Supreme Court allows appeal on res judicata grounds regarding salary amounts previously adjudicated in a final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the fourth ground of the appeal, finding that the lower court erred in rejecting the claim of res judicata regarding the appellant's salary amounts. The appellant argued that a prior final judgment established that the respondent could not receive a specific salary based on collective agreements, yet the lower court permitted a new claim for salary differences. The court held that this prior judgment created a binding precedent preventing the respondent from claiming higher pay for the relevant period, thus validating the appellant's request to reinstate the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata bars a new lawsuit or claim regarding the same legal relationship and subject matter between the same parties if a final judgment has already determined the substantive issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 83 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 83/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δημοτικού Ιδρύματος του Δήμου Ροδίων με την επωνυμία "Δημοτικός Οργανισμός Πρόνοιας", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαλαμαστράκη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 3-12-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Πανταζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-10-2010 αίτησή του, με τις δε από 3-12-2012 προτάσεις του, ζητεί και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 1-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3320/2005 "Σύσταση θέσεων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου". 1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του. 2.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004. 3.
Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων, λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. 5.
Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44 Α').
Ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης. "Για τη συμπλήρωση του χρονικού περιορισμού που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο συνυπολογίζεται και ο χρόνος που ο κατατασσόμενος συμβασιούχος έχει διανύσει με τον τίτλο σπουδών ανώτερης βαθμίδας που κατέχει." Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 140/2007 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε επί της από 26-6-2005 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και αφορούσε μισθολογικές διαφορές αυτής για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 15-8-2005, με την απόφαση αυτή κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε στις 19-10-1995 από τον αναιρεσείοντα ως επιστημονική Διευθύντρια στον Ιατροπαιδαγωγικό Σταθμό αυτού.
Ότι έκτοτε συνέχισε να εργάζεται με το ίδιο καθεστώς με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που φαινομενικά καταρτιζόταν με τις αναφερόμενες εταιρίες ως δήθεν εργοδότριές της έως 31-12-2004, οπότε λόγω καταγγελίας της συμβάσεώς της απολύθηκε. Ότι συνήψε νέα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τον αναιρεσείοντα για να απασχοληθεί με την ίδια ειδικότητα και στην ίδια θέση για το διάστημα από 1-1-2005 έως 1-3-2005.
Ότι στην πραγματικότητα όλες οι παραπάνω συμβάσεις ανέπτυσσαν τα αποτελέσματά τους μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης και όχι μεταξύ των φερομένων ως εργοδοτών της. Ότι, με την 914/26-9-2005 απόφαση του Γ` Τμήματος του ΑΣΕΠ περί υπαγωγής συμβασιούχων στο π.δ. 164/2004 και κατόπιν της 5/21-3-2005 σύμφωνης γνωμοδοτήσεως του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Δήμου Ροδίων, η μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης ανωτέρω εργασιακή σύμβαση μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι η ενάγουσα κατά το διάστημα από Ιούλιο 2004 έως Δεκέμβριο 2004 αμειβόταν με το ποσό των 2.590 ευρώ ως μικτές αποδοχές, μηνιαίως και 1.723 ευρώ ως καθαρές αποδοχές. Ότι, πριν από την έκδοση της παραπάνω απόφασης του ΑΣΕΠ, η ενάγουσα την 1-1-2005 συνήψε με τον εναγόμενο Οργανισμό νέα σύμβαση εργασίας για το διάστημα από 1-1-2005 έως 30-3-2005, με τον όρο 3 της οποίας συμφωνήθηκε ότι οι αποδοχές της ενάγουσας καθορίζονται από τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που απασχολείται στους Ο.Τ.Α.
Ότι οι νόμιμες αποδοχές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, είναι εκείνες, που καθορίζονται στην από 23-7-2004 Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕ - ΟΤΑ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", η οποία κατατέθηκε στην αρμόδια Γενική Δ/νση Εργασίας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Πρόνοιας (αρ.
κατάθ. 71/26-7-2004), και από 3-9-2004 εφαρμόζεται και στους εργαζόμενους στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Μ.Ε. - Ο.Τ.Α.) σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 παρ. 1γ', 3 παρ. 1 και 3, 5, 7, 8Α παρ. 4γ' και 6γ ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. ..." που παραπέμπει το άρθρο 2 παρ. 1 της ως άνω Σ.Σ.Ε., για την ενάγουσα, ως πτυχιούχο ανώτατης εκπαίδευσης ... .
Το ως άνω ποσό των 1.723 ευρώ υπερβαίνει το ποσό των 1.146,12 ευρώ, πλην όμως το τελευταίο είναι το καθοριζόμενο από την εν λόγω Σ.Σ.Ε. και είναι το αποτέλεσμα της ανωτέρω έγγραφης συμφωνίας, με τον όρο 3 της οποίας συμφωνήθηκε ότι οι αποδοχές της ενάγουσας θα καθορίζονται από τις Σ.Σ.Ε. του προσωπικού που απασχολείται στους Ο.Τ.Α.
Ότι τη συμφωνία αυτή αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα η ενάγουσα και, συνεπώς, δεν συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, αλλά νέα συμφωνία. Πρόκειται δε για σαφή συμφωνία καθορισμού των όρων αμοιβής, το κύρος της οποίας (συμφωνίας) δεν προσβλήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας είτε με αγωγή, με περιστατικά και αίτημα ακύρωσης της συμφωνίας αυτής λόγω πλάνης, είτε με παραδεκτά προβαλλόμενο σχετικό ισχυρισμό κατά την πρωτόδικη δίκη.
Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. 48/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως (140/2007) έγινε δεκτό ότι ναι μεν, με την από 31-8-2005 ΣΣΕ της ΠΟΕ -ΟΤΑ, που ίσχυσε από 1-1-2005 ορίστηκε (άρθρο 3 παρ. 1 και 2 αυτής) ότι "ο βασικός μισθός του ειδικού επιστημονικού προσωπικού καθορίζεται στο ποσό των 1300 ευρώ, σε περίπτωση δε που από τις ρυθμίσεις της ανωτέρω διάταξης προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μικρότερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι κατά την 31-12-2004, η τυχόν διαφορά διατηρείται ως προσωπική μέχρι την κάλυψή της από οποιαδήποτε αύξηση των νέων αποδοχών", όμως ενόψει της ως άνω ανεπιφύλακτης αποδοχής από την αναιρεσίβλητη για τον καθορισμό των αποδοχών της από τις ΣΣΕ, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ αυτής ως μισθωτού, που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ, την οποία αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990.
Με την κρινόμενη αγωγή της η αναιρεσίβλητη ζητούσε, κατά το δεύτερο μέρος της που ενδιαφέρει εν προκειμένω, να της επιδικαστεί το ποσό των 29.662,06 ευρώ που αφορά μισθολογικές διαφορές αυτής για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-5-2008 ισχυριζόμενη ότι, με την υπ' αριθμ. 45/1995 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος είχε προσληφθεί ως επιστημονική Διευθύντρια του Ιατροπαιδαγωγικού Κέντρου του, τα καθήκοντα δε αυτά άσκησε έκτοτε με αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου που όπως έχει ήδη κριθεί τελεσίδικα είχαν το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και ότι μετά τη μετατροπή της συμβάσεώς της σε αορίστου χρόνου με την υπ' αριθμ. 914/2005 απόφαση του ΑΣΕΠ, ο αναιρεσείων την κατέταξε στο 17ο μισθολογικό κλιμάκιο στις 30-12-2005 σε θέση "ΠΕ Γιατρού Παιδοψυχιάτρου" με αποτέλεσμα να της καταβάλει μειωμένες αποδοχές και όχι αυτές που ελάμβανε στις 31-12-2004.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 124/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά το δεύτερο μέρος της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής: Ο αναιρεσείων Δημοτικός Οργανισμός Προνοίας Ρόδου με την με αριθμό 45/1995 απόφαση του διοικητικού Συμβουλίου του ενέκρινε την πρόσληψη της ενάγουσας με την ειδικότητα της παιδοψυχιάτρου και με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά της προσόντα (ειδίκευση, μεταπτυχιακό τίτλο, προϋπηρεσία και επιδόσεις) στη θέση της Επιστημονικής Διευθύντριας του Ιατροπαιδαγωγικού Κέντρου αυτού από 19-10-1995.
Έκτοτε συνέχισε να απασχολείται από τον εναγόμενο με το ίδιο καθεστώς με αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί φαινομενικά με εργοδότες τις εταιρίες που είχαν συσταθεί από το Δήμο Ρόδου, οι οποίες σε κάθε περίπτωση, όπως κρίθηκε τελεσίδικα με την με αριθμό 140/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, ανέπτυσσαν τα αποτελέσματά τους μεταξύ των διαδίκων και ότι ο πραγματικός εργοδότης της αναιρεσίβλητης ήταν μόνο ο αναιρεσείων στον οποίο απασχολήθηκε με την ιδιότητα με την οποία αρχικά προσελήφθη ως ειδικό επιστημονικό προσωπικό συνεχώς, από το χρόνο προσλήψεώς της (19-10-1995), ενώ ήδη η μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσείουσας υφισταμένη εργασιακή σύμβαση με την με αριθμό 914/26-09-2005 απόφαση του Γ' Τμήματος του ΑΣΕΠ περί υπαγωγής των συμβασιούχων του Πδ/τος 164/2004 και κατόπιν της με αριθμ. 5/21-3-2005 σύμφωνης γνωμοδότησης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Δήμου Ροδίων, το οποίο αρμοδίως αποφαίνεται για την υπηρεσιακή κατάσταση των απασχολούμενων στον αναιρεσείοντα Οργανισμό υπαλλήλων, μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ως εκ τούτου επιβεβαιώθηκε ότι εργοδότης της ενάγουσας ήταν εξ αρχής ο αναιρεσείων δημοτικός οργανισμός, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν θα συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της εργασιακής σύμβασης στο άρθρο 11 του άνω Π.δ/τος.
Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το ΑΣΕΠ, το οποίο βέβαια δεν έχει καμία αρμοδιότητα να κρίνει την υφή και να προσδώσει τον οποιοδήποτε νομικό χαρακτηρισμό στην εργασιακή σύμβαση της ενάγουσας με τον εναγόμενο, με την ανωτέρω απόφασή του, έκρινε μόνο ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 11 του Π.δ/τος 164/2004 των αναφερόμενων στα οικεία πρακτικά του υπηρεσιακού συμβουλίου υπαλλήλων ΟΤΑ Ν.
Δωδεκανήσου, 39 υπαλλήλων του εναγομένου δημοτικού οργανισμού μεταξύ και αυτών συμπεριλαμβάνεται και η ενάγουσα την οποία κατέταξε με την ειδικότητα ΠΕ ιατρών Παιδοψυχιάτρων, ενώ στη συνέχεια με την με αριθμό 4/19-1-2006 απόφαση του Προέδρου του εναγόμενου η ενάγουσα κατατάχθηκε απλά στη θέση "ΠΕ Γιατρού Παιδοψυχιάτρου", αφού συστάθηκε οργανική θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου γιατρού "Παιδοψυχιάτρου" σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3320/2005.
Όμως από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα στην πραγματικότητα απασχολήθηκε συνεχώς από τον εναγόμενο εργοδότη της και κατά τα έτη 2006, 2007 και 2008 με την αρχική ιδιότητα για την οποία είχε προσληφθεί δηλαδή της επιστημονικής διευθύντριας του Ιατροπαιδαγωγικού σταθμού, όπου έχοντας τον συντονισμό και την επίβλεψη της επιστημονικής της ομάδας για την επίτευξη των σκοπών του κέντρου αυτού, ανεξάρτητα και από το ότι λόγω της εργασιακής σχέσης, δηλαδή ως υπάλληλος του εναγόμενου αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου δεν προβλεπόταν η επιλογή και η τοποθέτησή της ως προϊσταμένης οργανικής μονάδας του εναγόμενου.
Ειδικότερα η ενάγουσα ως επιστημονική διευθύντρια του Ιατροπαιδαγωγικού Κέντρου του εναγομένου είχε και την ευθύνη της διάγνωσης και ψυχοθεραπείας όλων των περιπτώσεων που απευθύνονται στο Κέντρο για τη θεραπευτική αντιμετώπιση του παιδιού - εφήβου, στο χώρο του, δηλαδή στο οικογενειακό, σχολικό και εν γένει κοινωνικό περιβάλλον, συμβάλλοντας ουσιαστικά και με τις επιστημονικές της δυνατότητες στη διαμόρφωση της δομής ψυχικής υγείας του παιδιού και εφήβου, η οποία είναι μοναδική στην περιφέρεια του Νοτίου Αιγαίου καλύπτοντας με επάρκεια τις ανάγκες του χώρου αυτού και προάγοντας την ψυχική υγεία του παιδικού και εφηβικού πληθυσμού.
Η κατάταξή της λοιπόν με την προαναφερόμενη απόφαση του Προέδρου του Εναγομένου σε θέση "ΠΕ Γιατρού Παιδοψυχιάτρου" χωρίς να αναφέρεται η πιο πάνω ιδιότητα με την οποία παρείχε τις υπηρεσίες στον εναγόμενο, δηλαδή αυτή του ειδικού επιστημονικού προσωπικού, έγινε καταχρηστικά και προκειμένου να φαλκιδευτεί η πραγματική εργασιακή σχέση που την συνέδεε με τον εναγόμενο και με την οποία άλλωστε επιστημονική ιδιότητα είχε πραγματικά προσληφθεί.
Συνεπώς και σύμφωνα με τις διατάξεις των σχετικών άρθρων των ΣΣΕ ΠΟΕ - ΟΤΑ των ετών 2006, 2007, 2008 για τον καθορισμό των αποδοχών του ειδικού επιστημονικού προσωπικού, οι οποίες έχουν εφαρμογή για την ενάγουσα ενόψει της ανωτέρω απασχόλησής της στον εναγόμενο ως ειδικό επιστημονικό προσωπικό η τελευταία έπρεπε να λαμβάνει τις συνολικά μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε στις 31-12-2004, της τυχόν διαφοράς διατηρούμενης ως προσωπικής μέχρι την κάλυψή της από τις οποιαδήποτε αυξήσεις των νέων της αποδοχών, οι οποίες ανέρχονται στο μηνιαίο ποσό των 2.594 ευρώ το οποίο ελάμβανε ως μικτές αποδοχές, ενώ ως καθαρές αποδοχές ελάμβανε το ποσό των 1.725 ευρώ.
Έτσι η ενάγουσα η οποία κατά τα έτη 2006, 2007 και 2008 αμειβόταν με χαμηλότερες αποδοχές από αυτές που ελάμβανε στις 31-12-2004 δικαιούται τις αναφερόμενες διαφορές τις όπως αναλυτικά αναφέρονται τις οποίες και επιδίκασε αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το σχετικό κεφάλαιο αυτής. Απέρριψε δε την ένσταση περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς το ύψος των αποδοχών της αναιρεσίβλητης που απορρέει από την υπ' αριθμ. 140/2007 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ως αβάσιμη, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι απορρέει δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 140/2007 απόφαση του ίδιου Εφετείου σχετικά με το ύψος των αποδοχών της αναιρεσίβλητης, αφού σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω με την ως άνω απόφαση έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι η συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων κατά τη σύναψη της τελευταίας σύμβασης ορισμένου χρόνου της αναιρεσίβλητης, πριν τη μετατροπή αυτής σε αορίστου χρόνου, κατά την οποία οι αποδοχές αυτής θα καθορίζονται από τις ΣΣΕ του προσωπικού που απασχολείται στους ΟΤΑ, είναι ισχυρή, και ότι η αναιρεσίβλητη ενόψει της συμφωνίας αυτής δεν δικαιούται να λάβει το μισθό που λάμβανε μέχρι την 31-12-2004 για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 15-8-2005.
Επομένως, ενόψει του δεδικασμένου που απορρέει από την απόφαση αυτή ορθώς υπολογίζονταν οι αποδοχές της αναιρεσίβλητης βάση των εν λόγω ΣΣΕ και για το ένδικο χρονικό διάστημα, το οποίο είναι μεταγενέστερο εκείνου που έκρινε η ως άνω απόφαση, καθόσον αφορά αποδοχές των ετών 2006 - 2007 - 2008, όπως ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη με την έφεση της αναιρεσίβλητης υπ' αριθμ. 124/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα εφόσον κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η έφεση που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της υπ' αριθμ. 124/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, σύμφωνα με το άρθρο 580 περ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012, να καταδικαστεί δε η αναιρεσίβλητη - εκκαλούσα στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος - εφεσιβλήτου λόγω του δυσερμηνεύτου των ως άνω διατάξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 244/2010 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 14-8-2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 124/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη - εκκαλούσα στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος - εφεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ