Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination and document distortion grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting his labor dispute. The appellant argued that the lower court misread an external letter and failed to rehire him after his contract expired under specific statutory provisions. The court held that the lower court correctly interpreted the law and evaluated evidence alongside other proof, meaning the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 44(1), 7, 8 of Law 1882/1990; Article 25(2) of Law 2190/1994; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged distortion of a document is inadmissible if the court of first instance correctly interpreted the document but reached a different factual conclusion based on a holistic evaluation of all evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 83 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 83/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ" (ΕΛΤΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδων Παυλάτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 408/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8376/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/12/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 25/10/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 παρ. 1, 7 και 8 του Ν. 1882/1990 οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου του έκτακτου προσωπικού, που υπηρετούσε στο δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα, παρατάθηκαν αυτοδικαίως, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των νόμων 1735/1987, 1835/1989 και 1874/1990 ή άλλων ειδικών διατάξεων, μέχρι την 30-9-1990, εκτός των υφισταμένων συμβάσεων ορισμένου χρόνου για την κάλυψη εποχιακών αναγκών και των συμβάσεων έργου οι οποίες παραστάθηκαν μέχρι την 31-5-1990, ενώ όσες εξ αυτών ήθελε κριθεί με τη διαδικασία της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου ότι καλύπτουν διαρκείς και πάγιες ανάγκες παρατάθηκαν μέχρι την ίδια χρονολογία της 30-9-1990, από της οποίας και οι δύο κατηγορίες συμβάσεων λύονται αυτοδικαίως, χωρίς άλλη διατύπωση και δίχως αποζημίωση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 " με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων επαναπροσλαμβάνονται συμβασιούχοι των υπηρεσιών και νομικών προσώπων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου που απολύθηκαν κατά τις διατάξεις του ν. 1882/1990, άρθρο 44 παρ. 1, 7 και 8, εφόσον δεν επαναπροσλήφθηκαν σε υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο της παρ. 1 του παρόντος άρθρου όπου και να υπηρετούν κατά την δημοσίευση του νόμου αυτού, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν υπηρετούν με σχέση ωρομισθίου ή ημερομισθίου", κατά δε την παρ. 3 εδ.
α' του ίδιου άρθρου "ο ενδιαφερόμενος για την επαναπρόσληψη υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου ή νομικού προσώπου από το οποίο έγινε η απόλυση, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ..., ενώ τέλος η εν λόγω προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 25 του ν. 2190/1994 ...
παρετάθη με την παρ. 6 άρθρου 14 Ν. 2266/1994, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 3 άρθρ. 3 Ν. 2349/1995, επί ένα (1) από τη δημοσίευση του παρόντος. Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ολΑΠ 36/1988 Ελλ.Δ 1989,1153).
Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσες έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: Ο εναγόμενος Οργανισμός αποτελεί ΝΠΙΔ, το οποίο σύμφωνα με τον ιδρυτικό του νόμο 496/1970 "Περί Οργανώσεως και λειτουργίας των ταχυδρομείων", αλλά και με τη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 "Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη" αποτελεί δημόσια επιχείρηση που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Δυνάμει της από 4-12-1990 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι 31-12-1990, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από το εναγόμενο, ως εποχιακός υπάλληλος. Με την ιδιότητα αυτή προσέφερε τις υπηρεσίες του δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, πάντοτε ορισμένου χρόνου, η τελευταία των οποίων, έχοντας συμφωνημένη διάρκεια από 16-4-1991 έως 15-11-1991, λύθηκε την 2-8-1991, δυνάμει του από 30-8-1991 εγγράφου του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως που κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο ΝΠΙΔ.
Η ασκηθείσα αγωγή του ενάγοντος (και άλλων 288 συναδέλφων του) κατά της ανωτέρω απόλυσής του απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 1335/1993 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διότι κρίθηκε ότι οι εργασιακές συμβάσεις που συνέδεαν τους παραπάνω τότε ενάγοντες με το εναγόμενο είχαν εποχιακό χαρακτήρα και ήσαν ορισμένου χρόνου, οπότε έληξαν υποχρεωτικά μη δυνάμενες να παραταθούν και συνεπώς η απόλυσή τους έγινε σύμφωνα με το άρθρο 44 του Ν. 1882/990, η δε επίδοση του ανωτέρω εγγράφου που κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο, αποτελεί τον απαιτούμενο από τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ σπουδαίο λόγο.
Περαιτέρω το Εφετείο ως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε από τα απαριθμούμενα στην απόφαση στοιχεία ότι ο ενάγων δεν υπέβαλε την κατά το άρθρο 25 παρ. 5 του Ν. 2190/1994 αίτηση για την επαναπρόσληψή του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 7 και 8 του Ν. 1882/1990 και 25 παρ. 2 και 3 του Ν. 2190/1994.
Επίσης δέχτηκε το Εφετείο ότι από το επικαλούμενο από τον ενάγοντα προς έμμεση απόδειξη του ισχυρισμού του περί υποβολής αιτήσεως επαναπρόσληψής του, από 17-9-2002 εξώδικο έγγραφο του δεν προκύπτει ότι υπεβλήθη πράγματι εκ μέρους του η ως άνω αίτηση". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, επιπλέον δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό του αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της εκ μέρους του αναιρεσείοντος μη τήρησης των προϋποθέσεων επαναπρόσληψής του στο αναιρεσίβλητο και συγκεκριμένα της μη υποβολής σχετικής αιτήσεως κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Επομένως, οι, αντίθετοι, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν αυτό το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (κατά το οικείο μέρος του) από το άρθρο 559 άρθρο 20 ΚΠολΔ προβάλλει ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το περιεχόμενο της από 17-9-2002 εξώδικης πρόσκλησής του, "εφόσον δέχτηκε κατά τα εκτεθέντα τα ως άνω πραγματικά γεγονότα, που είναι προφανώς διαφορετικά από τα ως άνω που αναφέρονται σ' αυτό". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος στην ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, αλλά αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 8376/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2011.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ