ.μ. του οικοπέδου τους.
Την προσκύρωση αυτή συνομολογούν και οι εναγόμενες. Με τον τρόπο αυτό και από την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής η δικαιοπάροχος των εναγόντων - και εν συνεχεία βέβαια οι ενάγοντες -κατέστη με πρωτότυπο τρόπο κυρία της ως άνω εδαφικής λωρίδας των 5 τ.μ., δηλαδή και του ημίσεως εδάφους συνολικού εμβαδού 2,5 τ.μ.
περίπου (2,12 τ,μ, κατά την υπ' αριθ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος) του οικοπέδου των εναγομένων, επί του οποίου ήταν κτισμένος κατά το ήμισυ ο τοίχος, κάθε δε εμπράγματο δικαίωμα και δη συγκυριότητας των εναγομένων αποσβέστηκε. Το έτος 2002 ύστερα από αίτηση της εκ των εναγόντων Χ. Π. εκδόθηκε η υπ' αριθ. ...
άδεια κατεδάφισης ισόγειας οικίας, με σκοπό την κατεδάφιση της παλαιάς ισόγειας οικίας, που υπήρχε στο οικόπεδο των εναγόντων, για το οποίο είχε ήδη εκδοθεί η υπ' αριθ. ... άδεια ανέγερσης τετραώροφης οικοδομής.... Την μελέτη για την έκδοση της άδειας κατεδάφισης συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός Θ. Ν., που ορίστηκε και επιβλέπων μηχανικός, σύμφωνα δε με τη σχετική βεβαίωση που είναι συνημμένη στην ανωτέρω άδεια κατεδάφισης, το όμορο κτίριο των εναγομένων μετά την κατεδάφιση της ισόγειας οικίας των εναγόντων βεβαιώνεται ως στατικά ανεξάρτητο και επαρκές, ενώ στην τεχνική έκθεση του ιδίου μηχανικού αναφέρεται ότι με δεδομένη την τελική ιδιοκτησία των εναγόντων, όπως προκύπτει από την πράξη εφαρμογής, ο δυτικός τοίχος του κτιρίου μπορεί να κατεδαφιστεί, απαιτείται όμως αποκατάσταση της έδρασης της πλάκας της όμορης αυθαίρετης ισόγειας οικοδομής....
είτε με κατάλληλη υποστήλωση (προσωρινή) είτε με κατασκευή υπερμπατικής τοιχοποιίας με δύο σενάζ. Με βάση την ως άνω άδεια κατεδάφισης και αφού πριν την έκδοση αυτής οι ενάγοντες είχαν επιδόσει στις 4.7.2002 εξώδικο προς την πρώτη εναγόμενη, με την οποία την καλούσαν να προσέλθει με το μηχανικό της για συνεννόηση ως προς τα αναγκαία μέτρα στήριξης της οικίας της και η τελευταία είχε απαντήσει με το επιδοθέν στις 4.10.2002 εξώδικό της ότι θεωρεί τον επίδικο τοίχο, μεσότοιχο, που της ανήκει κατά το ήμισυ και απαγορεύει ενέργειά τους επ' αυτού, οι ενάγοντες τον Νοέμβριο του 2002, αφού κατεδάφισαν την ισόγεια οικία τους, εισήλθαν στην οικία της πρώτης εναγόμενης και τοποθέτησαν στην κουζίνα, στο διάδρομο και σε ένα υπνοδωμάτιο τρία μεταλλικά υποστηλώματα ύψους τριών περίπου μέτρων και πλάτους δύο περίπου μέτρων, ενώ συγχρόνως προέβησαν σε χάραξη της επικαλυπτικής τσιμεντένιας πλάκας της ισόγειας οικίας της πρώτης εναγόμενης, προκειμένου στη συνέχεια να προβούν στην κατεδάφιση του τοίχου.
Η πρώτη εναγόμενη, κατόπιν αυτών, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου την από 5.11.2001 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1/2003 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση, αναγνωρίστηκε η αιτούσα προσωρινά νομέας της ισόγειας οικίας της, αλλά και "του ημίσεως κατά το πλάτος του ανατολικού λιθόκτιστου μεσοτοίχου της καθ' όλο το μήκος και ύψος αυτού, ο οποίος έχει μήκος 10 περίπου μέτρων, ύψους 3 μ.
περίπου και πλάτους 0,50 μ., ήτοι του δυτικού τμήματος αυτού (μεσοτοίχου) κατά 0,25 μ. περίπου πλάτος και καθ' όλο το μήκος και ύψος αυτού", καθώς επίσης υποχρεώθηκαν οι πρώτος και τέταρτος ενάγοντες, κατά των οποίων στρεφόταν η αίτηση, να παύσουν κάθε διαταρακτική ενέργεια της νομής της επί της οικίας και του μεσότοιχου, απαγορεύτηκε σε αυτούς να προβούν στην αφαίρεση των τριών υποστηλωμάτων, όπως και κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση κατά την τακτική διαδικασία, επί κύριας αγωγής που θα ασκηθεί με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων εντός (40) ημερών από την έκδοση της ως άνω απόφασης.
Κατ' αυτής οι ως άνω ενάγοντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 74/2004 απόφαση του άνω Δικαστηρίου. Η πρώτη εναγόμενη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου την υπ' αριθ. κατ. 397/ΜΤ/22/2003 αγωγή με την οποία ζητούσε, εκτός των άλλων, να αναγνωρισθεί κυρία της εδαφικής λωρίδας μήκους 10 μέτρων, πλάτους 0,25 μ. (ήτοι εμβαδού 2,50 τ.μ.) ως τμήμα που της ανήκε κατά κυριότητα και επί του οποίου ήταν κτισμένος ο μεσότοιχος και να παύσει κάθε προσβολή στην εδαφική λωρίδα αυτή και στην οικία της.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 59/2004 απόφαση, με την οποία το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου, πλην όμως η πρώτη εναγόμενη παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής αυτής στις 19.5.2006, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 79/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω, με συνέπεια να εκδοθεί η υπ' αριθ. 74/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία θεωρήθηκε κατηργημένη η δίκη μεταξύ των διαδίκων.
Εν τω μεταξύ οι ενάγοντες με τις από 2.5.2003 και 14.7.2003 εξώδικες προσκλήσεις τους που επιδόθηκαν νόμιμα στις εναγόμενες στις 4.6.2003 και 23.7.2003 αντίστοιχα κάλεσαν τις εναγόμενες να τους παραδώσουν το ακίνητο που τους είχε προσκυρωθεί με την πράξη εφαρμογής και είχε περιέλθει στην κυριότητά τους από τη μεταγραφή της, ήτοι όλο το εδαφικό τμήμα των 5 τ.μ.
επί του οποίου ήταν κτισμένος ο μεσότοιχος, εντός 15 ημερών, πλην όμως οι εναγόμενες δεν το απέδωσαν. Κατόπιν τούτου οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου τις υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 1348/2003 και 1636/2003 αιτήσεις κατά της πρώτης και δεύτερης εναγόμενης αντίστοιχα και ζητούσαν την απόδοση του ως άνω εδαφικού τμήματος με βάση τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.7 περ.
α, β του Ν. 1337/1983. Οι αιτήσεις αυτές έγιναν δεκτές με την υπ' αριθ. 1069/2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο τις συνεκδίκασε με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Οι ενάγοντες επέδωσαν απλό αντίγραφο της ως άνω απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση και οι εναγόμενες άσκησαν ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και αίτηση αναστολής του άρθρου 938 του ιδίου κώδικα και έλαβαν αρχικά με σημείωμα προσωρινή διαταγή, με βάση την οποία ανεστάλη προσωρινά κάθε σε βάρος τους πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης της προαναφερόμενης απόφασης μέχρι τη συζήτηση της αίτησης αναστολής, ακολούθως δε, κατά την εκδίκαση της ανακοπής κατά τη δικάσιμο της 27.2.2004 ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων δήλωσε ότι θα απέχει από κάθε πράξη εκτέλεσης μέχρι την έκδοση απόφασης του Εφετείου Κρήτης επί της έφεσης που είχαν ασκήσει οι εναγόμενες, κατά της 1069/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, η οποία, σημειωτέον, δεν αποτελούσε τίτλο εκτελεστό.
Επί της έφεσης δε των εναγομένων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 79/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία την απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας έτσι την υπ' αριθ. 1069/2003 ως άνω απόφαση. Τελικά, μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου Κρήτης οι ενάγοντες προέβησαν στις 25.4.2006 σε αποβολή των εναγομένων από τον επίδικο τοίχο, συνταχθείσης της υπ αριθ. ...
έκθεσης απόδοσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή..... Να αναφερθεί ότι επί ένα περίπου χρόνο οι ενάγοντες και ειδικότερα ο πρώτος και ο τέταρτος αυτών διαπραγματευόντουσαν με την πρώτη εναγόμενη την καταβολή χρηματικού ποσού από τους πρώτους στην τελευταία σαν αποζημίωση για την υποστύλωση που έπρεπε να γίνει στην οικία της πρώτης εναγομένης, το κτίσιμο του καινούργιου τοίχου, την τοποθέτηση καινούργιων ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων και ντουλαπών και την απώλεια μισθωμάτων, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω αντιδικίες.
Η τελευταία συνάντηση έγινε στο γραφείο του τότε δικηγόρου των εναγόντων τον Απρίλιο του 2003 με την παρουσία του τέταρτου ενάγοντος, της μητέρας του και της Χ. Π., του συζύγου και του γιού (και μάρτυρά της) της πρώτης εναγόμενης, κατά την οποία ο τέταρτος ενάγων Ι. Π. πρότεινε το ποσό των 2.000.000 δρχ, ενώ ο σύζυγος της πρώτης εναγομένης Γ.
Π. επιφυλάχθηκε να απαντήσει προκειμένου να ενημερώσει τη σύζυγό του και τη δεύτερη εναγόμενη. Την επομένη ημέρα όμως ο πρώτος ενάγων Γ. Π. τηλεφώνησε στον γιό της πρώτης εναγομένης και του είπε ότι το ποσόν που προσφέρουν είναι 1000 ευρώ, πρόταση που δεν έγινε δεκτή. Παράλληλα, όμως, με τη διαδικασία ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, εξελισσόταν και η διαδικασία ενώπιον της Διοίκησης και των διοικητικών δικαστηρίων.
Ειδικότερα: Οι εναγόμενες με την από 3.10.2002 αίτησή τους ζήτησαν από την Πολεοδομία Ρεθύμνου την τροποποίηση της υπ' αριθ. 8 μεμονωμένης πράξης εφαρμογής, επικαλούμενες ότι λόγω σφάλματος στο συνημμένο σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα, θεωρήθηκε ως όριο των ιδιοκτησιών ο δυτικός τοίχος πάνω από το δώμα της οικίας τους προσκυρώνοντας ολόκληρο τον τοίχο στο ακίνητο των εναγόντων.
Επί της αίτησης αυτής ο αρμόδιος αρχιτέκτονας μηχανικός της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ρεθύμνου με το υπ' αριθ. 6932/2002 έγγραφό του απάντησε ότι είναι εφικτή η διόρθωση μόνον ως προς το εμβαδόν της αρχικής ιδιοκτησίας με βάση τους προσκομισθέντες τίτλους, ενώ η τελική ιδιοκτησία παραμένει ως έχει μετά την κυρωμένη πράξη εφαρμογής ως προς το εμβαδόν και τα όρια.
Ακολούθως οι ίδιες κατέθεσαν την υπ' αριθ. 209/6.11.2004 αίτηση ανάκλησης της προαναφερόμενης πράξης εφαρμογής προς τον Νομάρχη Ρεθύμνου, ο οποίος με την υπ' αριθ. πρωτ. 8740/2.11.2005 απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη του, εκτός άλλων διατάξεων και το άρθρο 11 του Ν. 3212/2003, με την παρ. 1 του οποίου είχε αντικατασταθεί από 31.12.2003, η περ.
ε της παραγρ. 7 του άρθρου12 του Ν. 1337/1983 και επιτράπηκε κατ' εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις η εν όλω ή εν μέρει ανάκληση της πράξης εφαρμογής, ανακάλεσε την υπ' αριθ. 8 μεμονωμένη πράξη εφαρμογής και τις διορθωτικές αυτής πράξεις, ως εκδοθείσες εσφαλμένα στο Ο.Τ. ..., το οποίο ήταν ήδη ενταγμένο στην εγκεκριμένη πολεοδομική μελέτη, ευρισκόμενο στην αναθεώρηση του σχεδίου πόλης και όχι στην επέκταση αυτού και επομένως η διαδικασία για την τακτοποίηση των ιδιοκτησιών έπρεπε να γίνει με πράξη αναλογισμού και όχι με πράξη εφαρμογής.
Οι δεύτερος, τρίτη, τέταρτος, πέμπτη και έκτη των εναγόντων άσκησαν κατά της απόφασης αυτής την από 8.12.2005 προσφυγή ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, ο οποίος με την υπ' αριθ. 2252/6.2.2006 απόφασή του την έκανε δεκτή και ακύρωσε την υπ' αριθ. 8740/2005 απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνου ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι στην κρινόμενη περίπτωση είχε παρέλθει ο κρίσιμος και θεωρούμενος εύλογος χρόνος της πενταετίας (άρθρο μόνο του ΑΝ 261/1968) από την κύρωσή της πράξης εφαρμογής και έχουν δημιουργηθεί δικαιώματα υπέρ καλόπιστων τρίτων.
Οι εναγόμενες άσκησαν κατά της άνω απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης την υπ' αριθ. καταθ. 33/2006 αίτηση ακύρωσης και πρόσθετους λόγους αυτής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 93/2012 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ακύρωσης των εναγομένων με την αιτιολογία ότι η ανάκληση της υπ' αριθ. 8 μεμονωμένης πράξης εφαρμογής δεν ήταν επιτρεπτή, διότι ναι μεν με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3212/2003 αντικαταστάθηκε η περ.
ε της παραγρ. 7 του άρθρου 12του Ν. 1337/1983 και επιτράπηκε κατ' εξαίρεση η εν όλω ή εν μέρει ανάκληση της πράξης εφαρμογής για λόγους νομιμότητας ή για πλάνη περί τα πράγματα, πλην όμως η διάταξη αυτή δεν έχει αναδρομική ισχύ αι δεν εφαρμόζεται σε πράξεις εφαρμογής που κυρώθηκαν και μεταγράφηκαν πριν την 31.12.2003 (ΣτΕ 2601/2008), διότι κρίσιμος χρόνος είναι αυτός κατά τον οποίο είχε λάβει χώρα η κύρωση και η μεταγραφή της, όπως είχε κρίνει το ΣτΕ με τις υπ' αριθ. 4489/2009 και 4573/2009 αποφάσεις του, ήτοι με διαφορετική αιτιολογία από αυτήν με την οποία ο Γεν.
Γραμ. Περιφέρειας Κρήτης ακύρωσε την υπ' αριθ. 8740/2005 ανακλητική απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνου. Η απόφαση αυτή του Διοικητικού Εφετείου Χανίων κατέστη αμετάκλητη, διότι οι εναγόμενες δεν άσκησαν ένδικο μέσο κατ' αυτής, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2447/23.9.2013 βεβαίωση της Γραμματέως του Διοικητικού Εφετείου Χανίων.
Να σημειωθεί πάντως εδώ ότι μετά την έκδοση της προαναφερόμενης υπ' αριθ. 93/2012 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου, η νομολογία του ΣτΕ άλλαξε και κρίθηκε με σειρά αποφάσεών του ότι υπό την ισχύ του ν. 3212/2003 και δη του άρθρου 11 αυτού, μπορούν κατ' εξαίρεση να ανακληθούν εν όλω ή εν μέρει και πράξεις εφαρμογής που κυρώθηκαν και πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, διότι κρίσιμος είναι ο χρόνος έκδοσης των νέων διορθωτικών πράξεων και όχι ο χρόνος κύρωσης των εσφαλμένων αρχικών....
Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι για την επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων με αφορμή κυρίως την υπ' αριθ. 8/1994μεμονωμένη πράξη εφαρμογής και την ήδη υφιστάμενη για πολλά έτη κατάσταση αναφορικά με τις ιδιοκτησίες των διαδίκων (για την οποία σημειωτέον πραγματοποιήθηκαν και από τις δύο πλευρές τεχνικές εκθέσεις από πολιτικούς μηχανικούς με αντίθετα πορίσματα αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης μεσότοιχου, με την έννοια ότι ο τοίχος αυτός καταλάμβανε εδαφικά τμήματα τόσο του ακινήτου των εναγόντων, όσο και του ακινήτου των εναγομένων, αλλά και η διαταχθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη της πραγματογνώμονος Ρ.
Γ., σύμφωνα με την οποία ο επίδικος τοίχος ήταν κτισμένος και σε εδαφική λωρίδα εμβαδού 2,12 τ.μ. του ακινήτου των εναγομένων), ήταν αναγκαία η προσφυγή στις διοικητικές αρχές, αλλά και ενώπιον της πολιτικής και διοικητικής δικαιοσύνης. Η δικαίωση της πρώτης εναγομένης κατά τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων νομής τόσο σε πρώτο βαθμό με την υπ' αριθ. 1/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...
όσο και σε δεύτερο βαθμό με την απόρριψη της κατ' αυτής έφεσης των εναγόντων με την υπ' αριθ. 74/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, αλλά και η αλλαγή του νομοθετικού καθεστώτος ως προς την κατ' εξαίρεση δυνατότητα της διοίκησης να ανακαλεί εν μέρει ή εν όλω τις πράξεις εφαρμογής με την ισχύ από 31.12.2003 του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 3212/2003 που αντικατέστησε την περ.
ε της παραγρ. 7 του Ν. 1337/1983 και η έκδοση της υπ' αριθ. 8740/2.11.2005 απόφασης του Νομάρχη Ρεθύμνου, ο οποίος λαμβάνοντας υπόψη του και την ως άνω διάταξη του άρθρου 11 Ν. 3212/2003 ανακάλεσε εν όλω την υπ' αριθ. 8/1994 μεμονωμένη πράξη εφαρμογής, δημιούργησαν στις εναγόμενες την εύλογη πεποίθηση αφενός μεν ότι οι προβαλλόμενες αξιώσεις τους έναντι των εναγόντων ήσαν βάσιμες και μπορούσαν να τύχουν έννομης προστασίας, αφετέρου δε ότι ήταν δυνατόν να πετύχουν τελικά την ανάκληση της πράξης εφαρμογής και την απόδοση στις ίδιες της εδαφικής λωρίδας των 2,12 τ.μ.
του ακινήτου τους, επί του οποίου εκτεινόταν ο επίδικος τοίχος.
Συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν βαρύνονται με υπαιτιότητα οι εναγόμενες και δη με δόλο, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, κατά την προσφυγή τους ενώπιον της διοίκησης και των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων και η αγωγή τους είναι απορριπτέα κατ' ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του και με ανάλογη αιτιολογία, η οποία πρέπει να συμπληρωθεί και με την εδώ αναφερόμενη, έκρινε ομοίως και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό ο πρώτος και ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τους οποίους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του δόλου και την υπαγωγή στην ορθή έννοια αυτού των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, αφού η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων να προσφύγουν στις διοικητικές αρχές αλλά και ενώπιον της πολιτικής και διοικητικής δικαιοσύνης δεν ήταν υπαίτια, με την έννοια ότι ενείχε δόλια προαίρεση (στην οποία οι αναιρεσείοντες θεμελίωσαν την αγωγή τους), αλλά οφείλεται στην εύλογη πεποίθησή τους ότι οι προβαλλόμενες αξιώσεις τους ήταν νόμιμες και βάσιμες και ότι μπορούσαν να τύχουν έννομης προστασίας, με αποτέλεσμα να θεωρήσουν αναγκαίες προς τούτο ενέργειες την υποβολή αιτημάτων αφενός μεν για την αναγνώριση της νομής τους επί της εδαφικής λωρίδας, που μέχρι την προσκύρωση ανήκε στην ιδιοκτησία τους, αφετέρου δε για την ακύρωση της επίμαχης πράξης εφαρμογής, με την οποία, χωρίς αποζημίωσή τους, προσκυρώθηκε στην ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων ο επί του κοινού ορίου τοίχος, με το αναλογούν σ' αυτόν έδαφος συμπεριλαμβάνοντας και την ως άνω εδαφική λωρίδα.
Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ενήργησαν με δόλο, έχοντας σκοπό να καθυστερήσουν τους αναιρεσείοντες στην ανέγερση της οικοδομής τους, προκαλώντας τους οικονομική ζημία, και επί πλέον να τους εξαναγκάσουν να τους καταβάλουν υπέρογκα οικονομικά ανταλλάγματα.
Ειδικότερα, όσον αφορά την ως άνω κρίση του δικαστηρίου για έλλειψη υπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων στην επέλευση του επικαλούμενου από τους αναιρεσείοντες ζημιογόνου αποτελέσματος, εκτίθενται σαφώς στην προσβαλλομένη τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούσαν την άσκηση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων των ενδίκων βοηθημάτων και ενδίκων μέσων, ως προς τα οποία το Εφετείο δεν διαπίστωσε ότι συνοδεύονταν από προφανώς αβάσιμους ισχυρισμούς, καθώς επίσης και την προσφυγή τους στις διοικητικές αρχές και τη διοικητική δικαιοσύνη, και συγκεκριμένα:
α) ότι σύμφωνα με τη διαταχθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη ο επίδικος τοίχος ήταν κτισμένος και σε εδαφική λωρίδα εμβαδού 2,12 τ.μ. του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων και, συνεπώς, η επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων από την υπ' αριθ. 8/1994 μεμονωμένη πράξη εφαρμογής καθιστούσε αναγκαία την προσφυγή αυτών στις διοικητικές αρχές, αλλά και ενώπιον της πολιτικής και διοικητικής δικαιοσύνης.
β) ότι στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων νομής η αίτησή τους έγινε δεκτή τόσο σε πρώτο βαθμό, με την υπ' αριθ. 1/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... όσο και σε δεύτερο βαθμό, με την υπ' αριθ. 74/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, που απέρριψε την κατ' αυτής έφεση των αναιρεσειόντων, γ) ότι η αλλαγή του νομοθετικού καθεστώτος, με την ισχύ από 31.12.2003 του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 3212/2003 που αντικατέστησε την περ.
ε της παραγρ. 7 του Ν. 1337/1983, έδινε κατ' εξαίρεση δυνατότητα στη διοίκηση να ανακαλεί εν μέρει ή εν όλω τις πράξεις εφαρμογής, δ) ότι εκδόθηκε η υπ' αριθ. 8740/2.11.2005 απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνου, ο οποίος λαμβάνοντας υπόψη του και την ως άνω διάταξη του άρθρου 11 Ν. 3212/2003 ανακάλεσε εν όλω την υπ' αριθ. 8/1994 μεμονωμένη πράξη εφαρμογής, ε) ότι στις 27.2.2004 ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι θα απέχει από κάθε πράξη εκτέλεσης της υπ' αριθμ. 1069/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου μέχρι την έκδοση απόφασης του Εφετείου Κρήτης επί της ασκηθείσας κατ' αυτής έφεσης των αναιρεσιβλήτων και στ) ότι έγιναν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων για καταβολή αποζημίωσης στους αναιρεσιβλήτους αλλά οι αναιρεσείοντες μείωσαν την υποβληθείσα κατά την τελευταία συνάντησή τους τον Απρίλιο του 2003 χρηματική προσφορά, με αποτέλεσμα να μην επιτευχθεί τελικώς σχετική συμφωνία.
Με τις ως άνω ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου παραδοχές της (άρθρο 561 παρ.1ΚΠολΔ) περιέλαβε η προσβαλλομένη απόφαση σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά την εύλογη πεποίθηση των αναιρεσιβλήτων ότι οι προβαλλόμενες αξιώσεις τους έναντι των αναιρεσειόντων ήσαν βάσιμες και μπορούσαν να τύχουν έννομης προστασίας, με συνέπεια να μην υφίσταται η εν λόγω απαιτουμένη προϋπόθεση για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης αυτών (αναιρεσιβλήτων).
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Οι λοιπές δε αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στους ως άνω λόγους είναι απαράδεκτοι, καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Επίσης από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης. "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου.
Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, κλπ -ΑΠ 837/2020 ΑΠ 631/2020, ΑΠ 59/2019). Για να θεμελιωθεί, όμως, ο λόγος αυτός δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, αλλά απαιτείται επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 747/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείoντες, με τον τρίτο λόγο της αίτησής τους προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ` αριθ. 13500/25-6-2003 ένορκης βεβαίωσης του Ε. Π. που συνετάγη ενώπιον του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Επιμενίδη Συλιγάρδου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η ένορκη αυτή βεβαίωση, κατά το μέρος που περιλαμβάνει τα υπό του άνω μάρτυρος ενόρκως βεβαιωθέντα, δεν αποτελεί "έγγραφο" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου της να ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 322/2011).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 393/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την από 8-1-2005 εξώδικη διαμαρτυρία τους, από την οποία αποδεικνύονταν ο σε βάρος τους τελεσθείς εκβιασμός εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, προκειμένου αυτές να αποκομίσουν οφέλη και αντίστοιχα να προκαλέσουν σ' αυτούς οικονομική ζημία.
Επίσης, με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τις τεχνικές εκθέσεις του μηχανικού Θ. Ν., των μηχανικών Γ. Β. και Σ. Π. αι του μηχανικού Κ. Α.. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και από τους διαδίκους έγγραφα, αναφέροντας ρητά και τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων προς απόδειξη των οποίων αυτοί επικαλέστηκαν τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, κατέληξε δε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Κατόπιν αυτού, οι ανωτέρω τέταρτος λόγος του κυρίως δικογράφου και μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-7-2019 αίτηση των Γ. Π., Ε. Π., Α. Π., Ι. Π., Χ. Π. και Χ. Π., καθώς και τους πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της υπ` αριθ. 54/2018απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τωναναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ