Legislator Case Law & Legislation
83/2011 AI generated

Supreme Court annuls First Instance ruling for violating statutory salary calculation rules for public employees in land improvement organizations.

Case Number 83/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision rejecting the plaintiffs' lawsuit against a land improvement organization. The plaintiffs argued that the organization violated their employment regulations by applying incorrect salary calculation methods for out-of-town travel allowances. The court found that the First Instance Court erred by ignoring explicit statutory provisions regarding how these allowances should be calculated for public employees within the organization.

Legislator headnote

AI generated

Articles 12 and 13 of Law 3881/1958 on Land Improvement Works; The Supreme Court held that First Instance courts must strictly apply statutory provisions governing the calculation of travel allowances for public employees in land improvement organizations, and cannot disregard clear legislative rules on remuneration.

Keywords

AI generated
Land Improvement Works Public Employees Salary Calculation Travel Allowances Employment Regulations Supreme Court Review Administrative Dispute

Cited Legislation

AI generated
Law 3881/1958 on Land Improvement Works
Law 414/1976
Law 1218/1972
Civil Procedure Code Article 560
Civil Procedure Code Article 580
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 83 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων. Νομική φύση και διακρίσεις αυτών. Μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων σε ΓΟΕΒ Πεδιάδος Σερρών. Αναιρετικός λόγος από το άρθρ 560 αρ 1 του ΚΠολΔ.Αναιρείται απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

Αριθμός 83/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Χ. του Τ., κατοίκου ..., 2) Π. Ι. του Σ., κατοίκου ... και 3) Χ. Α. του Ν., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τακουρίδη. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Γενικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων" (Γ.Ο.Ε.Β.) Πεδιάδος Σερρών, το οποίο εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπανίκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκε η 65/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 172/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-11-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 12-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή στο ΝΔ 3881/1958 "περί Έργων Εγγείων Βελτιώσεων", όπως ισχύει, ορίζονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Άρθρο 12, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρ. 6 του Ν. 414/1976: "1. Εις τας περιοχάς ένθα εξετελέσθησαν, εκτελούνται και εκτελεσθήσονται έργα Εγγείων Βελτιώσεων ... χρηματοδοτήσει του Κράτους ή μη, συνιστώνται κατά τις διατάξεις του παρόντος Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων (Ο.Ε.Β.) διακρινόμενοι εις Τοπικούς Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων (Τ.Ο.Ε.Β.) και Γενικούς Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων (Γ.Ο.Ε.Β.).

Οι ως άνω Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων τυγχάνουν Οργανισμοί κοινής ωφελείας και εκ τούτων οι Τ.Ο.Ε.Β. αποτελούν Γεωργικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις αναγκαστικής μορφής". Άρθρο 13 § 1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 1 του ΝΔ 1218/1972: "1. Οι Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων (Ο.Ε.Β.) αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου λειτουργούντες συμφώνως προς τας διατάξεις του καταστατικού αυτών, τας του ΝΔ 3881/1958 "περί Έργων Εγγείων Βελτιώσεων" και των εκτελεστικών αυτού διαταγμάτων, εφόσον δεν καταργούνται, τροποποιούνται ή συμπληρούνται δια του παρόντος. 2.

Οι Ο.Ε.Β. δύναται να προσλαμβάνουν πάσης φύσεως προσωπικόν δια την κανονικήν λειτουργίαν αυτών. Αι δι' έκαστον Ο.Ε.Β. θέσεις συνιστώνται δια του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτών, εν τω οποίω θα καθορίζωνται και η κατηγορία, η ειδικότης, τα των προσόντων, τα των αποδοχών, των αδειών, του πειθαρχικού ελέγχου, των αποζημιώσεων εκτός έδρας του προσωπικού, ως και πάσα ετέρα σχετική λεπτομέρεια αφορώσα εις την προσωπικήν σχέσιν και κατάστασιν αυτού".

Άρθρο 17 § 2: "Οι Γ.Ο.Ε.Β. συνιστώνται δια Β.Δ. εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Γεωργία μετά γνώμην του Κεντρικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Εγγειοβελτιωτικών Έργων". Παρ. 5 "Δια Β.Δ. εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας κατόπιν γνώμης του Κεντρικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου καθορισθήσονται αι λεπτομέρειαι όσον αφορά τας προϋποθέσεις και την διαδικασίαν συστάσεως Γ.Ο.Ε.Β., τα της επιλογής και του διορισμού των μελών του Δ.Σ.

αυτών, αι ειδικότεραι αρμοδιότητες, ο τρόπος λειτουργίας και εσωτερικής οργανώσεως των Γ.Ο.Ε.Β., αι σχέσεις αυτών προς το Κράτος, τους Τ.Ο.Ε.Β. και πάντα τρίτον, τα της αποσπάσεως υπαλλήλων κατά την ως άνω παράγραφο 4, ως και πάσα άλλη σχετική λεπτομέρεια". Άρθο 20: "1. ... 3. Οι υπάλληλοι του Ο.Ε.Β. τελούν έναντι τούτων εις έννομον σχέσιν ιδιωτικού δικαίου, υπέχουν όμως τας ευθύνας των υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.".

Με βάση τις πιο πάνω εξουσιοδοτικές διατάξεις του άρθρ. 17 § 5 του Ν. 3881/1958 εκδόθηκε το ΒΔ της 13-9/7-11-1959 "περί Οργανισμού Εγγείων Βελτιώσεων", στο οποίο μεταξύ άλλων ορίζονται και τα εξής: Αρθρο 1. "Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Ε.Β. συντάσσει, συμπληροί και τροποποιεί τους Κανονισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας ...

οίτινες και ισχύουσι προκειμένου μεν περί των Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων (Τ.Ο.Ε.Β.) άμα τη εγκρίσει των υπό της Γενικής Συνελεύσεως των μελών και της οικείας Περιφερειακής Διευθύνσεως Εγγείων Βελτιώσεων, προκειμένου δε περί των Γενικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων άμα τη εγκρίσει των υπό του Υπουργού Γεωργίας, εισηγήσει της Υ.Ε.Β.

Οι Κανονισμοί αυτοί προκειμένου περί των Γ.Ο.Ε.Β. δημοσιεύονται εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως...". Από τα προεκτεθέντα συνάγεται εκτός άλλων ότι οι Ο.Ε.Β. είναι Ν.Π.Ι.Δ., που εποπτεύονται από τον Υπουργό Γεωργία, υπαγόμενα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και ότι οι Κανονισμοί Εσωτερικής Υπηρεσίας (Κ.Ε.Υ.) των Γ.Ο.Ε.Β., με την έκδοσή τους κατά νομοθετική εξουσιοδότηση από το προς τούτο οριζόμενο διοικητικό όργανο, την έγκρισή τους με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής και τη δημοσίευσή τους με την απόφαση αυτή στην ΕτΚ προσλαμβάνουν ισχύ νόμου.

Εξάλλου, με το ΒΔ 149/1963, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 17 § 2 του Ν. 3881/1958, συνεστήθη ο Γενικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων Πεδιάδος Σερρών και με τη 10533/13-11-1980 απόφαση του Νομάρχη Σερρών εγκρίθηκε ο κανονισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας (Κ.Ε.Υ.), Οργανώσεως, Λειτουργίας και Καταστάσεως Προσωπικού του εν λόγω Γ.Ο.Ε.Β., που δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ (ΦΕΚ Β' 1300/24-12-1980).

Στο άρθρ. 27 του Κανονισμού αυτού (που φέρει τον τίτλο "Αποδοχές τακτικού προσωπικού") ορίζεται ότι οι αποδοχές του προσωπικού αποτελούνται από βασικό μισθό, γενικά επιδόματα, δώρα, επιδόματα αδείας, αποζημίωση υπερωριών κ.λ.π., στην παρ. 8 δε αυτού ότι "σε περίπτωση που οι ΣΣΕ που ισχύουν για διάφορες ειδικότητες, εφόσον αυτές καταστούν υποχρεωτικές με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, είναι υψηλότερες των αντίστοιχων αποδοχών κατά κλάδο, ειδικότητα και βαθμό που χορηγούνται στους δημοσίους υπαλλήλους, εφαρμόζονται υποχρεωτικά για τους τακτικούς υπαλλήλους του Οργανισμού, εφόσον ο τακτικός υπάλληλος ζητήσει τούτο με αίτησή του.

Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στον Οργανισμό δύο (2) μήνες πριν λήξει το διαχειριστικό έτος και συγκεκριμένα πριν ο Οργανισμός συντάξει τον προϋπολογισμό της επόμενης χρήσεως και αναφέρεται στις αποδοχές του υπαλλήλου που διαμορφώνεται με βάση τις αντίστοιχες ΣΣΕ, κατά τον επόμενο χρόνο. Υπάλληλος ο οποίος έχει δηλώσει ότι θα ακολουθήσει τις αποδοχές που προβλέπονται με τις ΣΣΕ ή ΔΑ, ως ανωτέρω, δεν έχει δικαίωμα να επανέλθει στη διάρκεια της χρήσεως στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων".

Επίσης, στο άρθρ. 29 του Κανονισμού (που φέρει τον τίτλο "ημέρες αποζημίωσης και οδοιπορικά έξοδα") και στην παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι η ημερήσια αποζημίωση για το τακτικό και επί συμβάσει προσωπικό του Οργανισμού, το οποίο μετακινείται για εκτέλεση υπηρεσίας εκτός έδρας, καθορίζεται όπως προβλέπεται από την Εργατική Νομοθεσία στο 1/25 του μηνιαίου μισθού.

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 260 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσείων ήταν κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής εν ενεργεία, οι δε λοιποί δύο συνταξιούχοι υπάλληλοι του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Οργανισμού (Ν.Π.Ι.Δ.). Στα πλαίσια εκτέλεσης της εργασίας τους, πραγματοποιούσαν ημερήσιες μετακινήσεις για απασχόληση εκτός έδρας ο μεν πρώτος έως και το χρόνο άσκησης της αγωγής, οι δε λοιποί δύο έως και την ημερομηνία συνταξιοδότησής τους, δηλαδή έως τις 1-5-2003 και 31-12-2001 αντίστοιχα.

Επίσης ο πρώτος αναιρεσείων απασχολήθηκε υπερωριακά 166 ώρες για Σάββατα και καθημερινές και 152 ώρες για Κυριακές και αργίες. Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι ο υπολογισμός των παραπάνω επιδομάτων τους έγινε με βάση τον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα, ενώ θα έπρεπε να γίνει με βάση την εργατική νομοθεσία, οπότε το εναγόμενο οφείλει στον μεν πρώτο για τα έτη 1999 έως και 2003 το συνολικό ποσό των 9.574,42 Ευρώ, στον δε δεύτερο για τα έτη 1999 έως και 2003 το συνολικό ποσό των 3.371,73 Ευρώ και στον τρίτο για τα έτη 1999 έως και 2001 το συνολικό ποσό των 2.289,15 Ευρώ.

Το αναιρεσίβλητο με τη 12/8-8-1997 απόφασή του, που εγκρίθηκε με την 4039/1997 απόφαση του Διευθυντή Εγγείων Βελτιώσεων Σερρών τροποποίησε το άρθρο 29 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του και όρισε ότι "Οι υπάλληλοι δικαιοδοσίας του ΓΟΕΒ Πεδιάδος Σερρών, όταν μετακινούνται εκτός έδρας για εκτέλεση υπηρεσίας δικαιούνται αποζημίωση εκτός έδρας, χιλιομετρική αποζημίωση, εισιτήρια και λοιπές δαπάνες στο ίδιο ύψος και με τις ίδιες προϋποθέσεις που δικαιούνται και οι αντίστοιχοι υπάλληλοι του Υπουργείου Γεωργίας ...".

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ΒΔ της 13-9-1959 οι κανονισμοί εσωτερικής υπηρεσίας των ΓΟΕΒ πρέπει να δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μερίμνη της ΥΕΒ. Η προαναφερόμενη απόφαση τροποποίησης του άρθρου 29 του ΚΕΥ δημοσιεύθηκε στο 1957/31-12-2003 ΦΕΚ, οπότε και άρχισε να ισχύει.

Συνεπώς, για το προγενέστερο διάστημα και κατ' επέκταση για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται στην υπό κρίση αγωγή εξακολουθούσε να είναι σε ισχύ ο ΚΕΥ του έτους 1980, όπως ορθά διατείνονται οι αναιρεσείοντες. Το αναιρεσίβλητο όμως, παρά τη μη δημοσίευση του νέου ΚΕΥ στο ΦΕΚ, άρχισε ήδη από το έτος 1997 να τον εφαρμόζει και να καταβάλει στους απασχολουμένους σε αυτό το επίδομα για την εκτός έδρας απασχόληση βάσει του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα.

Πριν από το έτος 1997 το αναιρεσίβλητο κατέβαλε στους υπαλλήλους του τον μεν βασικό μισθό σύμφωνα με τους αντίστοιχους βασικούς μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων του Υπουργείου Γεωργίας, τα δε επιδόματα υπερεργασίας, υπερωρίας και τα οδοιπορικά έξοδα σύμφωνα με τις ΣΣΕ και την ισχύουσα εργατική νομοθεσία.

Ο τρόπος αυτός πληρωμής των υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου, είπε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ήταν σαφέστατα λανθασμένος και γίνονταν κατά παράβαση του σχετικού ΚΕΥ για τους εξής λόγους: Η παράγραφος 8 του άρθρου 27 έδινε εναλλακτικά τη δυνατότητα στους εργαζομένους στον ΓΟΕΒ Πεδιάδος Σερρών είτε να υπαχθούν στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων είτε να επιλέξουν την υπαγωγή τους στις ΣΣΕ.

Η παραπάνω διάταξη αναφέρεται στις "αποδοχές" των εργαζομένων ως σύνολο και συμπεριλαμβάνει συνεπώς τον βασικό μισθό και όλα τα λοιπά επιδόματα, όπως διευκρινίζεται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, αλλά και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη περί της εννοίας των τακτικών αποδοχών. Επομένως, στην περίπτωση που κάποιος εργαζόμενος επέλεγε να υπαχθεί στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, η υπαγωγή αυτή αφορούσε τόσο τον βασικό μισθό όσο και τα επιδόματα.

Η παράγραφος 7 του άρθρου 27 αλλά και το άρθρο 29 παρ. 1 που αναφέρονται στον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων με βάση τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας αφορούν οπωσδήποτε μόνο την περίπτωση κατά την οποία κάποιος εργαζόμενος επέλεγε να υπαχθεί στις ΣΣΕ. Στην προκειμένη περίπτωση, συνεχίζει το Δικαστήριο της ουσίας, οι αναιρεσείοντες δεν κατέθεσαν αιτήσεις υπαγωγής τους στις ΣΣΕ, όπως προέβλεπε η παράγραφος 8 του άρθρου 27 και συνεπώς επέλεξαν σιωπηρά να υπαχθούν στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων για το σύνολο των "αποδοχών" τους, δηλαδή τόσο για τον βασικό μισθό όσο και για τα επιδόματα.

Η τακτική του αναιρεσίβλητου αλλά και άλλων ΓΟΕΒ να μισθοδοτούν τους εργαζομένους τους κατά τρόπο παράνομο και καταχρηστικό, κατά τα άνω, είχε ήδη διαπιστωθεί από το Υπουργείο Γεωργίας, το οποίο με το 126073/940/8-8-1984 έγγραφο που απέστειλε στις Νομαρχίες του Κράτους ζήτησε από τους ΓΟΕΒ να τροποποιήσουν τους Κ.Ε.Υ.

ώστε να διευκρινισθεί ρητά ότι όποιος εργαζόμενος επιλέγει να αμείβεται με το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων δεν δικαιούται επιδόματα που προβλέπει η εργατική νομοθεσία. Βάσει δε αυτού του εγγράφου το αναιρεσίβλητο τροποποίησε εν συνεχεία τον ΚΕΥ, όπως προαναφέρθηκε. Ορθά επομένως, κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, κατέβαλε τα αιτούμενα από τους αναιρεσείοντες επιδόματα με βάση τα προβλεπόμενα στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων του Υπουργείου Γεωργίας.

Μάλιστα οι τελευταίοι γνώριζαν σαφώς τον τρόπο αυτό υπολογισμού των επιδομάτων από το έτος 1997 και δεν πρόβαλαν αντιρρήσεις λαμβάνοντας ανεπιφύλακτα τα καταβαλλόμενα σε αυτούς ποσά. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου Οργανισμού και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε αποφανθεί αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Με την κρίση του αυτή ο Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 27 § 8 και 29 § 1 του ΚΕΥ του Προσωπικού του αναιρεσίβλητου Οργανισμού. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρ. 29 § 1 του Κανονισμού (και με δεδομένο ότι η τροποποίηση που επιχειρήθηκε στη διάταξη αυτή το έτος 1997 ολοκληρώθηκε και άρχισε να ισχύει μόλις την 31-12-2003 που η σχετική απόφαση δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ) και η οποία ήταν εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπήρχε ρητή και σαφής πρόβλεψη για τον τρόπο υπολογισμού της ένδικης αποζημιώσεως, ότι δηλαδή θα γινόταν σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, χωρίς να απαιτείται ή να εξαρτάται από προηγούμενη σχετική δήλωση του υπαλλήλου ότι επιθυμεί να αμείβεται για τις εκτός έδρας μετακινήσεις του σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Η δήλωση που προβλέπεται από τη διάταξη της παρ. 8 του άρθρ. 27 κατά την αληθή της έννοια, αφορούσε τις αποδοχές εκείνες, όπως ο βασικός μισθός, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις για τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, και παρείχε τη δυνατότητα στους τακτικούς υπαλλήλους του Οργανισμού, να επιλέξει την εφαρμογή των αντίστοιχων ΣΣΕ αν προβλέπουν υψηλότερες αποδοχές από τις ισχύουσες για τους δημοσίους υπαλλήλους.

Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός διείδε την ανάγκη τροποποιήσεως του Κανονισμού, ώστε εφεξής οι τακτικοί υπάλληλοι αυτού να αμείβονται κατά τρόπο ενιαίο και όρισε ότι για τις εκτός έδρας μετακινήσεις τους δικαιούνται αποζημίωση σύμφωνα με όσα προβλέπονται για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας, ενώ τέτοια τροποποίηση δεν θα ήταν αναγκαία εάν η διάταξη της παρ. 8 του άρθρ. 27 καταλάμβανε και την ένδικη περίπτωση, που ο Κανονισμός ρύθμιζε ρητώς με τη διάταξη του άρθρ. 29 § 1, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, τον υπολογισμό της παρεχόμενης για τις εκτός έδρας μετακινήσεις αποζημίωσης κατά τα προβλεπόμενα για τους δημοσίους υπαλλήλους.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 172/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ