Legislator Case Law & Legislation
83/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive lack of evidence regarding inheritance and property rights.

Case Number 83/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision on inheritance and property rights. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate specific evidence and ignored the death of a key party, but the court found these arguments baseless. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the costs were not imposed on the appellant due to his absence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is dismissed if the appellate court has already considered all evidence and the appellant's arguments are unfounded or lack legal interest.

Keywords

AI generated
appeal admissibility inheritance law property rights evidence evaluation legal interest procedural default costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(2) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 83 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 83/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Ι. κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2005 του ιδίου Δικαστηρίου, 191/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου(Μεταβατική έδρα Κω).

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 26-4-2013 αίτησή του, την οποία επανέφερε προς συζήτηση, μετά από ματαίωση, με την από 7-4-2015 κλήση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 15-4-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Περαιτέρω, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και, συνεπώς, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.

Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα οποία περιλαμβάνεται και το Βέλγιο, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εφαρμόζεται από 13-11-2008 ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω κανονισμού τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ’ ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και, κυρίως, του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5-11-1965.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής ..., ή β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 23 § 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα κανονισμό, β) από τη διαβίβαση της πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους - μέλους παραλαβής.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και το Βέλγιο, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 Κ.Πολ.Δ.

πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 568 παρ.4 εδ.α Κ.Πολ.Δ. αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα, και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

Ειδικότερα, κατά μεν τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 135 παρ.1 και 134 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. η επίδοση για τα πρόσωπα άγνωστης διαμονής, δηλαδή διαμονής η οποία δεν είναι κοινώς γνωστή και δεν κατέστη δυνατό παρά τη σχετική προσπάθεια με τα συνήθη μέσα επιμέλειας να ανευρεθεί, γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη και περίληψη του επιδοθέντος δικογράφου δημοσιεύεται με υπόδειξη του εισαγγελέα αυτού σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 136 παρ.1 του ίδιου κώδικα η επίδοση αυτή θεωρείται ότι ολοκληρώθηκε από τη δημοσίευση της περιλήψεως του επιδοθέντος δικογράφου στις εφημερίδες κατά τ’ ανωτέρω.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16/11/2016) του δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία συζητήθηκε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου η κρινόμενη από 26/4/2013 αίτηση για αναίρεση της 191/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου (μεταβατικής έδρας Κω) εμφανίστηκε μόνον ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, εκπροσωπούμενος από τον νομίμως διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο του, δεν εμφανίστηκε όμως ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος ήταν αρχικά κάτοικος γνωστής διαμονής Βρυξελλών Βελγίου.

Ειδικότερα από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με τις από 11/10/2013 και από 12/12/2013 πράξεις του Αντιπροέδρου του Γ’ πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη, δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε αρχικά η 5/3/2014 και στη συνέχεια (κατόπιν αιτήματος του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος) η 7/5/2014, η προθεσμία δε για την κοινοποίηση της αίτησης στον αναιρεσίβλητο (κάτοικο γνωστής τότε διαμονής Βρυξελλών) ορίστηκε σε ενενήντα (90) ημέρες πριν τη δικάσιμο.

Όμως κατά την τελευταία πιο πάνω δικάσιμο, όπως από το οικείο πινάκιο του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, δεν παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε από νομίμως διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσίβλητος, και η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο (συνταχθέντος του 78/2014 πρακτικού αναβολής), μετά από αίτηση του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο της 19/11/2014, κατά την οποία αυτή ματαιώθηκε, Στη συνέχεια ο αναιρεσείων με την από 7/4/2015 κλήση του επανέφερε την υπόθεση για συζήτηση και με την από 25/6/2015 νέα πράξη του ίδιου πιο πάνω Αντιπροέδρου ορίστηκε δικάσιμος η 3/2/2016, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Περαιτέρω από την .../2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Λ. Φ. και από την, κατά το άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1393/2007 του Συμβουλίου, με ημερομηνία 22/8/2014 βεβαίωση της δικαστικής επιμελήτριας Βρυξελλών A. V. D. D. που επικαλείται και προσκομίζει (την τελευταία σε νόμιμη μετάφραση) ο παριστάμενος αναιρεσείων, προκύπτει ότι δεν κατέστη δυνατή η επίδοση των διαβιβασθέντων μέσω του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου νομίμως και εμπροθέσμως σε νόμιμη μετάφραση, αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και του πρακτικού αναβολής με κλήση προς συζήτηση για τις δικασίμους 7/5/2014 και 19/11/2014, αντίστοιχα, στον αναιρεσίβλητο, λόγω μη ανεύρεσής του στη δηλωθείσα διεύθυνσή του (οδός ...).

Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την .../28.7.2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Κ., προκειμένου να συζητηθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, επιδόθηκε, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της από 7/4/2015 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο της 3/2/2016, για τον πρώην κάτοικο Βρυξελλών και ήδη άγνωστης διαμονής αναιρεσίβλητο, στην τότε Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου, περίληψη δε της παραπάνω κλήσης δημοσιεύτηκε, μετά από υπόδειξη της τελευταίας, στα φύλλα των ημερήσιων εφημερίδων ...

της 1/8/2015, οι οποίες εκδίδονται στην …. Κατόπιν αυτών, εφόσον η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου έγινε νόμιμα και εμπρόθεσμα πρέπει να συζητηθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι αν ο συγκληρονόμος κατέχει ολόκληρο το κοινό κληρονομιαίο πράγμα θεωρείται ότι το κατέχει και επ’ ονόματι των λοιπών συγκληρονόμων-συννομέων κατά την ιδανική μερίδα που της ανήκει, οι οποίοι έτσι θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου συννομείς ασκώντας την συννομή δια του συγκληρονόμου-συννομέα και δεν την αποβάλλουν ούτε έναντι του τελευταίου, ο οποίος νέμεται το όλο κοινό πράγμα, πριν εκείνος καταστήσει γνωστό σ’ αυτούς ότι νέμεται το πράγμα αποκλειστικά για τον εαυτό του, αλλά μπορούν να την αντιτάξουν και κατ’ αυτού, και αν συμπληρώθηκε ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας στην πλασματική συννομή, χωρίς να είναι αναγκαίο να επικαλεσθούν άλλη αντιπροσωπευτική, κατ’ άρθρο 980 παρ.1 ΑΚ, στην άσκηση της συννομής σχέση, όπως εντολή, χρησιδάνειο, μίσθωση κ.α.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ που ορίζει ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, συνάγεται ότι ο κληρονόμος και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων, ακόμη δε και χωρίς να έχει γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και των αντικειμένων αυτής, θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως νομέας αυτών, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα εξ αυτής δικαιώματα και, συνεπώς, μπορεί να ασκήσει και τις περί νομής αγωγές (άρθρο 984 ΑΚ).

Για να αποκτήσει ο κληρονόμος και φυσική εξουσία πρέπει να καταλάβει σωματικά το πράγμα. Επομένως, η έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 983 ΑΚ, είναι ότι στον κληρονόμο μεταβιβάζεται το δικαίωμα νομής, δυνάμει του οποίου μπορεί πλέον αυτός να επιληφθεί του πράγματος και να ιδρύει νέα, ασκώντας τη δική του φυσική εξουσία.

Εάν τρίτος επιληφθεί αυτού (μετά το θάνατο του κληρονομουμένου), τότε αυτός μεν (τρίτος) αποκτά τη νομή, ο δε κληρονόμος θεωρείται ως απολέσας αυτήν και έχει κατά του τρίτου την περί αποβολής από τη νομή αγωγή, όπως θα είχε και ο κληρονομούμενος εάν ζούσε. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1040, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται κατά παράγωγο μεν τρόπο με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται νόμιμα, πρωτοτύπως δε με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Περαιτέρω επί τακτικής χρησικτησίας απαιτείται νόμιμος τίτλος, μεταγραφή τούτου και νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί μία δεκαετία συνεχώς, επί έκτακτης δε χρησικτησίας απαιτείται νομή με διάνοια κυρίου επί μία εικοσαετία συνεχώς. Προς συμπλήρωση αυτής δικαιούται ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος να προσμετρήσει στο χρόνο της ιδίας αυτού νομής και το χρόνο της μετά των ως άνω προσόντων ασκηθείσας νομής του δικαιοπαρόχου του.

Επίσης, σύμφωνα με τα άρθρα 1710 παρ.1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ η κληρονομική διαδοχή είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή εκ νομίμου μοίρας) είτε από διαθήκη αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.

Για τη μεταβίβαση με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησής του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, η οποία τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ως άνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει σε κίνδυνο την οικονομική κατάστασή του, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Ολ ΑΠ 8/2001).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα περιστατικού που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο Δωδεκανήσου (μεταβατικής έδρας του στην Κω), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη κρίσιμα περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος: "To επίδικο είναι αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Οικισμού ...

της νήσου Πάτμου Δωδεκανήσου, εκτάσεως 6.197,64 τ.μ., το οποίο αποτυπώνεται με τα γράμματα ... στο από Σεπτεμβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Θ. Μ.. Σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα αυτό, το επίδικο αγροτεμάχιο τέμνεται από δημοτικό δρόμο πλάτους δύο (2) μέτρων, και ως εκ τούτου, διαχωρίζεται σε δύο τμήματα, το τμήμα ένα (Ι) που βρίσκεται ανατολικά δυτικά του δρόμου και το τμήμα δύο (II), που βρίσκεται δυτικά του δρόμου αυτού.

Το τμήμα ένα του ακινήτου αυτού συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Λ. Κ., νότια με ιδιοκτησία Δ. Κ., νοτιοδυτικά με ξεροπόταμο, ανατολικά με δημοτικό μονοπάτι και δυτικά με τον προαναφερόμενο δημοτικό δρόμο. Εντός του τμήματος αυτού υπάρχει παλαιά πέτρινη ισόγεια οικία, επιφάνειας 56,16 τ.μ.. Το τμήμα δύο συνορεύει βόρεια σε πλευρά Γ.

Β’ , μήκους 5,80μ. με ιδιοκτησία Λ. Κ., νότια σε πλευρά Ε’ , Α’ , μήκους 7,30μ., με ξεροπόταμο, ανατολικά σε πλευρά α’ , β’ , μήκους 68 μ., με τον προαναφερόμενο δημοτικό δρόμο που τέμνει όλο το αγροτεμάχιο, και δυτικά, σε τεθλασμένη πλευρά Γ, Δ’ , Ε, συνολικού μήκους 64,50μ, με ιδιοκτησία Ι. Γ.. Το παραπάνω ακίνητο αρχικά ανήκε στην ιδιοκτησία Α.

Δ. το γένος Μ., ο οποίος μέχρι το θάνατο του, το έτος 1949, το εκμίσθωνε στον αγρομισθωτή Ν. Γ. του Μ.. Περί αυτού συμπίπτουν όλες οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων. Μετά τον θάνατο του Α. Δ., δυνάμει του με αριθμό ...1951 κληρονομητηρίου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάτμου, το ακίνητο αυτό περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου , ως εξής: 1) τα 24/48 στη σύζυγο του Α.

χήρα Α. Δ., το γένος Δ. Δ., 2) τα 6/48 στην Β. Π., 3) τα 3/48 στην Φ. Ν. το γένος Μ., 4) τα 3/48 στην Σ. Π., το γένος Μ., 5) στην Κ. Ε. Ρ., Σ. Α. και Ο. Τ. (το γένος Μ. και οι τρεις), κατά ποσοστό 2/48 στην καθεμία, 6) στον Α. Μ. και στον Ν. Μ. κατά ποσοστό 3/48 στον καθένα. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο Ν. Μ. (πατέρας του εναγομένου) και ο Α. Μ., δικαιοπάροχος του εναγομένου, εξόφλησαν το από 10.5.1943 χρεωστικό ομόλογο της Γ.

Δ., μητέρας του Α. Δ., απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων, με το οποίο αυτή είχε υποθηκεύσει το επίδικο ακίνητο, το γεγονός αυτό όμως, από μόνο του δεν αποδεικνύει και ότι το επίδικο μεταβιβάστηκε σ’ αυτούς. Άλλωστε ή εξόφληση αυτή είχε λάβει χώρα πριν από το θάνατο του Α. Δ. (1949), μετά δε από τον θάνατο του τελευταίου, όπως προαναφέρθηκε εκδόθηκε κληρονομητήριο, με το οποίο αναγνωρίστηκαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, στην δε κληρονομιά αυτού περιλαμβάνεται και το επίδικο, ποσοστό μόνο του οποίου περιήλθε στους Α.

και Ν. Μ.. Το έτος 1952, η μια εκ των ως άνω συγκληρονόμων, η Β. Π., δώρισε άτυπα το ποσοστό της, των 6/48 του επιδίκου ακινήτου, στους ανηψιούς της Α. και Ν. Μ. (βλ. την από 30.9.1952 επιστολή της Β. Κ. Π.), οι οποίοι από το έτος 1986 υπεισήλθαν ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στην κληρονομιά των: 1) Σ. Π., 2) Φ. Ν., 3) Κ. Ε. Ρ., 4) Σ.

Α. και 5) Ο. Τ. (βλ. το .../4.8.198 πιστοποιητικό του δημάρχου Πάτμου), συγκληρονόμων, όπως προαναφέρθηκε του Α. Δ.. Όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι όλοι οι ανωτέρω φερόμενοι δικαιοπάροχοι του Α. Μ. (δικαιοπάροχοι του εναγόμενου) άσκησαν οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο ακίνητο, ούτε τα γεγονότα αυτά από μόνο τους, χωρίς τη νομή και κατοχή του επιδίκου από τον τελευταίο για το απαιτούμενο από το νόμο χρονικό διάστημα, είναι ικανά να προσπορίσουν σ’ αυτόν κυριότητα επί του ακινήτου αυτού.

Άλλωστε, δεν αποδείχθηκε ότι ο αδελφός του Ν. Μ. του μεταβίβασε οποιοδήποτε ποσοστό του επί του επιδίκου ακινήτου. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι μετά το θάνατο του Α. Δ., άρχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο ο Κ. Τ., απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, ανηψιός της Α. συζ. Α. Δ. (γυιός της αδελφής της Κ. συζ. Σ. Τ., το γένος Δ.

Δ.), συνεχίζοντας την αρξάμενη από τον Α. Δ., αγρομίσθωση αυτού από τον Ν. Γ., ο οποίος το κατείχε πλέον για λογαριασμό του Τ., μέχρι το θάνατο του τελευταίου το έτος 1988. Επίσης αποδείχθηκε ότι στις 9.8.1988 απεβίωσε ο Κ. Τ. και ή νομή του επιδίκου ακινήτου μεταβιβάστηκε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του 1) Β. Σ. του Κ. - Γ., 2) Ε.- Ε.-Μ.

Ζ. του Λ., 3) Ι. Κ. του Ν. και 4) Α. Π. του Μ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει του με αριθμό ...1989 κληρονομητηρίου, σε συνδυασμό με την με αριθμό 973/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάτμου στον τόμο .... Οι παραπάνω κληρονόμοι επιλήφθηκαν της νομής του επιδίκου ακινήτου, συνεχίζοντας την αγρομίσθωσή του από τον Ν.

Γ., ο οποίος το κατείχε πλέον για λογαριασμό τους, μεταξύ αυτών δε υπεγράφη στις 3.9.1988 σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό αγρομίσθωσης. Στη συνέχεια, ο Ν. Γ., από το έτος 1989, ανέθεσε την καλλιέργεια του επιδίκου στον γαμβρό του Δ. Κ.. Με το με αριθμό ...21.9.1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση, το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών Πάτμου, στον τόμο … και με αριθμό ..., ο Α.

Μ. μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, το επίδικο ακίνητο στον εναγόμενο. Ο τελευταίος με τα με αριθμό 1.1.1992 και 1.1.1995 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης αγροτικού κτήματος εκμίσθωσε το ακίνητο αυτό στον Δ. Κ., ο οποίος το κατείχε πλέον για λογαριασμό του εναγομένου. Εφόσον όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο Α. Μ. ήταν κύριος του επιδίκου ως ασκήσας τη νομή αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεν μεταβιβάστηκε η κυριότητα του εν λόγω ακινήτου, στον εναγόμενο, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο και τη μεταγραφή του, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου ότι "ουδείς μετάγει του ου έχει πλέον δικαιώματος".

Με το με αριθμό .../31.12.1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Χρυσάνθης Μητσού, το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών Πάτμου, στον τόμο … και με α.α. ..., οι κληρονόμοι του Κ. Τ. μεταβίβασαν το επίδικο ακίνητο στον ενάγοντα. Το έτος 2000 ο αγρομισθωτής Δ. Κ. έχτισε τοίχο μήκους 2 μέτρων στο νοτιοδυτικό όριο του τμήματος ένα (Ι) του ακινήτου αυτού,, κλείνοντας με τον τρόπο αυτό την είσοδό του και εκδηλώνοντας τη θέληση του να μην κατέχει πλέον το επίδικο για λογαριασμό του ενάγοντος.

Με την από 15.3.2001 εξώδικη δήλωση τους προς τον Δ. Κ., οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, διαμαρτυρήθηκαν για την άρνηση αυτού να τους παραδώσει τη νομή και κατοχή του επιδίκου. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι ο Κ. Τ., απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος αυτό από το έτος 1950, ή τουλάχιστον από το έτος 1960 μέχρι το θάνατο του το έτος 1988, δηλαδή για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, μετά δε το θάνατο του, η νομή του ακινήτου μεταβιβάστηκε στους προαναφερόμενους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, αμέσους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, οι οποίοι επιλήφθηκαν της νομής αυτής κα συνέχισαν να την ασκούν μέχρι τη μεταβίβαση του ακινήτου στον ενάγοντα, δυνάμει του με αριθμό .../31.12.1999 συμβολαίου αγοραπωλησίας.

Κατά συνέπεια, ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, παράνομα δε και χωρίς τη θέλησή του αποβλήθηκε από τη νομή του ακινήτου αυτού οπό τον εναγόμενο".

Στη συνέχεια το Εφετείο Δωδεκανήσου με βάση τις παραπάνω παραδοχές του και, ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει όμοια με την επικαλουμένη υπ’ αρ. 41/2005 απόφασή του δεχόμενο ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατέληξε στην απόρριψη κατ’ ουσίαν της από 9-5-2005 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της προαναφερόμενης πρωτοβάθμιας απόφασης.

Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 983, 1033,1045, 1051, 1192, 1198-1199 του ΑΚ ως και αυτήν του άρθρου 281 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε (ειδικότερα δε δεχόμενο ορθά ότι με τα εκτιθέμενα από τον εναγόμενο- εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνεται κατά το νόμο η από το άρθρο 281 ΑΚ προβαλλόμενη απ’ αυτόν σχετική ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος-εφεσιβλήτου-αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου). Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατ’ άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, παραβιάζοντας την προβλεπόμενη από το άρθρο 106 του ιδίου Κώδικα θεμελιώδη δικονομική αρχή της ενέργειας του με βάση τα αιτήματα των διαδίκων, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια με το να δεχθεί ότι απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Κ. Τ. ή Τ. νεμόταν το επίδικο ακίνητο από τις 25.1.1950 και εντεύθεν, συνεχώς, κατόπιν παράδοσης της νομής του με δωρεά εν ζωή από την εκ μητρός θεία του Α.

χήρα Α. Δ., το γένος Δ. Δ.. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης διεκδικητικής αγωγής τα ίδια περιστατικά διαλαμβάνει ο ενάγων και στον αντίστοιχο αγωγικό ισχυρισμό του προς θεμελίωση της βάσης της έκτακτης χρησικτησίας με έναρξη του χρόνου άσκησης την 25-1-1950 και εντεύθεν και όχι προγενέστερα, (σε συνδυασμό με τον θάνατο του Α.

Δ. 9-11-1949), όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, ενόψει του ότι σε κάθε περίπτωση η συμπλήρωση της εικοσαετίας της έκτακτης χρησικτησίας από τον Κ. Τ. μέχρι το θάνατό του (9-8-1988) καλύπτεται είτε με έναρξη αυτής στις 9-11-1949 είτε στις 25-1-1950. Επομένως ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και, παράλληλα, ως προτεινόμενος από τον αναιρεσείοντα χωρίς έννομο συμφέρον του (άρθρο 68 ΚΠολΔ).

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτό στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σ’ αυτήν (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Πάτμου Ζ. Κ. και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι).

Από τη βεβαίωση αυτή και απ’ όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, στο σύνολό της, την υπ’ αριθμ. ...1951 (και όχι την ...1952 απόφαση, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο) απόφαση του Πρωτοδικείου Κω και τη μεταγραφή της στο Υποθηκοφυλακείο Κω και, ειδικότερα, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη την σ’ αυτήν αναφορά ως προς την υπεισέλευση στην κληρονομία της Α.

χήρας Α. Δ. των αδελφών της, χωρίς όμως να δέχεται ότι η προαναφερόμενη κληρονόμος είχε μεταβιβάσει εν ζωή τη νομή ολοκλήρου του επιδίκου ακινήτου στον Κ. Τ., ο οποίος μετά το θάνατο του Α. Δ. το νεμόταν αποκλειστικά ιδίω ονόματι, γενόμενος κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση από τη συνεκτίμηση και συναξιολόγηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και νόμιμα προσκόμισαν στο δικαστήριο αμφότερα τα διάδικα μέρη.

Επομένως ο τρίτος και τελευταίος από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ ΚΠολΔ λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), χωρίς να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, αφού ο πρώτος, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υποβλήθηκε στα παραπάνω έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26/4/2013 αίτηση του Χ. Μ. για αναίρεση της 191/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου (μεταβατικής έδρας Κω).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ